1183/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 88/1997 προδικαστική, 3234/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4765/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1183/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚπολΔ).
Full text
Απόφαση 1183 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1183/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Της αναιρεσίβλητης : Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........", η οποία εδρεύει στο ...... της Αυστρίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μάρκου και Δημήτριο Μάρκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 88/1997 προδικαστική, 3234/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4765/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους κανόνες αυτούς, αν είτε δεν τους εφαρμόζει, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα, υπέχουσα θέση εντολέως σε σύμβαση εντολής μεταξύ αυτής και της εντολοδόχου αντιδίκου της, λόγω της αμελούς αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αντιδίκου της, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σε σχέση με το εριζόμενο ζήτημα της καταρτίσεως ή μη της επίδικης συμβάσεως εντολής:
Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με έδρα την Αυστρία, αφού συμφώνησε με την εδρεύουσα στην Ελλάδα εταιρεία "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΑΕΒΕ" να πωλεί σ΄ αυτήν κρέατα και δεδομένου ότι επρόκειτο για διεθνή εμπορική συναλλαγή που είχε ως αντικείμενο διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως κρεάτων με τίμημα καταβαλλόμενο σε ξένο νόμισμα (αυστριακά σελλίνια - γερμανικά μάρκα) και ως εκ τούτου ήταν απαραίτητες οι υπηρεσίες μιας Τράπεζας, ήλθε σε επαφή με την (πέμπτη) εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
Ότι οι σχετικές συζητήσεις έγινα στην Αθήνα μεταξύ αφενός του εκ των εταίρων της ενάγουσας Ψ1 και αφετέρου του τρίτου και της τέταρτης από τους εναγομένους, υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας, ήτοι του Χ1 , υποδιευθυντή του καταστήματος και της Χ2 , προϊσταμένης του τμήματος εισαγωγών. Ότι, κατά την συνάντηση των ανωτέρω, μεταξύ της ενάγουσας και της πέμπτης εναγομένης συμφωνήθηκε η πρώτη ν΄ αποστέλλει στην δεύτερη τα προτιμολόγια και τα τιμολόγια για κάθε φορτίο κρεάτων που θα πωλούσε στην "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε." προκειμένου να ενημερώνεται για τους όρους πληρωμής του τιμήματος που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας, αυτή δε (τράπεζα) μόνον όταν εκπλήρωνε η πωλήτρια τις οριζόμενες μ΄ αυτούς υποχρεώσεις της θα της παρέδιδε τα απαιτούμενα από το νόμο έγγραφα για τον εκτελωνισμό και την παράδοση σ΄ αυτήν (αγοράστρια) των κρεάτων για περαιτέρω διάθεσή τους.
Ότι η εναγομένη τράπεζα δια των ως άνω υπαλλήλων της "αποδέχθηκε στην ένδικη διεθνή συναλλαγή να έχει την ως άνω θέση (ρόλο)". Ότι ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, που δεν αμφισβητεί η πέμπτη εναγομένη, η οποία προσπαθεί να τα αξιολογήσει διαφορετικά, "μεταξύ της ενάγουσας και της πέμπτης εναγομένης καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής (την πρόταση για κατάρτιση της οποίας αποδέχθηκε η εναγομένη σιωπηρά), περιεχόμενο της οποίας ήταν η υποχρέωση της εναγομένης να εισπράττει για λογαριασμό της (ενάγουσας) από την αγοράστρια το τίμημα των εμπορευμάτων κατά τους όρους που αναγράφονταν στα τιμολόγια".
Ότι προς επίρρωση της κρίσης του Δικαστηρίου περί καταρτίσεως συμβάσεως εντολής πρέπει να εκτεθούν και τα παρακάτω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα: "Μεταξύ της αγοράστριας και της πωλήτριας είχαν συμφωνηθεί όλα όσα απαιτούνται για την κατάρτιση συμβάσεων διαδοχικών πωλήσεων και ουδείς λόγος θα υπήρχε να ταξιδέψει από την Αυστρία στην Ελλάδα ο ως άνω εταίρος της ενάγουσας τέσσερις φορές, τη μία μαζί με το νόμιμο εκπρόσωπό της, υιό του, και να μεταβεί και τις τέσσερις φορές στο κατάστημα της εναγομένης τράπεζας, όπου συμφώνησαν για τον τρόπο είσπραξης του τιμήματος με τους ως άνω υπαλλήλους της.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι σκοπός της ήταν να εκπληρώσει τις απέναντι στην Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεώσεις της προς ενημέρωση της τελευταίας σχετικά με την εκροή συναλλάγματος. Όμως ο θεσμοθετημένος αυτός ρόλος της δεν αναιρεί την ύπαρξη αλλά ενισχύει τον ως άνω της εντολοδόχου, γιατί, αν δεν είχε υποχρέωση να μεριμνά για την εκτέλεση των όρων προς είσπραξη χρημάτων, που στη συνέχεια υπό μορφή συναλλάγματος (αυστριακών σελλινίων) θα κατέθετε σε τράπεζα στην Αυστρία, όπου διατηρούσε λογαριασμό η ενάγουσα και συγκεκριμένα στον .......
λογαριασμό στην CREDITANSTALT BANK VERGUN AC ..... Γκράτς (......) που ανεγράφετο σε όλα τα τιμολόγια και προτιμολόγια, που έστελνε στην εναγομένη, ήταν άνευ αντικειμένου η ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος, γιατί αυτή (ενημέρωση) δεν θ΄ ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Δηλαδή, η εναγομένη δια των αρμοδίων υπαλλήλων της είχε την υποχρέωση στους δύο αυτούς "ρόλους" να ανταποκριθεί παράλληλα, γιατί μόνον τότε θ΄ εκπλήρωνε τις απαιτούμενες από το νόμο υποχρεώσεις της στη μία περίπτωση (προς την Τράπεζα Ελλάδος) και αυτές από τη σύμβασή της με την ενάγουσα στην άλλη.
Κατά το χρόνο που δημιουργήθηκε η ένδικη διαφορά ίσχυε η Ε6/7900/3.10.79 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών με την οποία εξουσιοδοτήθηκαν οι τελωνειακές Αρχές να παραδίδουν τα κατά την κρίση τους αγαθά που υπόκεινται σε φθορά ή αλλοίωση ή είναι επικίνδυνα για την Δημόσια ασφάλεια ή υγεία, πριν από την τήρηση των συναλλαγματικών διατυπώσεων (διακανονισμό, έκδοση άδειας εκτελωνισμού) εφόσον προσκομισθεί από τον εισαγωγέα στην μεν περίπτωση διακανονισμού έναντι φορτωτικών εγγράφων τοις μετρητοίς βεβαίωση της μεσολαβούσας τράπεζας ότι κατατέθηκε σ΄ αυτήν και μεταφέρθηκε αυθημερόν στην Τράπεζα της Ελλάδος το δραχμικό αντίτιμο της αξίας CIF των εισαγομένων αγαθών και προσωπική εγγύηση του εισαγωγέα για το 20% της αξίας GIF των προς παραλαβή ειδών, για την εντός 150 ημερών από της παραλαβής προσκόμιση στο τελωνείο της σχετικής αδείας εκτελωνισμού η οποία (εγγύηση) καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μετά την πάροδο της προαναφερομένης προθεσμίας, στη δε περίπτωση προθεσμιακού διακανονισμού, εκτός από την ως άνω προσωπική εγγύηση, υπεύθυνη δήλωση του εισαγωγέα για την ποσότητα και την αξία του εμπορεύματος και βεβαίωση της μεσολαβούσας Τράπεζας προς το τελωνείο, η οποία προϋποθέτει την χορήγηση έγκρισης εισαγωγής, ότι ο προμηθευτής Οίκος του Εξωτερικού, με έγγραφο ή κλειδαριθμημένο ΤΕΠΕΞ αποδέχεται τον προθεσμιακό διακανονισμό, ο οποίος πρέπει να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της αδείας εκτελωνισμού.
Δηλαδή και η έχουσα σχέση με τη νομισματική πολιτική της χώρας νομοθεσία επέβαλε στην αναγκαστικά μεσολαβούσα Τράπεζα ως προς τον τρόπο διακανονισμού της πληρωμής να έχει την αναμφισβήτητη συναίνεση του οίκου του εξωτερικού. Η εμπορική συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της άνω αγοράστριας εταιρείας άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 1991 και η ενάγουσα εκτελούσε ανελλιπώς τις παραγγελίες που τις έδινε για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας είτε ο ......., είτε ο δεύτερος εναγόμενος στέλνοντας τα σχετικά προτιμολόγια και τιμολόγια στην αγοράστρια που στη συνέχεια η τελευταία τα παρέδιδε στο δεύτερο εναγόμενο, αλλά διεβίβαζε αυτά με FAX και στην πέμπτη εναγομένη ως διαμεσολαβούσα τράπεζα".
Στη συνέχεια, δέχεται ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι άρχισε να υλοποιείται η συναλλαγή μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΑΕΒΕ" με διαδοχικές αποστολές φορτίων κρεάτων κατά το διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι και τον Οκτώβριο 1991 και ότι η αναιρεσείουσα, σε σχέση με τις συναλλαγές αυτές, διενήργησε μία σειρά από πράξεις που ενείχαν εκτέλεση (αν και μη προσήκουσα) της εντολής, προβαίνουσα ως διαμεσολαβούσα τράπεζα, σε "διακανονισμό των φορτίων", ήτοι ότι, αφού ελάμβανε με τηλεομοιοτυπίες (FAX) τα σχετικά τιμολόγια για κάθε φορτίο, χορηγούσε, δια των εντεταλμένων υπαλλήλων της, στην αγοράστρια τις εγκρίσεις και βεβαιώσεις εισαγωγής που ήταν απαραίτητες για την παραλαβή των εμπορευμάτων από το Τελωνείο και παρελάμβανε από αυτήν (αγοράστρια) υποσχετικές επιστολές.
Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, αν και εμμέσως, διαπίστωσε ότι υπάρχει στη σύμβαση αμφιβολία και ειδικότερα διαπίστωσε ότι, ενόψει και της ελλείψεως ρητής δηλώσεως (όχι σιωπής) της αναιρεσείουσας, υπάρχει αμφιβολία σχετικά με την εκ μέρους της αποδοχή της προτάσεως της αντιδίκου της για τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως εντολής.
Για το λόγο αυτό, προέβη, περαιτέρω, στην ερμηνεία της, μέσω της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι υπήρξε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας περί αποδοχής της προτάσεως, συναγόμενη από τις ειδικές περιστάσεις, προσφεύγοντας έτσι, αν και χωρίς τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω άρθρων του Αστικούς Κώδικα, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές και ιδίως υπό την παραδοχή του γεγονότος της διενέργειας εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας σειράς πράξεων που ενείχαν εκτέλεση της αμφισβητούμενης συμβάσεως εντολής, το οποίο (γεγονός), κατ΄ εκτίμηση, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία ως περίσταση αφενός ενδεικτική της αληθούς βουλήσεως της διαδίκου και αφετέρου εναρμονιζόμενη με τις απαιτήσεις της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη, ορθώς έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόταση της αντιδίκου της.
Κατ΄ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραλείποντας να προσφύγει σ΄ αυτές αν και εμμέσως διέγνωσε αμφιβολία, άλλως κακώς εφαρμόζοντας αυτούς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας για τα γεγονότα που συγκροτούν τη βάση της αγωγής χωρίς η αναιρεσίβλητη να επικαλεσθεί την ομολογία αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, η επισημαινόμενη με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως διαπίστωσής της περί μη αμφισβητήσεως ορισμένων γεγονότων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, συνιστά επάλληλη αιτιολογία, αφού η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα αυτά έχουν αποδειχθεί στηρίζεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, και, επομένως αλυσιτελώς πλήττεται η απόφαση με τον λόγο αυτό.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, πλην της καταθέσεως του Ψ1 που κρίθηκε εξαιρετέος, καθώς και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ότι δέχθηκε παρά τον νόμο χωρίς απόδειξη τον βασικό αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής, ύστερα από πρόταση του ετερορρύθμου εταίρου της ενάγουσας Ψ1 και (σιωπηρή) αποδοχή της εκ μέρους .............
της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διατύπωση εξάλλου της ανωτέρω σκέψεως περί των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, αλλά και από το αιτιολογικό εν γένει της αποφάσεως, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο δεν έλαβε πράγματι υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ψ1 , τον οποίο έκρινε εξαιρετέο.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 ότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι την ως άνω κατάθεση εξαιρετέου μάρτυρα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δεχόμενο ως βάσιμο τον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό περί της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων της επίμαχης συμβάσεως εντολής, αναφέρει με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στήριξη της κρίσεώς του αυτής (βλ.
τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σε προηγούμενη σκέψη), η δε επισημαινόμενη με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως παράλειψή του να αιτιολογήσει ειδικότερα το πόρισμά του, αναφέροντας από ποιά αποδεικτικά μέσα διαπίστωσε το γεγονός ότι έγινε πρόταση εκ μέρους της ενάγουσας για τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ελήφθη υπόψη η κατάθεση του προσώπου το οποίο φέρεται ότι διατύπωσε την πρόταση αυτή (Ψ1 ), δεν συνιστά, σύμφωνα με την σκέψη που προηγήθηκε, έλλειψη αιτιολογίας ιδρύουσα τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδει στην απόφαση την σχετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από την εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την εκτίμηση των προπαρατεθεισών παραδοχών της, σε συνδυασμό με τις περιεχόμενες σε προηγηθείσα σκέψη της, με την οποία (σκέψη) κρίθηκε εξαιρετέος ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης, ετερόρρυθμος εταίρος της Ψ1 , για το λόγο ότι έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης και όχι για τον υποστηριζόμενο από την εναγόμενη λόγο ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι διαχειριστής της (άρα λογιζόμενος κατ΄ άρθρο 756 ΑΚ ως έχον και την πληρεξουσιότητα να αντιπροσωπεύει τους λοιπούς εταίρους έναντι τρίτων), προκύπτει ότι το εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, δέχθηκε, ότι ο Ψ1 , διατυπώνοντας πρόταση προς την εναγομένη για την κατάρτιση συμβάσεως εντολής, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 70, 185, 189, 192, 713 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), με το να δεχθεί ότι η κατάρτιση της συμβάσεως εντολής συντελέσθηκε με αποδοχή εκ μέρους της εναγομένης προτάσεως που έγινε από το ανωτέρω πρόσωπο, χωρίς συγχρόνως να δεχθεί ότι αυτό ήταν διαχειριστής ή ενήργησε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ο λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής όταν με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται κατά τι το οποίο δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της, όπως όταν πλήττονται αιτιολογίες πλεοναστικές. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ της ενάγουσας και της πέμπτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) συμφωνήθηκε η πρώτη ν΄ αποστέλλει στην δεύτερη τα προτιμολόγια και τα τιμολόγια για κάθε φορτίο κρεάτων που θα πωλούσε στην "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε." προκειμένου να ενημερώνεται για τους όρους πληρωμής του τιμήματος που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας, αυτή δε (Τράπεζα) μόνον όταν εκπλήρωνε η πωλήτρια τις οριζόμενες μ΄αυτούς υποχρεώσεις της θα παρέδιδε σ΄ αυτήν (αγοράστρια) τα απαιτούμενα από το νόμο έγγραφα για τον εκτελωνισμό και την παράδοση σ΄ αυτήν (αγοράστρια) των κρεάτων για περαιτέρω διάθεσή τους.
Ότι η εναγομένη Τράπεζα δια των ως άνω υπαλλήλων της "αποδέχθηκε στην ένδικη διεθνή συναλλαγή να έχει την ως άνω θέση (ρόλο)" και ότι ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων "μεταξύ της ενάγουσας και της πέμπτης εναγομένης καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής (την πρόταση για κατάρτιση της οποίας αποδέχθηκε η εναγομένη σιωπηρά), περιεχόμενο της οποίας ήταν η υποχρέωση της εναγομένης να εισπράττει για λογαριασμό της (ενάγουσας) από την αγοράστρια το τίμημα των εμπορευμάτων κατά τους όρους που αναγράφονταν στα τιμολόγια".
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι για τα αναλυτικά αναφερόμενα σ΄ αυτήν φορτία κρεάτων απεστάλησαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη Τράπεζα τα οικεία τιμολόγια, που περιείχαν τους ειδικώς αναφερόμενους όρους πληρωμής και ότι η τελευταία, αθετώντας την υποχρέωσή της από τη σύμβαση εντολής, παρέδιδε στην αγοράστρια τις εγκρίσεις και βεβαιώσεις εισαγωγής, που ήταν απαραίτητες για την παραλαβή των εμπορευμάτων από το τελωνείο, χωρίς να ελέγχει προηγουμένως αν είχαν τηρηθεί οι εν λόγω όροι.
Κατ΄ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή, καθόσον στρέφεται κατά της εναγομένης τράπεζας, είναι βάσιμη κατ΄ ουσίαν. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων σ΄αυτήν τιμολογίων με το να δεχθεί ότι με τα έγγραφα αυτά η ενάγουσα έδινε προς την Τράπεζα ειδικές εντολές, κύριο περιεχόμενο των οποίων ήταν ότι αυτή (Τράπεζα) δεν θα χορηγούσε στην αγοράστρια τις προβλεπόμενες από το νόμο βεβαιώσεις εισαγωγής, που ήταν απαραίτητες για τον εκτελωνισμό και την παραλαβή των εισαγομένων εμπορευμάτων, πριν η αγοράστρια καταθέσει το τίμημα που αναγραφόταν σε κάθε τιμολόγιο.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού εμμέσως διαπίστωσε ασάφεια του περιεχομένου των τιμολογίων ως προς το κρίσιμο ζήτημα των περιεχομένων σ΄ αυτά εντολών, προέβη σε ερμηνεία τους χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους έτσι παραβίασε, άλλως προέβη σε κακή εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Και οι δύο όμως αυτοί λόγοι της αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι. Διότι τόσο τα περιστατικά που φέρονται ως κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των τιμολογίων γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη, όσο και το φερόμενο ως πόρισμα της κατά παράβαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δοθείσας ερμηνείας, ήτοι το ότι τα εν λόγω τιμολόγια περιέχουν ειδικές εντολές της ενάγουσας προς την αντίδικό της Τράπεζας, χρησιμεύουν ως βάση πλεοναστικών αιτιολογιών, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το διατακτικό της στηρίζεται στην, μη επιτυχώς πληττόμενη αιτιολογία, ότι η Τράπεζα ενέχεται σε αποζημίωση για αθέτηση υποχρεώσεών της που απορρέουν από την ταυτόσημη (γενική) εντολή, που δόθηκε στην τράπεζα με σύμβαση που καταρτίσθηκε πριν από την έκδοση των επίμαχων τιμολογίων.
Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίος ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Για να εφαρμοσθεί η διάταξη αυτή, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να υπάρχει υποχρέωση προς αποζημίωση ανεξαρτήτως του γενεσιουργού λόγου, δηλαδή είτε από ενσοσυμβατική, είτε από εξωσυμβατική ευθύνη και β) ο ζημιωθείς να συνέβαλε στη ζημία ή στην έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των προτάσεων της αναιρεσείουσας της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η διάδικος αυτή προέβαλε κατά της αγωγής την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300), ισχυριζόμενη ότι η αντίδικός της υπαιτίως Α) δεν απέτρεψε την, οφειλόμενη στην αφερεγγυότητα της αγοράστριας εταιρείας ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ, ζημία της, δεδομένου ότι παρέλειψε α) να συμφωνήσει μ΄ αυτήν την πληρωμή των εμπορευμάτων "τοις μετρητοίς έναντι φορτωτικών εγγράφων", β) να λάβει εγγυητική επιστολή, γ) να προβεί στο άνοιγμα τραπεζικής ενέγγυας πιστώσεως και Β) δεν περιόρισε τη ζημία της, αφού αυτή συνέχισε τις αποστολές φορτίων κρέατος στην αγοράστρια, παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν εξεπλήρωνε τις υποχρεώσεις της για άμεση εξόφληση ή τουλάχιστον για εξόφληση εντός επτά ημερών.
Ειδικότερα (ως προς την περίπτωση Β), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα φορτία κρέατος που απέστειλε η ενάγουσα δεν εξοφλήθηκαν, αυτή από 2/8 έως και 10/8/1991 απέστειλε άλλα (7) φορτία, τα οποία επίσης δεν εξοφλήθηκαν μετρητοίς ή σε κάθε περίπτωση εντός επτά ημερών. Ότι παρά ταύτα από 11/8 έως 13/8/1991 απέστειλε στην αγοράστρια άλλα (6) φορτία, τα οποία επίσης δεν εξοφλήθηκαν μετρητοίς.
Ότι την 10/8/1991, λόγω της μη εξοφλήσεως του τιμήματος, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ήλθε στην Αθήνα και συναντήθηκε με εκπροσώπους της αγοράστριας. Ότι μετά την συνάντηση αυτή και ενώ δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα των προηγουμένων φορτίων, η ενάγουσα από 22/8 έως 20/9/1991, απέστειλε στην αγοράστρια εταιρεία άλλα (26) φορτία κρέατος, τα οποία επίσης δεν εξοφλήθηκαν μετρητοίς.
Ότι την 20/9/1991 ο εκπρόσωπος της ενάγουσας ήλθε και πάλι στην Αθήνα και συνάντησε εκπρόσωπο της αγοράστριας. Μετά τη συνάντηση και ενώ δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα κανενός από τα προηγούμενα φορτία η ενάγουσα, από 26/9 έως 8/10.1991, απέστειλε άλλα πέντε φορτία κρέατος, τα οποία επίσης δεν εξοφλήθηκαν μετρητοίς.
Η ένσταση αυτή, κατά το ανωτέρω υπό στοιχ. Β΄ σκέλος της, είναι νόμιμη, αφού μ΄ αυτήν προβάλλεται υπαίτια συμπεριφορά της ενάγουσας που συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία της, συντελώντας στην επαύξησή της. Ειδικότερα, η αιτιώδης συμβολή της παραλείψεως της ενάγουσα να διακόψει τις αποστολές φορτίων προς την αγοράστρια, προβάλλοντας τις προσήκουσες ενστάσεις, όταν κατέστη πρόδηλη η αφερεγγυότητά της, δεν αναιρείται από το ότι η συμπεριφορά αυτή συνδέεται με την εκπλήρωση της συμβάσεως πωλήσεως, που την συνέδεε με την τρίτη αγοράστρια εταιρεία, και όχι με την ένδικη σύμβαση εντολής.
Οι δύο αυτές συμβάσεις τελούν σε άμεση σχέση, η δε ζημία της ενάγουσας αναφέρεται ακριβώς στην επιζήμια γι΄ αυτήν εξέλιξη της συμβάσεως πωλήσεως. Έτσι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω ένσταση συνυπαιτιότητας, χωρίς να εξετασθεί περαιτέρω κατ΄ ουσίαν, με την αιτιολογία ότι τα περιστατικά που προβάλλονται για τη θεμελίωσή της αφορούν τυχόν πταίσμα της ενάγουσας στη σύμβαση πωλήσεως και όχι την σύμβαση της εντολής που την συνέδεε με την εναγόμενη Τράπεζα, ήτοι, κατ΄ εκτίμηση της σκέψεως αυτής της προσβαλλόμενης, με την αιτιολογία ότι ελλείπει ο απαιτούμενος κατά νόμο αιτιώδης σύνδεσμος, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, μη εφαρμόζοντας αυτή καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τον αναιρετικό αυτό λόγο, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4765/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ