Legislator Case Law & Legislation
1182/2020 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal claiming evidence weight violation and document distortion.

Case Number 1182/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's divorce judgment. The appellant argued that the appellate court violated evidence rules regarding burden of proof and distorted witness testimony. The court rejected these claims, stating that no specific decision on evidence weight was made and the distortion argument lacked factual basis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 13, 20 KPolD: An appeal is inadmissible if it merely alleges a violation of evidence rules without specifying the error, or if it claims distortion of documents that are merely records of other evidence rather than evidence themselves.

Keywords

AI generated
divorce proceedings burden of proof evidence weight document distortion inadmissible appeal witness testimony KPolD

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 13 KPolD
Art. 559 no. 20 KPolD
Art. 339 KPolD
Art. 432 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 no. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1182 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1182/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μ. Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ι. (...) του Μ. (...), κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. Δέδε, η οποία διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την με αριθμό 206/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Δ., συζύγου Μ. Ι., προσωρινώς διαμένουσας στον .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Βλασσιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την με αριθμό 182/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4508/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6052/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6052/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 21/7/2017 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την με αριθμό 4508/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 11/6/2015 αγωγή, δέχτηκε ακολούθως την ως άνω αγωγή και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων που τελέστηκε στις 4/8/1992 στον ....

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 280/2019, ΑΠ 45/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους".

Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά, όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ` αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ` ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εφόσον δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάστασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από την πλευρά τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση. Αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (ΑΠ 200/2020, ΑΠ 124/2019, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 1068/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στον ... στις 4 Αυγούστου του έτους 1992 και απέκτησαν τρία τέκνα, τον Ζ., τον Α. και τη Ζ.. Το έτος 2009 η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε με την αποχώρηση της ενάγουσας από την συζυγική κατοικία επί της οδού ...

στην .... Έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι ουδεμία επαφή συναισθηματική ούτε απλά βιοτική εκδήλωση συναφή προς την ηθική και νομική ουσία του γάμου είχαν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων κοινή κοινωνική ζωή, αμοιβαία συμπαράσταση, σεβασμός της προσωπικότητας του ενός προς τον άλλο σύζυγο, ούτε σαρκική συνάφεια.

Ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η ενάγουσα έξι έτη αργότερα (από την 1/10/2013) κατοίκησε με τα κοινά τους τέκνα στην κατοικία επί της οδού ... όπου ο ίδιος προηγουμένως (μέχρι την 11-3-2013) διέμενε με τα τέκνα τους, ισχυρίσθηκε ότι ουδεμία διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους υπήρξε και ότι συμβιώνουν συνεχώς με την ενάγουσα με την πρόθεση να είναι σύζυγοι.

Μάλιστα επικαλέσθηκε και το γεγονός ότι στο από 30-8-2015 συμφωνητικό μίσθωσης της επί της οδού ... κατοικίας εκ μέρους της εναγόμενης αναφέρεται ότι εκτός από τα 3 κοινά τέκνα θα χρησιμοποιείται τούτο και ως κατοικία του ιδίου (βλ. και φωτοαντίγραφο στο οποίο με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα έχει συμπληρωθεί και το δικό του όνομα).

Ωστόσο αποδείχθηκε ότι άσκησε μεταγενέστερη της κρινόμενης αγωγή (από 4-5-2017 και με αρ. κατ. 3887/5-5-2017, βλ. προσκομιζόμενη) στην οποία αφού παραδέχθηκε ότι η διάσπαση της συμβίωσής τους ως συζύγων επήλθε στις 23-10-2009, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι από το 2013 συγκατοίκησαν και πάλι, αναφέροντας σαφώς ότι έτσι επωφελούνταν των επιδομάτων ενοικίου και θέρμανσης που η ενάγουσα δικαιούται ως πολύτεκνη.

Παράλληλα όμως παραδέχθηκε ότι η συγκατοίκηση ήταν περιστασιακή, καθόσον ανέφερε ότι η ενάγουσα "απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα", καθώς και ότι οι συναντήσεις τους (όποτε βρίσκονταν κάτω από την ίδια στέγη) περιορίζονταν σε οξύτατες λεκτικές αλλά και έργω βίαιες αντιπαραθέσεις .... ζήτησε δε τη λύση του γάμου τους για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εδώ ενάγουσας και επικουρικά λόγω διάστασης πέραν της διετίας.

Πλην καθόσον αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι δεν εκπλήρωναν ούτε την υποχρέωση για κοινό νοικοκυριό, δεν συμμετείχαν από κοινού σε κοινωνικές εκδηλώσεις ούτε υπήρξε συμμετοχή του ενός στην τύχη του άλλου (συννενόηση, υποστήριξη, πίστη, αποδοχή), "κοινότητα βίου" εν γένει. Χαρακτηριστικά ο μάρτυρας του εναγόμενου που εξετάσθηκε πρωτοδίκως επιβεβαίωσε ότι η συγκατοίκηση δηλώθηκε στο τελευταίο μισθωτήριο προκειμένου να καρπωθούν τα ωφέλη από την ιδιότητα της ενάγουσας ως πολύτεκνης (η τελευταία έχει και δύο τέκνα από προηγούμενο γάμο).

Άλλωστε χάριν της άνω ιδιότητάς της και μόνον ήταν δυνατή η διευθέτηση του υψηλού λογαριασμού κατανάλωσης ρεύματος (περίπου 3.000 ευρώ) που βάρυνε την κατοικία (γκαρσονιέρα) επί της .... Επίσης ο παραπάνω μάρτυρας ανέφερε ότι "από τον ίδιο τον εναγόμενο πληροφορήθηκε το γεγονός της συγκατοίκησης με την ενάγουσα" ενώ παραδέχθηκε ότι από πολλών ετών "δεν έβλεπε τους διαδίκους να κυκλοφορούν μαζί" (βλ.

ιδίως σελ.3,5 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης). Ο Γ. Π. εξ άλλου στην 10563/2018 ένορκη βεβαίωση επικεντρώνεται στο γεγονός της συγκατοίκησης με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη των επιδομάτων πολυτέκνου και την επίτευξη ευνοϊκής ρύθμισης με τη ΔΕΗ χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά συμβίωσης των διαδίκων με την θέληση να αποτελούν ζευγάρι.

Τέλος η 10564/2018 ένορκη βεβαίωση του Γ. Σ. (ο οποίος μάλιστα είναι συνταξιούχος αστυνομικός) ότι από το 2013 μέχρι το Μάιο του 2017 "συναντούσε τους διαδίκους να κυκλοφορούν ως ζευγάρι στην αγορά φροντίζοντας για τις προμήθειες αγαθών του νοικοκυριού και ότι όταν επισκεπτόταν το σπίτι του άνοιγε την πόρτα η ενάγουσα κρίνεται μη πειστική καθόσον ανατρέπεται από τις αντίθετες παραδοχές και ισχυρισμούς του ίδιου του εναγόμενου που περιγράφει στην παραπάνω αγωγή του ανυπαρξία συζυγικών σχέσεων μεταξύ τους από το 2009 και "εμπόλεμη κατάσταση" με οξύτατους βίαιους και συνεχείς διαπληκτισμούς σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της άνω (από 4-5-2017) αγωγής λοιπόν προκύπτει σαφώς άρση κάθε εκδήλωσης της κοινής τους ζωής που αποτελούσε προηγουμένως περιεχόμενο και υλοποίηση της συμβίωσής τους και πρόθεσή τους να μην την επαναλάβουν ποτέ καθώς πέραν των ανωτέρω ο εδώ εναγόμενος (εκεί ενάγων) επικαλείται πλήρη παραμέληση και αγνόησή του τουλάχιστον από το 2009 εκ μέρους της συζύγου του καθώς και την αποφυγή κάθε είδους επικοινωνίας μεταξύ τους ως ζεύγους, περιστατικά που ουδόλως αντικρούσθηκαν από τους προαναφερθέντες μάρτυρές του.

Σημειώνεται ότι η συνοίκηση κάτω από την ίδια στέγη δεν αναιρεί την επελθούσα διάσταση εφόσον αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα ότι οι αντίδικοι σύζυγοι για διάστημα μεγαλύτερο της διετίας έχουν αναστείλει στο μέγιστο δυνατό βαθμό κάθε δραστηριότητα που μέχρι το 2009 αποτελούσε έκφραση του κοινού συζυγικού βίου τον οποίον οι τελευταίοι είχαν διαμορφώσει (κοινές αποφάσεις για τις βιοτικές ανάγκες, κοινά γεύματα, κοινές κοινωνικές επαφές, φροντίδα του ενός για το άλλο), ανεξαρτήτως της τυχόν φροντίδας καθενός για τα κοινά τέκνα που από μόνη της δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Εφόσον αποδείχθηκε ότι έχει επέλθει διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των 5ιαδίκων τόσο κατά το βουλητικό (animus) όσο και κατά το εξωτερικό (corpus) στοιχείο συνεχώς για περισσότερα από δύο χρόνια κατά τα προεκτεθέντα και μέχρι την συζήτηση της αγωγής (9-1-2017) ο κλονισμός του γάμου τους τεκμαίρεται αμάχητα χωρίς να ενδιαφέρει ποιά περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωσή τους και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί όπως βάσιμα ζήτησε με την αγωγή της η ενάγουσα....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες των περιπτώσεων 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι:

α) "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει επέλθει διάσταση της έγγαμης συμβίωσής μας με την αντίδικο για περισσότερο από δύο χρόνια και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (9-1-2017) και ότι ο κλονισμός του γάμου μας τεκμαίρεται αμάχητα, αφού από τα περιστατικά που απέδειξα ο ίδιος προκύπτει ότι δεν υπήρχε μεταξύ μας διάσταση για τουλάχιστον δυο χρόνια μέχρι την 9-1-2017, τα οποία αναλυτικά αναφέρω στο ιστορικό της παρούσης" και β) "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αφού δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση μας, τα οποία στοιχειοθετούν τον λόγο αναίρεσης της παρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.,,, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για το ζήτημα της υπερδιετούς διαστάσεως που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όμως, έτσι όπως διατυπώνονται οι ανωτέρω λόγοι δεν περιέχουν τα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία και πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Ειδικότερα, δεν καθορίζεται ποια είναι η εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ ούτε η νομική πλημμέλεια του Εφετείου, η οποία στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Επίσης, αναφορικά με την αιτίαση από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ουδόλως προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι διότι, υπό την προσχηματική επίκληση των επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ουσιαστική κρίση του περί της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συνεχώς για περισσότερα από δύο χρόνια μέχρι την συζήτηση της αγωγής, με αποτέλεσμα ο κλονισμός του γάμου τους να τεκμαίρεται αμάχητα.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα στη διαδικασία των γαμικών διαφορών, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007).

Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011).

Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί συμπληρώσεως διετούς διάστασης της έγγαμης συμβίωσης, την οποία αυτός αρνήθηκε, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι αποδείχθηκε η προβαλλόμενος από την ενάγουσα λόγος διαζυγίου.

Ο ίδιος λόγος, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται (και) αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, καθώς και οι προανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1744/2008, ΑΠ 556/2003).

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο μαρτυρικής κατάθεσης εμπεριεχόμενης στα από 9.1.2017 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/6/2019 αίτηση του Μ. Ι. (...) του Μ. (...), για αναίρεση της με αριθμό 6052/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2,700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ