Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where absent defendant's non-attendance was legally excused.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court erred in its assessment of evidence and contract formation, but the court found these grounds inadmissible. The decision was based on the appellant's failure to appear at the hearing, which was legally excused because the absent party had been properly summoned, allowing the court to proceed ex parte.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the opposing party was properly summoned and failed to appear, permitting the court to proceed ex parte; arguments regarding evidence assessment or substantive issues not subject to appellate review are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1182 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1182/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Μωραΐτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Β. - Μ. του Χ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...68Ε/04.05.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Θ. Δ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από τον δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 1598/2003). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στο δανειστή προς εξασφάλισή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε σ'αυτό τα ακόλουθα: "Με τον εναγόμενο σύναψα ως δανείστρια στην ...το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 προφορική σύμβαση άτοκου δανείου, το οποίο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση.....οικονομικών υποχρεώσεων του.....οφειλέτη....Με σαράντα δύο (42).....σταδιακές καταβολές χρηματικών ποσών, οι οποίες ξεκίνησαν την 21-9-2005 και ολοκληρώθηκαν την 27-6-2008, κατέθεσα σε Υποκαταστήματα της .......και στον υπό στοιχεία ...49-44 τραπεζιτικό λογαριασμό που διατηρεί ο εναγόμενος στην Τράπεζα αυτή το συνολικό....ποσό των ευρώ....54.800.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δανειστικής μας σύμβασης κατέβαλα και μεταβίβασα σταδιακά στον αντίδικο......το παραπάνω χρηματικό ποσό, αποδοτέο άτοκα στο μέλλον, χωρίς να οριστεί ακριβής χρόνος για την απόδοση του δανείου....". Συνακόλουθα τούτων, η αγωγή αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη, αφού αναφέρεται σ' αυτήν η κατάρτιση σύμβασης άτοκου δανείου μεταξύ των διαδίκων με την παράδοση και μεταβίβαση κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα ορισμένων χρηματικών ποσών.
Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο δικόγραφο ότι η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε κατά κυριότητα δεν καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο αφού το γεγονός αυτό ρητά υπονοείται από τις φράσεις ότι το δάνειο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση οικονομικών υποχρεώσεων του οφειλέτη και ότι οι σχετικές καταθέσεις έγιναν σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί αυτός στην ...
της Ελλάδος. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από το αρθ.559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας της, και ειδικότερα για το λόγο του ότι αυτή δεν αναφέρεται ότι μεταβίβασε τμηματικά κατά κυριότητα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ενώ δεν περιείχε περαιτέρω στοιχεία των επιμέρους δανειακών συμβάσεων, όπως το χρόνο κατάρτισης αυτών, το χρόνο και τον τρόπο, κατά την ανωτέρω έννοια, απόδοσης του δανείου καθώς και το χρόνο παράδοσης, κρίνονται αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εν προκειμένω, με τους τρίτο και πέμπτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι διατηρούσαν ερωτική σχέση από το καλοκαίρι του έτους 2005 μέχρι και το έτος 2009. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους η ενάγουσα δάνεισε τμηματικά από την 21.09.2005 μέχρι και την 27.06.2008 στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 54.800ευρώ με καταθέσεις στον υπ' αριθμό ...49-44 τραπεζικό λογαριασμό του στην ...
της Ελλάδος...... Έτσι κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγομένου 21 αποδείξεις των 1.000,00 ευρώ, δύο αποδείξεις των 600,00 ευρώ, δύο αποδείξεις των 1.200 ευρώ, πέντε αποδείξεις των 500,00 ευρώ, δύο αποδείξεις των 10.000,00 ευρώ, τρείς αποδείξεις των 400,00 ευρώ, τέσσερις αποδείξεις των 200,00 ευρώ, μία απόδειξη των 700,00 ευρώ, μία απόδειξη των 2.000 ευρώ, μία απόδειξη των 3.000,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 54.800,00 ευρώ.
Σε όλες τις ανωτέρω αποδείξεις αναγράφεται ως καταθέτης η Ι. Π., η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την ενάγουσα, καθόσον το επώνυμο Π. ήταν το επώνυμο του τέως συζύγου της το οποίο χρησιμοποιούσε και η ίδια στις συναλλαγές της. Τα ανωτέρω ποσά προορίζονταν για την αντιμετώπιση από τον εναγόμενο οικονομικών αναγκών του χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος για την απόδοσή τους, οπότε η καταγγελία του δανείου στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε με την επίδοση της αγωγής και το δάνειο καθίσταται απαιτητό ένα μήνα μετά την επίδοση αυτής.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτός δάνεισε στην ενάγουσα το ποσό των 50.000,00 ευρώ σε δύο δόσεις (30.000,00 ευρώ η πρώτη δόση το 2005 και 20.000,00 ευρώ η δεύτερη δόση τέλος 2007 αρχές 2008), δεν αποδεικνύεται, καθόσον δεν προσκομίζει καμία απόδειξη αναφορικά με τη χορήγηση προς την ενάγουσα των άνω ποσών. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, η ενάγουσα αντίδικός του δανείστηκε χρήματα από αυτόν, προκειμένου να ανακαινίσει (30.000,00 ευρώ), η ενάγουσα το φροντιστήριο ξένων γλωσσών που διατηρούσε, τούτο δεν αποδείχθηκε, καθόσον, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και ιδιοκτήτη του διαμερίσματος που στεγάζεται το φροντιστήριο ξένων γλωσσών της ενάγουσας, δεν έγινε καμία ανακαίνιση.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δάνεισε ακόμη 20.000,00 ευρώ στην ενάγουσα, δεν αποδεικνύεται, καθόσον λέει ότι της δάνεισε περί το τέλος του 2007 αρχές 2008, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την έφεσή του, και στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το ποσό των 20.000,00 ευρώ, προκειμένου να πληρώσει η ενάγουσα μία οφειλή της σε τράπεζα για να εξαλείψει μία υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης που ήταν εγγεγραμμένη στο υποθηκοφυλακείο σε βάρος δύο διαμερισμάτων που είχε στην κυριότητά της και που βρίσκονταν στην ...., τα χρήματα αυτά ισχυρίζεται ότι του τα επέστρεψε σε χρονικό διάστημα δύο ετών από την ημέρα που της τα έδωσε και πάντοτε σε τμηματικές καταβολές, όπως ανωτέρω.
Ο ισχυρισμός του αυτός, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε από τους μάρτυρές του, ούτε και από κάποιο έγγραφο, καθόσον οι καταβολές της ενάγουσας στον λογαριασμό του στην ... σταματούν στις 27-06-2008 και αθροίζονται στο ποσό των 54.800,00 ευρώ, το δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι, εάν η οφειλή της ενάγουσας (σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εναγομένου) συνέχιζε να υπάρχει, να του οφείλει δηλαδή επί διετίας ποσό 20.000,00ευρώ (από τα τέλη 2007 αρχές του 2008), ποσό που περιλαμβάνεται στο συνολικό ποσό των 50.000,00 ευρώ που ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα του οφείλει, και ενώ η ενάγουσα ήδη του έχει καταθέσει 54.800,00 ευρώ κατά μέσο όρο στα τέλη 2007 με αρχές 2008, τότε με βάση τους ισχυρισμούς του εναγομένου, η ενάγουσα του οφείλει επιπλέον 20.000,00 ευρώ από τις 54.800,00 που του έχει ήδη καταβάλλει, υπερκαλύπτοντας κατά 24.800,00 ευρώ το ποσό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην ενάγουσα.
Άλλωστε κατά την σύναψη του νέου δανείου που έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα στις 19-04-2007, η ενάγουσα συνέχισε να του καταβάλει ποσά και εκείνη την ημέρα, ώστε οι συνολικές καταθέσεις υπέρ του εναγομένου (κατά την ημέρα σύναψης του νέου δανείου με την τράπεζα) από την ενάγουσα να ανέρχονται στο ποσό των 41.000 ευρώ, την 18-04-2007 όπως προαναφέρθηκε.
Άρα είχε ήδη υπερκαλύψει το ποσό των 30.000 ευρώ που ισχυρίζεται ότι του οφείλει από το πρώτο δάνειο που έλαβε υπερκαλύπτοντας κατά 11.000,00 ευρώ την ισχυριζόμενη απαίτηση του εναγομένου από την ενάγουσα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου από την ημερομηνία της 19-04-2007 που χορηγήθηκε το νέο δάνειο έως και τα τέλη 2007 αρχές 2008 δεν έχει δώσει το δάνειο στην ενάγουσα όπως ισχυρίζεται, όμως αυτή συνέχιζε να του καταβάλει χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό, πράγμα που οδηγεί σε άτοπο των ισχυρισμών του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 54.000 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου και του οφειλόμενου από τον αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη από την αιτία αυτή ποσού, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ.
Συνεπώς οι τρίτος και ο πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, γιατί όλες οι αναφερόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις είτε πλήττουν την ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είτε σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται με τον πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν μνημόνευσε ειδικώς την υπ' αριθ.5...9006 πιστωτική κάρτα της ... και την από 26-2-2009 αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον τα ως άνω έγγραφα αφορούν κονδύλιο της αγωγής που δεν κατέστη αντικείμενο έρευνας από το Εφετείο, γιατί είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε έφεση ως προς αυτό.
Κατ'ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην περιληφθεί όμως στην παρούσα διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, δεδομένου ότι η νικήσασα αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ενώπιον αυτού του δικαστηρίου και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2017 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ.104/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ