Supreme Court dismisses appeal regarding burden of proof for public land ownership claims by the State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that rejected claims of ownership over disputed properties. The State argued it bore the burden of proving the land was public property, while the lower court held the burden lay with the claimants to disprove public ownership. The court ruled that since the State's assertions constituted rebuttal objections rather than affirmative claims of title, the claimants failed to meet their burden of proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1-3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure: The State must prove public land status when asserting ownership, but claimants bear the burden of disproving such status when their claim is rejected as unsubstantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1182 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1182/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη -εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Ι. Γ., το Σ. και 2 Β. Ι. Γ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Τσιριμωνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 251/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσίβλητες με την από 12-11-2010 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2064/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Η υπόθεση εκδικάστηκε εκ νέου από το Εφετείο Αιγαίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 18/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και , ή διότι κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρός ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1098/2017). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.
Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016).
Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 309/2012). Ασκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 1198/2014).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 160/2014). Εκ τρίτου, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ' αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).
Με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιάς έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 596/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στο ... της κτηματικής περιφέρειας του ... και πιο συγκεκριμένα:
Α) το ένα εξ αυτών είναι αγρόκτημα, κείμενο στη θέση "..."... εμβαδού 10.901 τ.μ. ...και συνορεύει.... Β) το δεύτερο εξ αυτών είναι αγρόκτημα, κείμενο στη θέση "...".... όμορο και συνορευόμενο με το υπό στοιχείο Α ακίνητο, εμβαδού 10.902 τ.μ ... και συνορεύει. Τα ακίνητα αυτά οι ενάγουσες απέκτησαν κατά συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία απ' αυτές, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, λόγω κληρονομικής διαδοχής, από κληρονομιά του Ι.
Γ. του Γ., συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης ενάγουσας δυνάμει της υπ' αριθ. .../3-6-2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Β.-Π., η οποία έχει καταχωρηθεί στο κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ ...901002 ακινήτου. Ο τελευταίος κατέλειπε την υπ' αριθ. ...1/13-7-1983 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
συζ. Γ. Β., δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 2443/1987 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε κατόπιν στο γενικό ευρετήριο διαθηκών του εν λόγω Πρωτοδικείου ... Το ανωτέρω υπό στοιχείο (Α) ακίνητο περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγουσών δυνάμει του υπ' αριθ. 16.782/15.5.1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ.
Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.... με αγορά από τους: 1) Σ. Δ. του Γ., 2)Ε., χήρα Γ. Δ. γένος Γ. Π., 3)1 Δ. του Γ. και 4) Γ. Δ. του Γ.. Στον ως άνω τίτλο το προπεριγραφέν ακίνητο περιγράφεται σαν "αγροτικό ακίνητο, ήτοι σκληροχώραφο, ... κατά την θέσιν ... του ... της περιφέρειας της Κοινότητας ..., εκτάσεως ενός στρέμματος ή όσης εκτάσεως και αν είναι επιπλέον, συνορευόμενο με σκληροχώραφο κληρονόμων Μ.
Σ. Δ. (το υπό στοιχείο β ακίνητο), με θάλασσα και από ανατολών με θάλασσα και με ...ν (ισθμόν) διαβάσεως τριάκοντα περίπου μέτρων". Το άνω ακίνητο περιήλθε στους πωλητές ως εξής: Α) Σ. Ε. χήρα Γ. Δ., περιήλθε το ιδανικό μερίδιο του 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ'αριθ.16.781/15.5.1964 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Μ.
Π. που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος στις 11/11/1956 συζύγου της Γ. Δ. του Σ.. Ο τελευταίος κατέστη κύριος αυτού δυνάμει του υπ' αριθ. 27.611/30.5.1928 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., με δωρεά από την αδερφή του Ε. συζ. Μ. Π., στην οποία είχε περιέλθει τούτο δυνάμει του υπ' αριθ. 25706/28.9.1926 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Π.
Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα ... Β) Στους πωλητές Σ., Ι. και Γ. Δ. του Γ. περιήλθε το άνω ακίνητο ως εξής: κατά το ιδανικό μερίδιο των 3/16 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ένα από αυτούς, δυνάμει της υπ' αριθ. 15545/28.7.1963 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος πατέρα τους Γ.
Δ. του Σ.. Κατά το ιδανικό μερίδιο 1/16 σε κάθε ένα από αυτούς, με αγορά από την αδελφή τους Μ., σύζυγο Γ. Π., δυνάμει του υπ'αριθ.15546/28.7.1963 συμβολαίου αγοράς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... Στην πωλήτρια Μ. σύζυγο Γ. Π., είχε περιέλθει το ιδανικό μερίδιο των 3/16 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου, δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθ. 15545/1963 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Γ.
Δ. του Σ.. Το ως άνω υπ' αριθ. Β ακίνητο περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγουσών, δυνάμει του υπ' αριθ. …15.5.1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... , με αγορά από τους: 1 )Σ. χήρα Μ. Δ., το γένος Α. Π., 2)Σ. Δ. του Μ., 3) Π. Δ. του Μ., 4)Α. Δ. του Μ., 5)Μ. συζ. Ν. Ρ., το γένος Μ. Δ., 6) Σ.
συζ. Δ. Π. το γένος Μ. Δ. και 7) Κ. συζ. Δ. Π. το γένος Μ. Δ.. Στον άνω τίτλο το προπεριγραφέν ακίνητο περιγράφεται σαν "αγροτικό ακίνητο ήτοι σκληροχώραφο, ... κατά την θέσιν Μέσα ... του ... της περιφέρειας της Κοινότητας ..., εκτάσεως ενός στρέμματος ή όσης εκτάσεως και αν είναι επιπλέον, συνορευόμενο ανήκον πρότερον στους κληρονόμους Γ.
Σ. Δ. και ήδη εις τον ετέρωθεν ώδε συμβαλλόμενων Ι. Γ. Γ. από ανατολών και από τας λοιπάς πλευράς με θάλασσα". Η κυριότητα του ως άνω ακινήτου περιήλθε στον αρχικό κύριο του και δικαιοπάροχο των εναγουσών Μ. Δ. του Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. 26422/10.6.1927 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ενώ ο δικαιοπάροχος του Μ.
Δ., Α. Δ. του Σ. απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του προμνησθέντος 27706/1926 διανεμητηρίου συμβολαίου. Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι το ανωτέρω υπό στοιχείο (Β) ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα των ως άνω 7 δικαιοπαρόχων των εναγουσών ως εξής: Α) Στη Σ. χήρα Μ. Δ. κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 3/140 δυνάμει του υπ'αριθμ.7861/8.9.1955 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιο άνω συμβολαιογράφου Μ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., με αγορά από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Ε. συζύγου Γ. Σ. (και συγκυρίας του άνω ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο 3/32 εξ αδιαιρέτου), ήτοι από τους Γ. Γ. του Σ., Ε. Γ. και Α. Γ., Β) Στους Σ. και Π. Δ. του Μ. περιήλθε κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 22/8/1934 πατέρα τους Μ.
Σ. Δ., κατά ποσοστό 3/140 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν δυνάμει του προμνησθέντος υπ' αριθ. 7861/8.9.1955 νόμιμα μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αδελφής τους Ε. συζύγου Γ. Σ., κατά ποσοστό 3/56 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν, δυνάμει του υπ' αριθ. 7.860/8.9.1955 νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από την αδελφή τους Ι.
Δ. του Μ., κατά ποσοστό 3/64 εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν, δυνάμει του υπ' αριθ. 12743/23.10.1960 νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από την αδελφή τους Κ. Δ. του Μ., στην οποία το ιδανικό μερίδιο 3/32 εξ αδιαιρέτου, είχε περιέλθει από κληρονομιά του κατά τα ανωτέρω αποβιώσαντος πατέρα της και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν δυνάμει του υπ' αριθ. 15697/22.8.1963 νομίμως μεταγεγραμμένου δωρητηρίου εν ζωή συμβολαίου, με δωρεά εν ζωή από τη μητέρα τους Σ.
χήρα Μ. Δ., στην οποία είχε περιέλθει 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Μ. Δ., Γ) Στον Α. Δ. του Μ. περιήλθε κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Μ. Δ. του Σ. και κατά ποσοστό 3/140 εξ αδιαιρέτου με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. 7861/8.9.1955 συμβολαίου, Δ) Στις Μ.
συζ. Ν. Ρ. και Σ. συζ. Ι. Δ., κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος πατέρα τους Μ. Δ. του Σ. και Ε) Στην Κ. συζ. Δ. Π. κατά ποσοστό 3/140 εξ αδιαιρέτου από αγορά δυνάμει του υπ' αριθ. 7861/8.9.1955 συμβολαίου. Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να γίνει μία ενδελεχής αναφορά, εφαρμογή και εξέταση των ως άνω προσκομιζόμενων τίτλων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα δύο (2) επίδικα ακίνητα που αποτυπώνονται στο από Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Ζ., με τα αριθμητικά στοιχεία 1 και 2 εμπίπτουν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος στους τίτλους των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους. Πιο συγκεκριμένα: Δυνάμει του υπ' αριθ. 25.706/1926 διανεμητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί και τον αρχικό τίτλο της περιουσίας των κληρονόμων Σ. Δ., στην κληρονομιά του τελευταίου περιλαμβάνονται δύο σκληροχώραφα στη θέση "... ...", τα οποία έλαβαν διαιρετά οι κληρονόμοι του.
Ειδικότερα, από τα εν λόγω δύο ακίνητα, τα επίδικα εντοπίζονται στο υπ' αριθ. 1 σκληροχώραφο, το οποίο διαχωρίζεται από το αντίστοιχο υπ' αριθ. 2 με το ... (ισθμό) (βλέπε το τοπογραφικό διάγραμμα "σχέδιο 1", που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ.) και το οποίο (πρώτο σκληροχώραφο) έλαβαν διαιρετώς αφενός μεν ...
Δ. (υπό στοιχείο Β ακίνητο στη μερίδα της - πρώτο επίδικο ακίνητο) και αφετέρου ο Α. Δ. (δεύτερο επίδικο ακίνητο), το οποίο αναφέρεται με τοπωνύμιο "Μέσα ...". Το γεγονός ότι ... Δ. και ο Α. Δ., που απέκτησαν τα ως άνω δύο ακίνητα με τη διανομή του 1926, δεν έλαβαν (με το ίδιο συμβόλαιο) και άλλα ακίνητα στην θέση ..., σε συνδυασμό με το γεγονός της μεταγενέστερης μεταβίβασής τους στα αδέλφια τους Γ.
και Μ. Δ. αντίστοιχα (από τους κληρονόμους των οποίων αγόρασε ακολούθως ο Ι. Γ.), αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο σύγχυσης των επιδίκων με τα παρακείμενα ακίνητα που εντάσσονται στο υπ' αριθ. 2 σκληροχώραφο του ως άνω "... 1". Εξ άλλου, κατά την κατάρτιση των δύο τίτλων κτήσεως του δικαιοπαρόχου των εναγουσών (16.783 και 16.784/1964 συμβόλαια) οι πωλητές των εναγουσών συνομολόγησαν δουλεία διόδου υπέρ των πωλουμένων και εις βάρος των κάτωθι ιδιοκτησιών:
Ακίνητο επί του οποίου βρίσκεται ο τουριστικός ξενώνας και εν συνεχεία τούτο επί των κτημάτων κληρονόμων Ι. Δ., Σ. Μ. Δ.. Η δουλεία αυτή σήμερα είναι η οδός, που έχει καταχωρηθεί σαν δημόσια οδός από την υπηρεσία του κτηματολογίου με ΚΑΕΚ ...ΕΚ00023, όπως αποτυπώνεται ο δρόμος αυτός στο από 18-10-2005 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του επιδίκου, που έχει εκδοθεί από το Κτηματολογικό Γραφείο Σύρου και διέρχεται νότια της ναυτικής βάσης (ΚΑΕΚ ...0901001), ήτοι εντός του υπ' αριθ. 2 σκληροχώραφου.
Το εν λόγω δεύτερο σκληροχώραφο (ανατολικά του λαιμού) έλαβαν διαιρετώς οι ακόλουθοι κληρονόμοι του Σ. Δ.: Γ., Ι., Ι., Μ., Ι., Μ., Α. και Μ.. Τμήματα του ακινήτου αυτού απαλλοτριώθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο για την δημιουργία Ναυτικής βάσης, ενώ τα υπόλοιπα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα αυτού βρίσκονται νότια του άνω δημοσίου δρόμου.
Από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι τα δύο επίδικα ακίνητα αποτελούν δύο τμήματα του ίδιου (πρώτου) σκληροχώραφου, το οποίο ανατολικά σηματοδοτείται με την ύπαρξη του λαιμού (ισθμού), ο οποίος υφίσταται μέχρι σήμερα, αναφέρεται ρητά στους τίτλους που το αφορούν και προσδιορίζει το πρώτο επίδικο, το οποίο κατά την περιγραφή στο ως άνω διανεμητήριο του 1926 συμβόλαιο καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του όλου σκληροχώραφου ενώ το δεύτερο επίδικο είναι το ακίνητο που περιγράφεται στη μερίδα του Α.
Δ., γιατί φέρει τοπωνύμιο "Μέσα ...", τοποθετείται στο βορειοδυτικό άκρο του όλου πρώτου σκληροχώραφου και συνορεύει με το "έτερο ήμισυ και παραλία", γεγονός που πιστοποιεί ότι ήταν το ακρότερο τμήμα και δεν υπήρχε κανένα άλλο όμορο πλην του ετέρου ημίσεως ακινήτου. Όσον αφορά στα όρια του πρώτου επιδίκου η αναφορά ότι βρίσκεται "πλησίον του ετέρου ημίσεως και κτημάτων Α.
Δ., πρέπει να αποδοθεί σε προφανή παραδρομή, καθόσον από τα ακίνητα που έλαβε ο Α. Δ. κατά την διανομή αυτή, μόνο ένα βρισκόταν στην εξεταζόμενη θέση "...", ενώ όλα τα υπόλοιπα βρίσκονταν σε άλλες θέσεις. Κατά συνέπεια των ανωτέρω πρέπει να εκληφθεί ως αληθής και ακριβής περιγραφή του πρώτου επιδίκου ακινήτου, η αναφορά ότι αυτό βρίσκεται "πλησίον του ετέρου ημίσεως ιδιοκτησίας Α.
Δ.", ήτοι του δευτέρου επιδίκου (βλ. κεφ. 2 του διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης). Ας σημειωθεί επίσης, ότι η έκταση των δύο επιδίκων ακινήτων όπως αυτή μετρήθηκε από τον πραγματογνώμονα Σ. Μ., ανέρχεται στο συνολικό εμβαδό των 21.803,20 τ.μ. και προσιδιάζει με την αντίστοιχη που υπολογίστηκε από το Εθνικό Κτηματολόγιο, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται (στην έκταση αυτή) η επιφάνεια μεταξύ ακτογραμμής και εκτιμώμενης γραμμής τους αιγιαλού.
Η εν λόγω έκταση φαίνεται αρχικά να παρουσιάζει μία απόκλιση από την αντίστοιχη που φέρονται, βάση περιγραφής να έχουν τα εν λόγω ακίνητα στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας. Πιο συγκεκριμένα, στο υπ' αριθ. 25.706/1926 συμβόλαιο διανομής το μεν πρώτο επίδικο ακίνητο φέρεται να έχει έκταση "ημισείας ζευγαριάς", το δε δεύτερο επίδικο "ενός στρέμματος ή όσης εκτάσεως επιπλέον κι αν είναι τούτο", ενώ στους τίτλους, δυνάμει των οποίων κατέστη κύριος των επιδίκων ο δικαιοπάροχος των εναγουσών I.
Γ. (16.782/15-5- 1964 και 16.783/15-5-1964 συμβόλαια αγοράς) και τα δύο επίδικα ακίνητα φέρονται να έχουν έκταση "ενός στρέμματος ή όσης εκτάσεως επί πλέον και αν είναι τούτα". Η αναφορά του εμβαδού σε όλους τους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας γινόταν, ελλείψει υποχρέωσης προσκόμισης τοπογραφικού διαγράμματος την εποχή εκείνη, κατ' εκτίμηση από τους συμβαλλόμενους, γεγονός που περιορίζει την αξιοπιστία των σχετικών μετρήσεων.
Το γεγονός εξ άλλου ότι οι εν λόγω μετρήσεις συνοδεύονται από αόριστες προσδιοριστικές έννοιες ("ή όσης εκτάσεως επιπλέον και αν είναι τούτο"), αίρουν σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία τους και καθιστούν επισφαλή τα αποτελέσματα που κομίζουν. Επομένως, ως κρίσιμο κριτήριο για την πιστοποίηση της ταυτότητας ενός ακινήτου δεν θα πρέπει να υιοθετείται (μόνο) η έκτασή του, όπως αυτή προκύπτει από την σύγκριση των παλιών και των πιο πρόσφατων τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά τα όριά του που, εφόσον προσδιορίζονται κατά τρόπον αναντίρρητο επιτρέπουν την ακριβή μέτρησή τους.
Από την εκτενή και εμπεριστατωμένη παράθεση των ανωτέρω τίτλων ιδιοκτησίας, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα είναι δύο διαιρετά τμήματα του πρώτου ως άνω σκληροχώραφου, το οποίο εκτείνεται από τον "..." και φθάνει μέχρι την θέση "Μέσα ..." ήτοι το δυτικότερο όριο όλης της αρχικής ιδιοκτησίας του Σ. Δ., η δε έκταση των δύο επιδίκων ακινήτων δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την ανωτέρω αναφερόμενη (ήτοι το πρώτο επίδικο 10.901 τ.μ.
και το δεύτερο 10.902 τ.μ.), καθόσον σαν όριό τους αναφέρεται διαχρονικά σε όλους του τίτλους η θάλασσα. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., ο οποίος στο συμπέρασμά του καταλήγει ότι "τα επίδικα είναι αυτά που αναφέρονται στους άνω τίτλους που τα αφορούν και δεν μπορούν να είναι άλλα, γιατί αποτελούν δύο τμήματα που πρώτου σκληροχωραφίου που ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα από τον "..." και η έκτασή τους δεν μπορεί να είναι άλλη, αφού τα υπόλοιπα όριά τους είναι η θάλασσα".
Αντίθετα η τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Γ. δεν κρίνεται πειστική, αφού στο συμπέρασμά της δέχεται ότι τουλάχιστον τμήμα των επιδίκων εμπίπτει στο αρχικό διανεμητήριο συμβόλαιο του 1926, πλην όμως αδυνατεί να οριοθετήσει το ακίνητο των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, ζητώντας νέα πραγματογνωμοσύνη.
Σε κάθε περίπτωση η τεχνική έκθεση αναφέρεται μόνο στο διανεμητήριο συμβόλαιο του 1926 και όχι στα μεταγενέστερα συμβόλαια του 1964 των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, με τα οποία είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία στην περίπτωση ιδιωτικών καθαρών γαιών. Με βάση λοιπόν, την παραπάνω ακολουθία τίτλων αποδεικνύεται ότι τα επίδικα αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία και οι ενάγουσες έχουν νόμιμα καταστεί συγκύριες κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου η καθεμία των επιδίκων αυτών ακινήτων με παράγωγο τρόπο, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά τους (αλλά και των δικαιοπαρόχων τους) να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνική Δημόσιο.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, νεμήθηκαν διαδοχικά τα επίδικα, με την θέληση να τα εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ7 ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτων και ιδίως του εναγομένου, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ' αυτά όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και στην μορφολογία τους συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον από το έτος 1926 και εντεύθεν, επιβλέποντας και καλλιεργώντας τμήματα αυτών και κάνοντας χρήση των επιδίκων ως βοσκότοπων.
Επιπλέον προέβησαν στη σύσταση δουλείας διόδου σε βάρος των ακινήτων που βρίσκονταν ανατολικά του "Λαιμού", κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στα ακίνητά τους μέσω του υπάρχοντος ισθμού, ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγουσών I. Γ., αμέσως μετά την αγορά των επιδίκων ακινήτων, τοποθέτησε σε ευκρινές σημείο αυτών πινακίδα, στην οποία ανέγραφε "...", χωρίς ουδέποτε, όπως προαναφέρθηκε να ενοχληθεί από όργανα ή υπηρεσίες του εναγομένου και από τον θάνατο του στις 8-6-1987 και την αποδοχή της κληρονομιάς από τις ενάγουσες, οι τελευταίες ασκούσαν τις ίδιες πράξεις νομής επί των επιδίκων, συνεχίζοντας έτσι, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα, την ανεπίληπτη νομή του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, επιβλέποντας τα ακίνητα, αποδεχόμενες την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους, καταβάλλοντος φόρο κληρονομιάς και ασκώντας την κρινόμενη αγωγή.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκύριες των επιδίκων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από αυτές και με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον χρόνο της δικής τους νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης το εναγόμενο προέβαλε δικαιώματα ως προς τα επίδικα που έλαβαν ΚΑΕΚ ...901002/0/0, ισχυριζόμενο ότι αυτά αποτελούν χορτολιβαδική έκταση και στο κτηματολογικό βιβλίο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 4733/13- 12-2005 έκθεση της δασολόγου Α. Π. - Β. τα επίδικα αποτελούν χορτολιβαδική έκταση που αποτελούν μικρή χερσόνησο, το έδαφος είναι αβαθές και κατά θέσεις βραχώδες, η κλίση είναι γενική ήπια έως μέτρια, στα δυτικά του χαμηλά υπάρχει μια μικρή βαθμίδα και εντός αυτού φύονται στα βορειοδυτικά λίγοι σχίνοι.
Επιπλέον, με την από 30-4-2010 έκθεση του γεωλόγου Η. Ν., τα εν λόγω επίδικα δεν φέρουν στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας και είναι ακατάλληλα για βοσκή ζώων. Εν τούτοις, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της έκτασής τους ως χορτολιβαδικής απεδείχθη ότι τα επίδικα ανήκαν στους δικαιοπαρόχους των εναγουσών και αναφέρονταν στους προαναφερόμενους τίτλους ως "σκληροχώραφο".
Αντίθετα, το εναγόμενο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα των επιδίκων, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτά (επίδικα) ετύγχαναν κτήματα Οθωμανών, τα οποία εγκαταλείφθηκαν από αυτούς ή ότι καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν- εναγόμενο.
Σημειώνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε στην νομική σκέψη, σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Σύρος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7 Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των "καθαρής ιδιοκτησίας" ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου και επομένως τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει καθόσον πρόκειται στην εν λόγω περίπτωση, περί γης καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις, που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου (ΟλΑΠ 1/2013), το οποίο όμως δεν συμβαίνει, κατά τα παραπάνω, στην προκειμένη περίπτωση.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ήταν δημόσιοι βοσκότοποι ή λιβάδια πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1333 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν - εναγόμενο, ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στα επίδικα.
Κατά συνέπεια, τα ως άνω ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί των επιδίκων, που βρίσκονται στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, κτηθείσης ( εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Επίσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του ως αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή ως κτήματα επί των οποίων δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10- 7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) τα επίδικα κατέστησαν αδέσποτα και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δια εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα επίδικα υπήρξαν ποτέ αδέσποτα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζοντο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απωτάτους) των εφεσιβλήτων - εναγουσών.
Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι τα επίδικα συνιστούν χορτολιβαδική έκταση, χωρίς να διαπιστώνονται ποτέ ίχνη καλλιέργειας, δεν αποδεικνύεται, καθόσον από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγουσών Γ.
Δ., προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών είχαν αναθέσει την καλλιέργεια των επιδίκων σε τρίτους, καθώς και τη βοσκή ζώων σε αυτά, υπήρχε μάλιστα εντός των επιδίκων μικρό οίκημα, ως στάβλος, καθώς και πινακίδα ιδιοκτησίας, ενώ οι ενάγουσες απεδέχθησαν την κληρονομιά και κατέβαλαν το σχετικό φόρο κληρονομιάς, συνεχίζοντας την επίβλεψη των επιδίκων.
Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου Α. Β., η οποία παραδέχθηκε την ύπαρξη βαθμίδας και ξερολιθοδομής, που μαρτυρεί καλλιέργεια και ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά κατέθεσε ότι στην αυτοψία που διενήργησε διαπίστωσε ότι τα επίδικα δεν είναι καλλιεργημένα, χωρίς να γνωρίζει τι έχει γίνει στο παρελθόν.
Επομένως απεδείχθη ότι τα επίδικα δεν αποτελούν χορτολιβαδική έκταση αλλά αντίθετα αποτελούσαν ανέκαθεν ιδιωτικά ακίνητα, τα νέμονταν οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοι τους με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο και απέκτησαν την συγκυριότητά τους με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο περί χορτολιβαδικής έκτασης των επιδίκων και μη απώλειας της κυριότητος τους με χρησικτησία, με τους σχετικούς λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής τα επίδικα καταχωρήθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Σύρου, στα οικεία Κτηματολογικά Βιβλία, με αριθμό ΚΑΕΚ ...901002/0/0 με ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά τα προαναφερόμενα αυτά ανήκουν στην συγκυριότητα των εναγουσών, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από αυτές.
Ωστόσο, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, προκύπτει ότι η ανωτέρω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγουσών επί των ακινήτων αυτών. Κατά συνέπεια η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, με τις ορθές και νόμιμες αιτιολογίες, που συμπληρώθηκαν κατά τα προαναφερόμενα και στη συνέχεια δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν,...
ορθά εφάρμοσε το νόμο νόμο εκτίμησε τις αποδείξεις...... Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκε η συγκυριότητά τους επί των επιδίκων εκτάσεων και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες και δεν είχαν πεδίο εφαρμογής, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα "ετύγχαναν κτήματα Οθωμανών, τα οποία εγκαταλείφθηκαν από αυτούς ή ότι καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών, ...
ή ότι αποτελούσαν δάσος, αιγιαλό, κοινόχρηστα, βοσκές ή εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα..., δημόσιοι βοσκότοποι ή λιβάδια πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12 1833, αδέσποτα ή χορτολιβαδικές εκτάσεις", ενώ αποδείχθηκε ότι "αυτά ανήκουν στην περίπτωση γης καθαρής ιδιοκτησίας, είναι καλλιεργήσιμα ιδιωτικά ακίνητα, μη εξουσιαζόμενα πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες ....
και ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο [αναιρεσείον] προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επ' αυτών", επί πλέον δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα τόσο ως προς τους περί ιδίας κυριότητας προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, όσο και ως προς τον χαρακτήρα των επιδίκων ως ιδιωτικών εκτάσεων και των επαλλήλως αναφερομένων (παραγώγου και πρωτοτύπων) τρόπων κτήσης της επ' αυτών κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος και ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 2043/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι την υπ' αριθ. 4733/2005 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης δασών Νομού Κυκλάδων, τις φωτογραφίες των επιδίκων και την από 30-4-2010 τεχνική έκθεση του γεωλόγου Η.
Ν.-Ζ. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι νομότυπα προσεκόμισε, εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: "...
από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης.
Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβολών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016). Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), έπρεπε να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής των τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς ιδίας κυριότητάς του επί των επιδίκων ακινήτων.
Σύμφωνα όμως με όσα προεκτίθενται, το Εφετείο, εκτιμώντας ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και απορρίπτοντας αυτούς ως αναπόδεικτους, για τους λεπτομερώς εκτιθέμενους στην απόφασή του λόγους, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητες-ενάγουσες, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 18/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ