Legislator Case Law & Legislation
1182/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague violation of substantive law without specific legal error citation.

Case Number 1182/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding her academic status. The appellant argued the lower court erred in interpreting specific statutes concerning university faculty members, but failed to explicitly cite the violated substantive law or define the specific legal error. The court ruled that such a vague argument constitutes an inadmissible ground for appeal under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 para. 1 lit. a C.P.D.; An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the specific legal provision violated and the precise nature of the judicial error are not clearly identified in the appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law violation vague legal argument Code of Civil Procedure specific legal error academic status university faculty

Cited Legislation

AI generated
Art. 57 A.K.
Art. 59 A.K.
Art. 914 A.K.
Art. 920 A.K.
Art. 932 A.K.
Art. 559 no. 1 para. 1 lit. a C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 191 para. 2 C.P.D.
Art. 495 para. 4 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
1992/2008 decision of the Athens Administrative First Instance Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1182 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1182/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου., Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Οικονόμου.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-4-2006, 22-2-2007, 8-3-2007, 18-4-2007 και 20-4-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, των ήδη μη διαδίκων Α. Τ., Ε. Κ., Θ. Ε. και της ήδη αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 567/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 27-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.

το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Εξάλλου κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (Α.Π.34/2010).

Τέλος κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.

Α.Κ. Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.

ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, έγιναν δεκτά τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ..../19-7-1995 απόφαση του πρύτανη του ΕΚΠΑ...

η ενάγουσα της από 3-4-2006 αγωγής [ήδη αναιρεσίβλητη] εκλέχθηκε ως μέλος ΔΕΠ στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ως άνω ιδρύματος με τριετή θητεία. Με την από 16-9-1998 αίτησή της προς τη γραμματεία του τμήματος ζήτησε να μονιμοποιηθεί στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή...

Η γενική συνέλευση του ως άνω τμήματος με την από 29-10-1998 απόφασή της συγκρότησε το αρμόδιο για την κρίση εκλεκτορικό σώμα, το οποίο με την από 4-11-1998 απόφασή του όρισε τριμελή εισηγητική επιτροπή για την εν λόγω κρίση. Μέλη της εισηγητικής επιτροπής ορίσθηκαν ο καθηγητής Ε. Κ. (συντονιστής) [τρίτος εναγόμενος της ίδιας αγωγής και ήδη μη διάδικος], ο καθηγητής Κ.

Μ. [πέμπτος εναγόμενος της ίδιας αγωγής και ήδη μη διάδικος] και η αναπληρώτρια καθηγήτρια Μ. Τ. [τέταρτη εναγομένη της ίδιας αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα], στους οποίους κοινοποιήθηκε η σχετική απόφαση και τους διαβιβάστηκαν οι εργασίες και το αναλυτικό υπόμνημα της υποψήφιας, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθμ.

πρωτ..../5-11-1998 έγγραφο του προέδρου του ανωτέρω τμήματος Θ. Ε. [πρώτου εναγομένου της ίδιας αγωγής και ήδη μη διαδίκου]. Η ανωτέρω επιτροπή αξιολόγησε λίαν ευνοϊκώς το επιστημονικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο της υποψήφιας και με την από 2-12-1998 έκθεσή της που υπέβαλε αρμοδίως στις 14-12-1998 πρότεινε ομόφωνα τη μονιμοποίησή της στην προαναφερθείσα βαθμίδα.

Η Μ. Τ. είχε αναλάβει τη σύνταξη της έκθεσης, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται οι τίτλοι σπουδών και η εκπαιδευτική και επαγγελματική εμπειρία της υποψήφιας με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι είχε πλούσια και πολύπλευρη εκπαιδευτική εμπειρία σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού, ότι είχε εργασθεί ως σύμβουλος σε θέματα εκπαιδευτικά και ψυχολογικά σε πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού, ότι είχε διδάξει σε αμερικανικά πανεπιστήμια σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, καθώς και στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, στην εξομοίωση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκαπίδευσης και ότι είχε συμμετάσχει σε πολλά προγράμματα των ΠΕΚ για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

Στην ίδια έκθεση παρατίθενται επίσης στοιχεία για τη συμμετοχή της υποψήφιας σε συνέδρια, συμπόσια, ειδικά επιστημονικά σεμινάρια και ερευνητικά προγράμματα, καθώς επίσης και επιστημονικές εργασίες και δημοσιεύματά της (βιβλία, εισαγωγές σε βιβλία, βιβλία υπό έκδοση, ερευνητικές μελέτες και άλλες δημοσιεύσεις).

Η εισηγητική επιτροπή την αξιολόγησε επί λέξει ως εξής: "οι προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές της... είναι εξαιρετικά σημαντικές και επαρκείς και διαθέτουν το απαιτούμενο εύρος που προϋποθέτει το γνωστικό αντικείμενο της Κοινωνικής Ψυχολογίας... (η υποψήφια) καταπιάνεται με πολύ δύσκολους και απαιτητικούς επιστημονικούς τομείς, όπως είναι ο τομέας των διαφυλικών σχέσεων, οι κοινωνικοπολιτικοί ρόλοι των δύο φύλων και γενικότερα ο τομέας της Κοινωνικής Ψυχολογίας, στον οποίο η υποψήφια δραστηριοποιείται ως Ερευνήτρια"... "το συγγραφικό-επιστημονικό-ερευνητικό έργο της κρίνεται τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και από πλευράς ποσότητας επαρκές και ικανοποιητικό.

Το βιβλίο της ‘ ...’ είναι καινοτόμο και εντυπωσιάζει για την καθαρότητα, την επιστημονική τεκμηρίωση και τη βαθιά γνώση του αντικειμένου"... "πέρα από την πολύ καλή επιστημονική της κατάρτιση και τις άριστες διδακτικές της ικανότητες... η (υποψήφια) διακρίνεται για την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική της δραστηριότητα, ουσιαστική βέβαια, για τους επιμέρους τομείς της Κοινωνικής Ψυχολογίας που θεραπεύει"... "ενώ κατέχει και εφαρμόζει πολύ καλά την έρευνα πεδίου, όμως οι αξιόλογες ερευνητικές της προσπάθειες ιδιαίτερα των τελευταίων χρόνων γύρω από σύγχρονα και καινοτόμα θέματα δεν έχουν δημοσιευθεί σε ανάλογα επίσημα επιστημονικά μέσα, παρά μόνο στον τύπο και έχουν ανακοινωθεί στα ΜΜΕ".

Η ως άνω επιτροπή, συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω, δηλαδή "την αξιόλογη επιστημονικη κατάρτιση της υποψήφιας, τις εξαιρετικές διδακτικές της ικανότητες, το ερευνητικό της έργο, το οποίο όμως θα έπρεπε να δημοσιευθεί οπωσδήποτε και να προσανατολιστεί στην εκπαιδευτική πραγματικότητα, καθώς επίσης και τη συνεργατική και δημιουργική της διάθεση", κατέληξε όμοφωνα υπέρ της μονιμοποίησής της στην ως άνω βαθμίδα.

Στη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος της 1-4-1999 η υποψήφια εμφανίστηκε και υποστήριξε την υποψηφιότητά της και απάντησε σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων των παρευρισκόμενων μελών σχετικά με το επιστημονικό της έργο. Επί πλέον ο πρόεδρος του τμήματος Θ. Ε. διατύπωσε εκεί την άποψη ότι δεν είχε σαφές βιογραφικό υπόμνημα και ότι η υποψήφια δεν είχε καταθέσει πλήρη φάκελο με τις παλαιές και τις σύγχρονες εργασίες της.

Με την από 17-5-1999... αίτηση προς τον ως άνω πρόεδρο, η ενάγουσα υποψήφια ζητούσε τη διόρθωση των πρακτικών της συνεδρίασης, μεταξύ των οποίων εκείνη που αναφερόταν στη συμπλήρωση στα πρακτικά της απάντησής της για τις ελλείψεις του φακέλου της, δηλαδή ότι εκείνη είχε απαντήσει ως εξής στον πρόεδρο του τμήματος "...κύριε πρόεδρε, ενάμιση μήνα πριν από τη διαδικασία της μονιμοποίησής μου, μου τηλεφώνησε η κυρία Σ.

και με παρακάλεσε να πάω στο γραφείο της και να παραλάβω τους δύο φακέλους από την πρώτη και δεύτερη εκλογή μου που περιελάμβαναν όλο το υλικό με εργασίες, διατριβές και βιβλία και τους οποίους έχω καταθέσει. Επίσης μου είπε ότι για όλους το κάνουμε αυτό γιατί δεν υπάρχει χώρος". Ωστόσο η ενάγουσα υποψήφια δεν προέβη όπως όφειλε στην επανάληψη κατάθεσης πλήρους φακέλου στη γραμματεία του πανεπιστημίου, προς απόδειξη και αξιολόγηση όλων όσων ανέφερε στο αναλυτικό της υπόμνημα, δεδομένου ότι, εκτός από την εισηγητική επιτροπή, ζήτησαν να τον μελετήσουν και άλλα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, όπως ο ως άνω πρόεδρος του τμήματος.

Ούτε η ίδια επικαλείται ούτε προσκομίζει πλήρη φάκελο με το αναλυτικό υπόμνημα που είχε αρχικώς καταθέσει προς κρίση μαζί με τις εργασίες της, ενώπιον του δικαστηρίου, παρά μόνο επικαλείται και προσκομίζει άλλο αναλυτικό υπόμνημα που συνέταξε το 2005, δηλαδή μεταγενέστερα, καθώς και ένα ανυπόγραφο απόσπασμα βιογραφικού, από το οποίο δεν προκύπτει αν πρόκειται πράγματι για απόσπασμα του υποβληθέντος προς κρίση αναλυτικού βιογραφικού της.

Το ίδιο δέχθηκε και η υπ’ αριθμ.40541/2008, 41400/2008 και 42763/2008 απόφαση του Θ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην προαναφερθείσα συνεδρίαση αποφασίστηκε τελικά κατά πλειοψηφία η μη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή με μειοψηφία των τριών μελών της εισηγητικής επιτροπής. Με την υπ’ αριθμ.3618/4-6-1999 διαπιστωτική πράξη της αρμόδιας πρυτανικής αρχής η ενάγουσα αυτοδικαίως αποχώρησε από την υπηρεσία της συνεπεία της ως άνω κρίσης.

Κατά της ως άνω απόφασης του εκλεκτορικού σώματος η ενάγουσα υποψήφια άσκησε αίτηση ακύρωσης και με την υπ’ αριθμ.713/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε η ως άνω κρίση του για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που συνίστατο στο ότι δεν είχε κοινοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο στην ενάγουσα η έκθεση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής.

Η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ΕΚΠΑ για επανάληψη της διαδικασίας της κρίσης με την τήρηση του ως άνω απαιτούμενου ουσιώδους τύπου. Στο μεταξύ η ενάγουσα υποψήφια είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την υπ’ αριθμ.καταθ.4674/24-7-2000 αγωγή της κατά του μέλους της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής Μ Τ. για οφειλή ποσού 1.000.000 δραχμών από σύμβαση δανείου.

Η ως άνω αγωγή δεν συζητήθηκε διότι η ως άνω εναγομένη κατέβαλε το ποσό και η διαφορά επιλύθηκε εξώδικα, σύμφωνα με το από 30-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με την υπ’ αριθμ. ...24-5-2001 αίτησή της η ενάγουσα ζήτησε ν’ αναλάβει καθήκοντα επίκουρης καθηγήτριας στο ως άνω τμήμα του πανεπιστημίου, να της χορηγηθεί σχετική βεβαίωση και να ενημερωθούν σχετικά οι οικείες οικονομικές υπηρεσίες.

Ακολούθως εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. πρωτ..../28-5-2001 έγγραφο του προέδρου του ως άνω τμήματος, με το οποίο αφενός κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν η προαναφερθείσα από 2-12-1998 έκθεση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής, αφετέρου της γνωστοποιήθηκε ότι η κρίση της θα επαναλαμβανόταν στη συνεδρίαση της 14-6-2001 και ότι θα μπορούσε είτε να παραστεί αυτοπροσώπως σ’ αυτή προς ανάπτυξη των απόψεών της είτε να υποβάλει σχετικό υπόμνημα.

Δεν της χορηγήθηκε όμως βεβαίωση εκ νέου ανάληψης υπηρεσίας στη θέση που κατείχε πριν την αυτοδίκαιη αποχώρησή της αλλά με το υπ’ αριθμ..../25-5-2001 έγγραφο προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το τμήμα έθετε σχετικό ερώτημα εάν η ως άνω υποψήφια είχε δικαίωμα ν’ αναλάβει καθήκοντα. Με το υπ’ αριθμ.

πρωτ....28-5-2001 έγγραφο του τμήματος ενημερώθηκε σχετικά και η ενδιαφερόμενη. Με το υπ’ αριθμ. πρωτ....01.2.1/12-6-2001 έγγραφο που απευθυνόταν στον τότε πρόεδρο του τμήματος Α. Τ. [δεύτερο εναγόμενο της από 3-4-2006 αγωγής και ήδη μη διάδικο] η ανεξάρτητη διοικητική αρχή "Συνήγορος του Πολίτη", μετά από σχετική αναφορά της υποψήφιας, ζήτησε απ’ αυτόν να συμμορφωθεί στην ως άνω ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε μετά την ακύρωση της από 1-4-1999 αρνητικής κρίσης να αναβιώσουν οι κατά το νόμο προϋποθέσεις της επικείμενης νέας κρίσης και να βεβαιωθεί η εκ νέου ανάληψη υπηρεσίας από την υποψήφια στη θέση επίκουρου καθηγητή που κατείχε μέχρι την ως άνω αυτοδίκαιη αποχώρησή της.

Στις 13-6-2001 το τμήμα έλαβε από την πρυτανεία με fax τη γνωμοδότηση του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος, την οποία απεδέχθη και ο πρύτανης, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "(η νέα κρίση), ως συνέπεια της απόφασης του δικαστηρίου, προς την οποία το εκλεκτορικό σώμα υποχρεούται να συμμορφωθεί, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε κίνηση επανένταξής της στο Τμήμα, δοθέντος ότι σε περίπτωση ευνοϊκής κρίσης, η επανένταξή της θα είχε αναδρομικό χαρακτήρα.

Δεδομένου δε ότι επίκειται η νέα κρίση σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, ...η Διοίκηση αμέσως μετά θα προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ανάλογα με το αποτέλεσμα της κρίσης". Έτσι στις 14-6-2001 επαναλήφθηκε η διαδικασία της κρίσης της ενάγουσας για τη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του μόνιμου επίκουρου καθηγητή στο γνωστικό αντικείμενο "...", όπου με 25 ψήφους κατά και μία λευκή το εκλεκτορικό σώμα απεφάνθη πάλι υπέρ της μη μονιμοποίησής της στη βαθμίδα αυτή.

Λόγω της νέας αυτής αρνητικής κρίσης, η ενάγουσα δεν ανέλαβε τα καθήκοντά της ως επίκουρης καθηγήτριας... Στην ίδια συνεδρίαση της 14-6-2001 η Μ. Τ. απουσίαζε και απέστειλε επιστολή στην οποία ανέφερε επί λέξει και τα εξής: "...Το συγγραφικό της έργο είναι πολύ περιορισμένο, εκτός από ένα βιβλίο, την ..., δε φαίνεται να έχει οποιοδήποτε άλλο συγγραφικό έργο.

Στο φάκελό της έχει καταθέσει τρία βιβλία-’ σημειώσεις’ και ένα βιβλίο-’ φάκελο’ , τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν συγγράμματα και ακόμη, το περιεχόμενό τους, στο μεγαλύτερο μερος αυτούσιο, έχει χρησιμοποιηθεί για τη συγγραφή του βιβλίου ‘ ...’ ". Το βιβλίο-φάκελος αναφέρεται στην εργασία με τίτλο "..." και τα βιβλία-σημειώσεις αναφέρονται στις σημειώσεις με τους τίτλους " ...", "..." και "...".

Με τον ισχυρισμό ότι το βιβλίο-φάκελος και τα βιβλία-σημειώσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν συγγράμματα, που αποτελεί αξιολογική κρίση, η Μ. Τ. γνώριζε ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της υποψήφιας, αφού εμφάνιζε ως ανεπαρκές το συγγραφικό της έργο, και το αποδέχθηκε. Ωστόσο ο άδικος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της και περαιτέρω το παράνομο αυτής αίρονται από το γεγονός ότι αυτή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς εκπλήρωση νομίμου καθήκοντός της, ήτοι ως μέλος του εκλεκτορικού σώματος, στην προσπάθεια αιτιολόγησης της αρνητικής θέσης της, παρόλο που ερχόταν σε οξεία αντίθεση με προηγούμενες ευνοϊκές αναφορές της, χωρίς να αποκλείεται τέτοιο δικαίωμά της, διατυπώνοντας αξιολογική κρίση στο πλαίσιο νόμιμης διαδικασίας κρίσης της υποψήφιας, δεκτού γενομένου του νομίμου κατ’ άρθρο 367 παρ.1 Π.Κ.

σχετικού ισχυρισμού της ως ουσία βασίμου. Εξάλλου ο ισχυρισμός της αυτός δεν περιέχει ούτε τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού δεν αφορά σε συγκεκριμένο ψευδές γεγονός αλλά σε αξιολογική κρίση του αδημοσίευτου συγγραφικού έργου της υποψήφιας, με τον τρόπο δε και υπό τις συνθήκες που εκφράστηκε δεν ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι επεδίωκε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας.

Επομένως οι σχετικές νόμιμες κατ’ άρθρο 367 παρ.2 Π.Κ. αντενστάσεις της ενάγουσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Αντίθετα ο ισχυρισμός της Μ Τ. ότι το συγγραφικό έργο της υποψήφιας περιοριζόταν σε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο " ..." και ότι δεν φαινόταν να έχει οποιοδήποτε άλλο συγγραφικό έργο, εννοώντας σαφώς άλλο δημοσιευμένο βιβλίο, αναφέρεται σε γεγονός το οποίο εν γνώσει της ήταν ψευδές, αφού η ίδια είχε προλογίσει, δύο χρόνια πριν το έτος 1999, βιβλίο της υποψήφιας και συγκεκριμένα τη μονογραφία της υπό τον τίτλο "...", έκδοση Καστανιώτη, το οποίο στην εισηγητική έκθεση του 1998 αναφερόταν ως υπό έκδοση βιβλίο υπό τον τίτλο "...".

Στο δε πρόλογό της είχε αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η υψηλή διάσταση της μελέτης της ήταν απόρροια της υπευθυνότητας με την οποία είχε ασχοληθεί με το θέμα, καθώς και ότι η μονογραφία της με τίτλο "..." παρουσίαζε πολλές αρετές που συνοψίζονταν στη σφαιρική θεώρηση και την εις βάθος διερεύνηση του γυναικείου ζητήματος.

Στη δε συνεδρίαση της 1-4-1999 είχε άλλωστε υποστηρίξει ότι για τα δικά της επιστημονικά κριτήρια η υποψήφια είχε δύο εργασίες και δύο βιβλία. Με αυτόν τον ισχυρισμό της, που ήταν εν γνώσει της ψευδής, η Μ. Τ. γνώριζε ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αφού την εμφάνιζε να έχει εκδώσει ένα μόνο βιβλίο κατά το έτος 2001, ενώ ήδη είχε εκδώσει δύο βιβλία, και το θέλησε.

Συνεπώς προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητα της υποψήφιας με συκοφαντική δυσφήμηση και εν γνώσει της διέδωσε αναληθείς ειδήσεις που έθεσαν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της τελευταίας. Εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της και της ανωτέρω αδικοπραξίας, η ενάγουσα της από 3-4-2006 αγωγής υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η τέταρτη εναγομένη της οφείλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, όπως καθορίζεται συνολικά στη συνέχεια...

Κατά της απόφασης της συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος της 14-6-2001 η ενάγουσα άσκησε αίτηση ακύρωσης και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθ.984/2005 απόφασή του την ακύρωσε λόγω έλλειψης νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας και συγκεκριμένα για το ότι το εκλεκτορικό σώμα επηρεάσθηκε σημαντικά από τις αρνητικές τοποθετήσεις των μελών της εισηγητικής επιτροπής κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, οι οποίες όμως ήταν αναιτιολόγητες και έρχονταν σε οξεία αντίθεση με την αρχικώς διατυπωθείσα από αυτά και μάλιστα ομοφώνως κρίση τους στην από 2 Δεκεμβρίου 1998 εισηγητική τους έκθεση.

Οι δε αποσπασματικές αξιολογήσεις από άλλα μέλη του εκλεκτορικού σώματος δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν την έλλειψη της νομίμου και επαρκούς αιτιολογίας, αφού στην απόφαση εν τέλει δεν γινόταν ούτε λεπτομερής και συστηματική παράθεση και αξιολόγηση ολόκληρου του έργου της υποψήφιας ούτε παράλληλη επισήμανση των συγκεκριμένων ελλείψεων που αυτό παρουσίαζε κατά τομείς.

Με την ανωτέρω απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέπεμψε την υπόθεση στο ΕΚΠΑ για νέα νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση της υποψήφιας. Εν τω μεταξύ η ενάγουσα υποψήφια συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή του Μ. Τ. "... Τύπος" στις ...2003, όπου εκείνη ισχυρίσθηκε ενώπιον του δημοσιογράφου, των καλεσμένων της εκπομπής και του τηλεοπτικού κοινού, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "...Η μη μονιμοποίησή μου στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών ήρθε ως φυσικό επακόλουθο της ένοχης και αιρετικής γνώσης που μετέδιδα στους δασκάλους του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά και ως τιμωρία από το κομματικό διευθυντήριο του Παιδαγωγικού Τμήματος.

Θέλω να εξηγήσω ότι το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι η γιάφκα του .... Άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν τα σημαντικά και ουσιαστικά προσόντα να βρίσκονται σε πανεπιστημιακό επίπεδο, με την κάλυψη του κομματικού μηχανισμού και ιδιαίτερα του Προέδρου του Τμήματος, μπορούν να βρεθούν σε όποιες θέσεις εκείνος αποφασίζει.

Όμως το δικό μου το λάθος, σύμφωνα με τον Πρόεδρο και τα μέλη ΔΕΠ, ήταν ότι παραβίασα τους βασικούς κανόνες του κόμματος. Δηλαδή έφυγα από τον κομματικό μηχανισμό και έγινα υποψήφια σε ένα άλλο κόμμα. Έτσι, λοιπόν, ο Πρόεδρος με κάλεσε και μου είπε, ότι ‘ αυτό θα το πληρώσεις, είσαι προδότρα. Δεν μπορείς να είσαι μέσα στον δικό μας χώρο’ και έτσι σαν επακόλουθο ήρθε η μη μονιμοποίησή μου από το Παιδαγωγικό Τμήμα...

Πιεζόμεθα όλα τα μέλη ΔΕΠ, είτε ανήκαν στο ... είτε ανήκαν σε άλλα κόμματα, επειδή ο Πρόεδρος είχε το μαχαίρι, είχε και το πεπόνι... Αυτός αποφάσιζε πόσα βιβλία θα δοθούν, πόσα χρήματα θα πάρουν. Πρέπει να σας πω, ότι ο κάθε καθηγητής εκεί μέσα έκανε πάνω από 100.000.000 σε δύο χρόνια, με την εξομοίωση, γιατί ο κ. Ε.

είχε όλο το πρόγραμμα της εξομοίωσης... 100.000.000 ο καθένας. Υπάρχουν αυτά, από την εξομοίωση των δασκάλων. 45.000 δάσκαλοι εξομοιώθηκαν και εξομοιώνονται... Πληρώθηκαν και αγοράστηκαν τα βιβλία και μάλιστα αγοράστηκαν βιβλία των εκδοτών που είχαν εκδώσει άνθρωποι και για να μην πάρουν οι εκδότες τα χρήματα, αφαιρούσαν ένα κεφάλαιο από το βιβλίο και παρουσιαζόταν ως καινούργιο βιβλίο...

Κύριε Ε., εσείς ξέρετε πολύ καλά, πως τα άλλα μέλη ΔΕΠ, μέσα στο Παιδαγωγικό Τμήμα, έχουν εξελιχθεί. Τα ξέρετε, ξέρετε ότι έχουν εξελιχθεί στην πρώτη βαθμίδα με ένα βιβλίο, ξέρετε και από τον ίδιο σας τον εαυτό, κύριε Ε.. Ξέρετε και από τον ίδιο σας τον εαυτό, ότι γίνατε α’ βαθμίδα με ένα βιβλίο. Με ένα βιβλίο γίνατε.

Μπορείτε να το αμφισβητήσετε αυτό, κύριε Ε.; Η κ. Γ. δεν έγινε με ένα βιβλίο α’ βαθμίδα; Ποιους άλλους θέλετε να φέρω; Έχω όλα τα πρακτικά..."... Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ.984/2005 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ενάγουσα υποψήφια με το από 30 Μαΐου 2005 έγγραφό της προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς την Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ζήτησε να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα ως επίκουρη καθηγήτρια στο προαναφερθέν τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών από το οποίο είχε αποχωρήσει.

Στο εν λόγω έγγραφό της αναφέρει και την εξής φράση: "Επειδή είναι πια ολοφάνερη και οργανωμένη η επαγγελματική μου δίωξη", χωρίς να συνάγεται αναφορά της σε συγκεκριμένα πρόσωπα από το σύνολο του κειμένου του ανωτέρω εγγράφου. Η ανωτέρω φράση της, λόγω της γενικότητάς της, δεν ήταν ικανή να προσβάλει ούτε προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του Α.

Τ., του Ε. Κ. και της Μ Τ. ούτε εξέθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του συνολικού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου για το αίτημα επανόδου της στο ως άνω τμήμα, πράγμα που δεν εξαρτιόταν από τους ως άνω ενάγοντες... Εξάλλου ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, με το υπ’ αριθμ.

πρωτοκ..../2-6-2005 έγγραφό του προς τον τότε πρόεδρο του τμήματος Α. Τ., εκτός από την επίσπευση της επαναληπτικής διαδικασίας κρίσης της ενάγουσας υποψήφιας, ζήτησε να γίνει δεκτό το αίτημά της και να αναλάβει καθήκοντα με το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την αρνητική της κρίση. Στις 8 Ιουνίου 2005 η ενάγουσα ανέλαβε καθήκοντα, τουλάχιστον τυπικά, στο ανωτέρω τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στις 16 Ιουνίου 2005 το τελευταίο, σε εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, επανέλαβε εκ νέου τη διαδικασία κρίσης της. Στην τότε κοινή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος αποφασίσθηκε εκ νέου η μη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή.

Η διαδικασία ορισμού τριμελούς εισηγητικής επιτροπής από το εκλεκτορικό σώμα για υποβολή εισηγητικής έκθεσης δεν επαναλήφθηκε γιατί αυτή η διαδικασία δεν είχε ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν χρειαζόταν επανάληψή της. Ο Α. Τ. ενημέρωσε την ενάγουσα σχετικά με αυτό το ζήτημα με το υπ’ αριθμ.

πρωτοκ....11-7-2005 έγγραφό του, στο οποίο γινόταν επίκληση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας... Στην ίδια συνεδρίαση της 16-6-2005 η Μ. Τ. ανέφερε επί λέξει και τα εξής: "Γιατί είναι άλλο πράγμα να ασχολείσαι με τα διαφυλικά προβλήματα και τη σεξική συμπεριφορά του ανθρώπου για να κατανοήσεις την ενδεχόμενη παθολογία ή απόκλιση και άλλο πράγμα να το κάνεις αυτό για να βοηθήσεις ή να παίξεις ρόλο στο φεμινιστικό κίνημα.

Εκεί δεν υπηρετείς επιστημονικούς παιδαγωγικούς στόχους αλλά πολιτικές...", "Πράγματι στο πόνημά της δεν υπάρχει ούτε μία παραπομπή, δεν υπάρχει η ερμηνευτική σύγκριση θεωριών εις τρόπον...", "η κα Α. μας είχε διαβεβαιώσει ότι θα κατέθετε τα άρθρα, τις μονογραφίες, τις έρευνες κλπ, τα οποία ανέφερε στο βιογραφικό της...

Καλή τη πίστη και εμείς ως Εισηγητική Επιτροπή περιμέναμε να προσκομίσει το έργο της, πλην όμως ακόμα και σήμερα το Τμήμα δεν τα έχει λάβει ποτέ. Η κα Α. ουδέποτε μας κατέθεσε αυτά που βεβαίωνε ότι θα προσεκόμιζε...", "συνεργάσθηκα με την κα Α... και σχεδιάσαμε δύο έρευνες. Η μία αφορούσε στην αγωγή ...... και η δεύτερη τα πρότυπα, ιδέες και αξίες που προβάλλονταν μέσα από...

την εκπομπή του κου Λ.... .... Παρά τις επίμονες προσπάθειες έως παρακλήσεις μου, η κα Α. δεν συμφωνούσε να προβούμε σε μια επιστημονική επεξεργασία δεδομένων, παρουσίασε δε τη δεύτερη έρευνα, δίκην σώου και φυσικά εγώ απείχα, παραιτηθείσα από την συνεργασία μου σ’ αυτές τις έρευνες...". Οι ισχυρισμοί για κίνητρο εξυπηρέτησης του φεμινιστικού κινήματος και περί πολιτικών στόχων, για ελλείψεις παραπομπών και ερμηνευτικής σύγκρισης θεωριών στο πόνημα της υποψήφιας και περί μη επιστημονικής επεξεργασίας δεδομένων στις έρευνές της, καθώς και περί παρουσίασης της δεύτερης έρευνάς της ως σώου αποτελούν αξιολογικές κρίσεις, με τις οποίες η Μ.

Τ. γνώριζε ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της υποψήφιας και το αποδέχθηκε. Ωστόσο ο άδικος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της και περαιτέρω το παράνομο αυτής αίρονται από το γεγονός ότι αυτή ενήργησε προς εκπλήρωση νομίμου καθήκοντός της, ήτοι ως μέλος του εκλεκτορικού σώματος, στην προσπάθεια αιτιολόγησης της αρνητικής ψήφου της, παρόλο που ερχόταν σε οξεία αντίθεση με προηγούμενες ευνοϊκές αναφορές της, χωρίς να αποκλείεται τέτοιο δικαίωμά της, διατυπώνοντας αξιολογικές κρίσεις στο πλαίσιο νόμιμης διαδικασίας κρίσης της υποψήφιας, δεκτού γενομένου του σχετικού νομίμου κατ’ άρθρο 367 παρ.1 Π.Κ.

ισχυρισμού της ως ουσία βασίμου. Εξάλλου οι ανωτέρω ισχυρισμοί της δεν περιέχουν ούτε τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης αφού δεν αφορούν σε συγκεκριμένα γεγονότα αλλά σε αξιολογικές κρίσεις του επιστημονικού έργου της υποψήφιας, με τον τρόπο δε και υπό τις συνθήκες που εκφράσθηκε, δεν ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι επεδίωκε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, με συνέπεια οι σχετικές νόμιμες κατ’ άρθρο 367 παρ.2 Π.Κ.

αντενστάσεις της ενάγουσας να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Ο ισχυρισμός περί συνεργασίας της σε δύο έρευνες και περί αποχής από αυτές λόγω ασυμφωνίας δεν αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς ψευδής, δεδομένου ότι για τη συνεργασία τους στην έρευνα σχετικά με την αγωγή ..., η Μ. Τ. είχε αναφερθεί και στο παρελθόν στη συνεδρίαση της 1-4-1999, όπου τότε ψήφισε υπέρ της μονιμοποίησης της τελευταίας στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή.

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός περί ασυμφωνίας δεν προσέβαλε την τιμή ή την υπόληψή της ούτε έθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον της τελευταίας. Αντίθετα οι ισχυρισμοί περί μη κατάθεσης των αναφερομένων στο βιογραφικό της άρθρων, μονογραφιών και ερευνών, καθώς και ότι η εισηγητική επιτροπή περίμενε καλόπιστα από την υποψήφια να καταθέσει το έργο της, οι οποίοι ουσιαστικά αποδίδουν το ίδιο περιεχόμενο και εναρμονίζονται προς τους ισχυρισμούς του προαναφερθέντος προέδρου της εισηγητικής έκθεσης περί πραγματικής ανυπαρξίας του επιστημονικού έργου και περί σύνταξης της έκθεσης αυτής καλόπιστα, ήταν εν γνώσει της ψευδείς...

λαμβανομένου επί πλέον και ιδιαίτερα υπόψη ότι η ίδια η Μ. Τ. συνέταξε την ως άνω εισηγητική έκθεση με υπαγόρευση του περιεχομένου της και με βάση τα αναγραφόμενα στο κατατεθέν υπόμνημα της ενάγουσας...

Συνεπώς η Μ. Τ. θέλησε και προσέβαλε παράνομα και υπαίτια, με συκοφαντική δυσφήμηση, την προσωπικότητα της ενάγουσας και εν γνώσει της εξέθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της και αυτή υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία η ως άνω εναγομένη της οφείλει εύλογη ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των αδικοπραξιών που τελέσθηκαν σε βάρος της στις κοινές συνεδριάσεις της γενικής συνέλευσης αφενός της προαναφερθείσας από 14-6-2001 και αφετέρου της από 16-6-2005, των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν, της υπαιτιότητας της τελευταίας, του είδους και της έκτασης της προσβολής της προσωπικότητας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, κατά την κρίση του δικαστηρίου ανέρχεται σε 5.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής...

Στις 16-6-2005 η ενάγουσα συνέταξε έγγραφο προς την τότε Υπουργό Παιδείας με κοινοποίηση προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, προς τον πρόεδρο του Παιδαγωγικού Τμήματος και προς τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ανέφερε επί λέξει και την εξής φράση "...κάποιοι καταστρατηγούν και παραβιάζουν τις συνταγματικές και άλλες ισχύουσες διατάξεις ή τις περιφρονούν, όπως περιφρονούν και παραβιάζουν και αυτές τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Επειδή, εξακολουθεί ο εμπαιγμός μου από κάποιους ‘ κρατούντες’ στο συγκεκριμένο Πανεπιστημιακό Χώρο...", χωρίς να συνάγεται από το σύνολο του εγγράφου αναφορά στον Ε. Κ. ή στη Μ. Τ....

Συνεπώς με την τελευταία αυτή αναφορά δεν έθεσε σε κίνδυνο ούτε έβλαψε την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων ούτε έθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον τους... Με το από 18-7-2005 έγγραφο προς την τότε Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, με κοινοποίηση στον Α.

Τ. και στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών, η εναγομένη ζητούσε νόμιμη διαδικασία κρίσης της. Στο έγγραφο αυτό ανέφερε επί λέξει και τα εξής: "...Όμως, είναι πάντα οι ίδιοι αυτοί πολίτες που ταλαιπωρούνται από κάποιους άλλους, στους οποίους θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός ‘ αδίστακτοι’ . Άτομα που ‘ κατέλαβαν’ μια θέση, στην κυριολεξία αναξιοκρατικά, στηριζόμενοι σε κομματική προστασία ή και συνδικαλιστική δραστηριότητα..

Ολοφάνερες η διαπλοκή, η παρασκηνιακή δραστηριότητα, το σπίλωμα προσωπικότητας με διεθνή αναγνώριση, οι δόλιες ενέργειες προς ίδιον συμφέρον... άλλοι προτιμούν να κινούνται υπέρ ιδίων και ανόμων συμφερόντων...". Με αυτές τις φράσεις της η εναγομένη αναφερόταν σε αόριστο αριθμό προσώπων κατά τρόπο γενικό και όχι σε συγεκριμένα πρόσωπα, άλλωστε αναφερόταν γενικά στο ιστορικό της υπόθεσής της ως προς τις διαδοχικές αρνητικές κρίσεις για τη μονιμοποίησή της ως επίκουρης καθηγήτριας, και γι’ αυτό το λόγο δεν έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του Α.

Τ., του Ε. Κ. ή της Μ Τ. ούτε έθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον των τελευταίων... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο φάκελος της διαδικασίας που αφορούσε στη συνεδρίαση της 16-6-2005 διαβιβάσθηκε στο Υπουργείο Παιδείας με το υπ’ αριθ. 20519/5254/20-7-2005 έγγραφο του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και με την υπ’ αριθ.8380/20-7-2005 διαπιστωτική πράξη λήξης της θητείας της για την άσκηση του προβλεπόμενου από το νόμο ελέγχου νομιμότητας.

Στη συνέχεια η ενάγουσα-εναγομένη υπέβαλε την από 8-9-2005 μήνυση-έγκληση σε βάρος του Θ. Ε., Α. Τ., Ε. Κ., Μ. Τ., καθώς και σε βάρος της Λ. Σ., καταγγέλοντάς τους για παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση. Στην εν λόγω μήνυση-έγκλησή της ανέφερε ό,τι και στην από 3-4-2006 αγωγή της και επί λέξει τα εξής: "Η τέταρτη των μηνυομένων, Μ.

Τ., ...ανέφερε αναληθώς ότι το επιστημονικό μου έργο που είναι δημοσιευμένο σε επιστημονικά περιοδικά είναι ελάχιστο... το συγγραφικό μου έργο είναι πολύ περιορισμένο..." "Εξάλλου... οι μηνυόμενοι (μεταξύ των οποίων και η τέταρτη εναγομένη της από 3-4-2006 αγωγής και ενάγουσα της από 20-4-2007 αγωγής Μ. Τ.), ως μέλη του ορισθέντος από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος Εκλεκτορικού Σώματος, παρά το νόμο, δεν όρισαν νέα τριμελή εισηγητική επιτροπή για να υποβάλει νέα έκθεση.

Έτσι οι μηνυόμενοι με έκριναν παρά το νόμο κατά την συνεδρίαση της 16-6-2005 με την εισηγητική έκθεση του 1998, δηλαδή με έκθεση που συντάχθηκε επτά έτη!!! πριν την εκ νέου κρίση μου", "Ομοίως και η τέταρτη των μηνυομένων, Μ. Τ., λαβούσα το λόγο στη συνέχεια, ερχόμενη για άλλη μια φορά σε οξεία αντίθεση... αναφέροντας ψευδώς ότι μου ζητήθηκε από την Εισηγητική Επιτροπή να προσκομίσω το έργο μου και δεν το έκανα...

Ενώ απολύτως ψευδές και συκοφαντικό είναι ότι τα μέλη της Εισηγητικής Επιτροπής με κάλεσαν επανειλημμένα να προσκομίζω τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Είναι ψευδές ότι δεν έχω προσκομίσει στο φάκελό μου τους τίτλους σπουδών μου, τις διδακτορικές μου διατριβές, τα δημοσιεύματα και τα άρθρα μου, πολλώ δε μάλλον ψευδές είναι ότι συνεχώς προσπαθούσαν και με καλούσαν και σε συναντήσεις μας να τα προσκομίσω, πολλώ δε μάλλον είναι ψευδές ότι τους διαβεβαίωσα ότι θα τα προσκομίσω άμεσα και δη την επομένη. 2.

Κατά την ίδια συνεδρίαση της 16-6-2005, λαβούσα το λόγο η τέταρτη των μηνυομένων Μ. Τ., ισχυρίσθηκε εν γνώσει της ψευδώς ενώπιον τρίτων και δη των μελών Γενικής Συνέλευσης και των μελών του Εκλεκτορικού Σώματος για μένα τα εξής γεγονότα: α) αναφερόμενη στην ενασχόλησή μου με το θέμα των διαφυλικών σχέσεων: ‘ Γιατί είναι άλλο πράγμα να ασχολείσαι με τα διαφυλικά προβλήματα και τη σεξική συμπεριφορά του ανθρώπου για να κατανοήσεις την ενδεχόμενη παθολογία ή απόκλιση...

και άλλο πράγμα να το κάνεις αυτό για να βοηθήσεις ή να παίξεις ρόλο στο φεμινιστικό κίνημα. Εκεί δεν υπηρετείς επιστημονικούς παιδαγωγικούς στόχους αλλά πολιτικές...’ β) Συνεχίζοντας αναφερόμενη στο βιβλίο μου ‘...’ ισχυρίσθηκε ψευδώς: ‘ Πράγματι στο πόνημά της δεν υπάρχει ούτε μια παραπομπή, δεν υπάρχει η ερμηνευτική σύγκριση θεωριών εις τρόπον...

η κα Α. μας είχε διαβεβαιώσει ότι θα κατέθετε τα άρθρα, τις μονογραφίες, τις έρευνες κλπ, τα οποία ανέφερε στο βιογραφικό της... Καλή τη πίστη και εμείς ως Εισηγητική Επιτροπή περιμέναμε να προσκομίσει το έργο της, πλην όμως ακόμα και σήμερα το Τμήμα δεν τα έχει λάβει ποτέ. Η κα Α. ουδέποτε μας κατέθεσε αυτά που βεβαίωνε ότι θα προσεκόμιζε..., δ) συνεργάσθηκα με την κα Α....

και σχεδιάσαμε δύο έρευνες. Η μια αφορούσε στην αγωγή ...... και η δεύτερη τα πρότυπα, ιδέες και αξίες, που προβάλλονταν μέσα από την εκπομπή του κου Λ.... Δέκα .... Παρά τις επίμονες προσπάθειες έως παρακλήσεις μου, η κα Α. δεν συμφωνούσε να προβούμε σε μια επιστημονική επεξεργασία δεδομένων, παρουσίασε δε τη δεύτερη έρευνα, ‘ σώου’ και φυσικά εγώ απείχα, παραιτηθείσα από την συνεργασία μου σε αυτές τις έρευνες...

Η αλήθεια, την οποία γνωρίζει η κυρία Τ. είναι ότι και οι δύο έρευνες εκπονήθηκαν αποκλειστικά και μόνο από εμένα. Ειδικότερα, αναφορικά με την πρώτη χρονικά έρευνα, σχετικά με τα πρότυπα και τις αξίες που προβάλλονταν μέσα από την εκπομπή του κ. Λ. ‘ Δέκα ...’ είναι ψευδές ότι συνεργασθήκαμε έστω και αρχικά...

Ενώ όσον αφορά στην έρευνα σχετικά με την ‘ Αγωγή και συμβουλευτική για την αντιμετώπιση ... σε παιδιά ηλικίας 7-12 ετών’ αποδεικνύεται από το με αριθμ. πρωτ. .../21-9-98 έγγραφο της Γραμματείας Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών,.. ότι εγώ και μόνο είχε υποβάλει αίτημα περί χρηματοδότησης του εν λόγω ερευνητικού προγράμματος, το οποίο και πράγματι εγκρίθηκε.

Η μόνη συμμετοχή της κυρίας Τ. σ’ αυτή την έρευνα ήταν και μόνο η εγγραφή του ονόματός της για να ενισχυθεί το βιογραφικό της σημείωμα, κατόπιν προτροπής της, καθόσον εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή επίκειτο η κρίση της"... "Παρέλειψαν (μεταξύ των οποίων και η ως άνω Μ. Τ.), να συμμορφωθούν, ως είχαν υποχρέωση από το νόμο, με την αριθμ.984/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία αναπέμφθηκε η υπόθεσή μου για ‘ νέα, νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση μου...

Κατά δε τη νεότερη από 16-6-2005 κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και του Εκλεκτορικού Σώματος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, για την εκ νέου κρίση μου στη βαθμίδα της επίκουρης καθηγήτριας παρέβησαν το υπηρεσιακό τους καθήκον, όπως καθορίζεται από τον Ν.2083/1992, καθόσον δεν αιτιολόγησαν ειδικά την αρνητική τους ψήφο για τη μονιμοποίησή μου.

Παραλείποντας δε να συμμορφωθούν με την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απείχαν από την ενέργειά τους να κρίνουν και πάλι με μη ειδική αιτιολογία αρνητικά τη μονιμοποίησή μου, αντίθετα προς όσα κρίθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας... Είναι δε σαφές ότι οι μηνυόμενοι ενήργησαν με δόλο, ο οποίος συνίσταται στη γνώση εκ μέρους τους,..

ότι οι ενέργειές τους συνιστούν παράβαση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος... και στη θέληση να παραβούν το εν λόγω καθήκον τους, από εμπάθεια και εκδικητικότητα και υπηρετώντας κομματικές σκοπιμότητες ... Ενήργησαν δε με σκοπό να με βλάψουν, ηθικά με τη μείωσή μου στην κοινότητα των καθηγητών και ψυχολόγων, αλλά και επαγγελματικά και υλικά με τον τερματισμό των αποδοχών μου.

Με εμπόδισαν να ασκήσω το δικαίωμά μου για εργασία, μου στέρησαν τη δυνατότητα να διαδάξω στις πανεπιστημιακές αίθουσες... Ενώ δυστυχώς οι μηνυόμενοι με την παράνομη συμπεριφορά τους τερμάτισαν άδοξα την ακαδημαϊκή μου καριέρα. Ειδικότερα δε όσον αφορά στην τέταρτη των μηνυομένων, Μ. Τ.,... είναι σαφές ότι η κυρία Τ.

ενήργησε από προσωπική εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης, καθόσον είχα ήδη ασκήσει αγωγή εναντίον της για την επιστροφή 1.000.000 δραχμών εκ δανείου... Έτσι το 2001 η κυρία Τ. πολύ απλά με ενημέρωσε ότι δεν με ψήφισε για λόγους εκδίκησης...". Στη συνέχεια, προς υποστήριξη της ανωτέρω μήνυσης-έγκλησης η ίδια εγκαλούσα υπέβαλε το από 19-10-2005 υπόμνημα πολιτικής αγωγής προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναφέρει επί λέξει και τα εξής: "...θέλησα να καταγγείλω μια σειρά παρανόμων ενεργειών, που έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρίαση της 16-6-2005, που αποτέλεσαν ένα μέρος και μόνο ενός μεθοδευμένου σχεδίου προσωπικής και ακαδημαϊκής εξόντωσής μου από μέρους των ως άνω μηνυομένων (μεταξύ των οποίων και η ως άνω Μ.

Τ.) για λόγους κομματικούς και προσωπικής εμπάθειας στο πρόσωπό μου και δη τα εξής: Οι μηνυόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν... με την με αριθ.984/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας... δεν όρισαν νέα τριμελή εισηγητική επιτροπή για να υποβάλει νέα εισηγητική έκθεση... Δεν μου κοινοποίησαν καμία εισηγητική έκθεση...

Ειδικότερα δε και όσον αφορά στη Μ. Τ.... είναι σαφής ο δόλος της, αφού ενήργησε από προσωπική εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης καθόσον είχα ήδη ασκήσει αγωγή εναντίον της για την επιστροφή 1.000.000 δραχμών εκ δανείου... Έτσι το 2001, η κυρία Τ. πολύ απλά με ενημέρωσε ότι δεν με ψήφισε για λόγους εκδίκησης... Εξάλλου, οι εν λόγω μηνυόμενοι τρέφουν εχθρικά αισθήματα προς το άτομό μου, καθόσον σε τηλεοπτική συζήτηση στην εκπομπή του δημοσιογράφου Μ.

Τ., καταφέρθηκα ανοιχτά εναντίον μελών ΔΕΠ του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, σχετικά με τις κομματικές σκοπιμότητες, αλλά και-τις υπέρογκες αμοιβές τους της τάξεως των 100.000.000 δρχ από σχετικό εκπονηθέν πρόγραμμα εξομοίωσης". Με βάση την ως άνω μήνυση-έγκληση ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των μηνυομένων-εγκαλουμένων και η υπόθεση εκδικάσθηκε από το Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο με την προαναφερθείσα απόφασή του αθώωσε τους κατηγορουμένους, πλην όμως δεν καταδίκασε την μηνύτρια-εγκαλούσα στα δικαστικά έξοδα, αφού δεν πείσθηκε ότι εκείνη είχε προβεί δολίως ή έστω από βαριά αμέλεια στις ανωτέρω καταγγελίες της.

Πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 3-4-2006 αγωγή της. Με τα κείμενα των εν λόγω δικογράφων της η ενάγουσα-εναγομένη υποστήριξε και διέδωσε ενώπιον τρίτων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, ότι, μεταξύ άλλων, ο Θ. Ε. και η Μ. Τ. είχαν διαπράξει σε βάρος της τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ωστόσο δεν αποδεικνύεται πρόθεση συκοφαντίας ή εξύβρισης της μηνύτριας-εγκαλούσας σε βάρος τους, αφού ευλόγως αυτή είχε την πεποίθηση ότι όσα ανέφερε στα δικόγραφα αυτά ήταν αληθή. Και τούτο διότι είχε προηγηθεί η ομόφωνη εισηγητική έκθεση του έτους 1998 που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή (διθυραμβική για επιστημονική κρίση) γι’ αυτήν από επιτροπή της οποίας μέλος ήταν και η Μ.

Τ.. Η τελευταία είχε υποστηρίξει την εισηγητική έκθεση και κατά την πρώτη διαδικασία κρίσης την 1-4-1999 και είχε ψηφίσει υπέρ της μονιμοποίησης της υποψήφιας στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή. Οι δύο έρευνες σχετικά με την "αγωγή ..." και με τους "..." είχαν διεξαχθεί τελικά από την υποψήφια και ήταν πολύ μικρή η συμβολή της Μ Τ., η οποία μολονότι υπερασπίζεται τη συμμετοχή της σ’ αυτές, η ίδια στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι αποχώρησε λόγω ασυμφωνίας ως προς την επεξεργασία των επιστημονικών δεδομένων, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί στην υποψήφια η εύλογη πεποίθηση ότι μόνο εκείνη ενήργησε τις ανωτέρω έρευνες, αφού τις έφερε σε πέρας με τον τρόπο και τη μέθοδο που εκείνη επέλεξε και εφάρμοσε.

Η εισηγητική έκθεση είχε συνταχθεί με βάση τα στοιχεία που η υποψήφια είχε υποβάλει στη γραμματεία του τμήματος και τα οποία στη συνέχεια είχε αναλάβει από τη γραμματεία ενάμισι περίπου μήνα πριν από την ως άνω συνεδρίαση. Η υποψήφια είχε έρθει σε ρήξη με τη Μ. Τ., αφού πράγματι είχε ασκήσει σε βάρος της αγωγή για απόδοση δανείου και αμέσως μετά είχε αλλάξει η κρίση της τελευταίας από ιδιαιτέρως ευνοϊκή σε ιδιαιτέρως αρνητική, με αποτέλεσμα η υποψήφια να σχηματίσει την πεποίθηση ότι η αλλαγή της κρίσης οφειλόταν σε εμπάθεια και εκδικητικότητα μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής.

Κατά την περίοδο της κρίσης της για τη μονιμοποίηση στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή η υποψήφια απομακρύνθηκε και από το κόμμα του ... στο οποίο μέχρι τότε ήταν ενταγμένη και εντάχθηκε σε άλλο κόμμα που δημιουργήθηκε τότε υπό την ηγεσία του Δ. Τ., θεωρώντας ότι η επιλογή της αυτή δημιούργησε δυσαρέσκεια στον τότε πρόεδρο του τμήματος Θ.

Ε. και αρνητικό σε βάρος της κλίμα στο εκλεκτορικό σώμα, το οποίο τελούσε σε σχέση εξάρτησης από τον πρόεδρο του τμήματος, που είχε σημαντικό ρόλο στην κατανομή μεγάλων κερδών προς τα μέλη του ΔΕΠ από το πρόγραμμα εξομοίωσης. Τα πιο πάνω η υποψήφια τα θεωρούσε αληθή, μολονότι δεν αποδεικνύει ενώπιον του δικαστηρίου ότι αυτά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Εξάλλου δεν είναι σύνηθες φαινόμενο στην πρακτική των ελληνικών πανεπιστημίων να μη μονιμοποιείται επίκουρος καθηγητής που είχε ήδη κριθεί για τη βαθμίδα αυτή και απέμενε η μονιμοποίησή του στην εν λόγω βαθμίδα και μάλιστα με ομόφωνη και διθυραμβική για την υποψήφια αρχικά απόφαση της εισηγητικής επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη και των πολύ δυσμενών συνεπειών που επέφερε η μη μονιμοποίησή της, ενώ είχαν προηγηθεί δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωναν δύο διαδοχικές αρνητικές κρίσεις του εκλεκτορικού σώματος.

Μία μάλιστα απόφαση ακύρωνε τη δεύτερη αρνητική κρίση λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, γεγονός που ενίσχυσε την πεποίθηση περί εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων που είχε ήδη σχηματίσει η υποψήφια. Περαιτέρω υπήρχαν αντιφατικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τη συνέχιση της εργασίας της ως επίκουρης καθηγήτριας, μετά την ακύρωση των αποφάσεων του εκλεκτορικού σώματος και πριν από την επανάληψη της διαδικασίας κρίσης και τελικώς είχε κληθεί να αναλάβει καθήκοντα, τουλάχιστον τυπικώς, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως τούτο της το είχαν αρνηθεί, γεγονός που ενίσχυε ακόμη περισσότερο την πεποίθησή της ότι διωκόταν σκοπίμως.

Επίσης η τελευταία, ευλόγως και ανεξαρτήτως της νομιμότητας του ισχυρισμού της, θεωρούσε ότι έπρεπε να συνταχθεί νέα εισηγητική έκθεση για το λόγο ότι είχαν παρέλθει πολλά έτη από τη σύνταξη της προηγούμενης, αφού είχε εμπλουτισθεί το επιστημονικό της έργο και δεδομένου ότι το εκλεκτορικό σώμα δεν αναφερόταν στο νέο έργο της κατά τις επαναλήψεις των κρίσεών της...

Βεβαίως παρά το γεγονός ότι η ως άνω υποψήφια δεν είχε πρόθεση συκοφαντίας, γνώριζε ότι με τα εν λόγω δικόγραφα προσέβαλε, με απλή δυσφήμηση, την τιμή και την υπόληψη των μηνυομένων-εγκαλουμένων και εναγομένων σ’ αυτά και ειδικότερα... της Μ Τ., με όλα τα δικόγραφα, και το αποδέχθηκε. Ωστόσο ο άδικος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της και περαιτέρω το παράνομο αυτής αίρονται από το γεγονός ότι αυτή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προάσπιση των εννόμων συμφερόντων της που απέρρεαν από το δικαίωμά της για δίκαιη κρίση, το οποίο πίστευε ότι είχε προσβληθεί, δεκτού γενομένου του σχετικού νομίμου κατ’ άρθρο 367 παρ.1 Π.Κ.

ισχυρισμού της ως ουσία βασίμου, με τον τρόπο δε και υπό τις συνθήκες που εκφράσθηκε δεν ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι επεδίωκε βλάψει την τιμή και την υπόληψη του Θ. Ε. ή της Μ Τ., με συνέπεια, επειδή δεν αποδεικνύεται ούτε πρόθεση συκοφαντικής δυσφήμησης, οι σχετικές νόμιμες κατ’ άρθρο 367 παρ.2 αντενστάσεις των τελευταίων να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες.

Έτσι η εναγομένη δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του Θ. Ε. ούτε την προσωπικότητα της Μ Τ. ούτε εν γνώσει της ή υπαιτίως αγνοώντας υποστήριξε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις που εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη ή το επάγγελμα ή το μέλλον τους και συνεπώς οι τελευταίοι δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν στο σύνολό της την από 12-7-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα η από 3-4-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης να καταβάλει στη δεύτερη το ποσό των 5.000 ευρώ, είχε δε απορριφθεί στο σύνολό της η από 20-4-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας και β) δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 30-8-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και τους από 24-9-2011 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της ίδιας αποφάσεως, μεταρρύθμισε δε την απόφαση αυτή μόνο ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων της από 20-4-2007 αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα και της μη προσβολής της προσωπικότητας της δεύτερης από την πρώτη.

Δεν συνιστά δε αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης το ότι αφενός μεν δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποβάλει φάκελο των εργασιών της στην εισηγητική επιτροπή, αφετέρου δε ότι δεν τον επανυπέβαλε στο εκλεκτορικό σώμα.

Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως με τα στοιχεία Α6, Α8, Β7 και Β8, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.703/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναιρέσεως με τα στοιχεία Α1, Α2, Α3 κατά το πρώτο σκέλος του, Α4 κατά το πρώτο σκέλος του, Α5 κατά το πρώτο σκέλος του, Β1, Β2, Β3, Β4, Β5 και Β6, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι: α) Δεν έλαβε υπόψη το επικυρωμένο αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματος της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στις 16-9-1998, το οποίο αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε συγγραφικό έργο (λόγος Α1).

β) Δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά των συνεδριάσεων του εκλεκτορικού σώματος όλων των κρίσεων-αξιολογήσεων της αναιρεσίβλητης που έλαβαν χώρα στις 21-3-1991, 29-5-1995, 1-4-1999, 14-6-2001 και 16-6-2005, από τα οποία αποδεικνύεται ότι όλα τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος είχαν εκφράσει επιφυλάξεις για το έργο της αναιρεσίβλητης (λόγος Α2).

γ) Δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε τις τρεις ομολογίες της αναιρεσίβλητης περί μη προσκομίσεως του έργου της στην εισηγητική επιτροπή, οι οποίες έλαβαν χώρα: αα) το έτος 1999 στην κοινή συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος και της εξελεκτικής επιτροπής, ββ) στο ακροατήριο της ποινικής δίκης το 2008 και γγ) στο ποινικό δικαστήριο (αποφάσεις 40541/2008, 41400/2008 και 42763/ 2008) (λόγος Α3 κατά το πρώτο σκέλος του).

δ) Δεν εκτίμησε ορθώς και δεν αξιολόγησε την προγενέστερη ποινική απόφαση με αριθμούς 40541/2008, 41400/2008 και 42763/2008, την οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε και με την οποία κηρύχθηκε αθώα για την ίδια άδικη πράξη για την οποία αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλομένη ότι οφείλει χρηματική ικανοποίηση στην αναιρεσίβλητη (λόγος Α4 κατά το πρώτο σκέλος του).

ε) Δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Φ., Κ. Μ. και Χ. Κ. αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, ενώ από αυτές αποδείχθηκαν οι δικοί της ισχυρισμοί (λόγος Α5 κατά το πρώτο σκέλος του).

στ) Δεν έλαβε υπόψη: αα) τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Φ., Κ. Μ. και Χ. Κ., ββ) το 11/26-9-2005 έγγραφο του Παιδαγωγικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, γγ) το από 26-9-2005 έγγραφο του Παιδαγωγικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, δδ) το από 11-5-1998 έγγραφο του Παιδαγωγικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εε) την ομολογία της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα από την αναιρεσίβλητη στο από 30-5-2005 έγγραφό της δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στην ίδια (την αναιρεσείουσα), ενώ από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και ομολογία της αναιρεσίβλητης), τα οποία δεν εκτιμήθηκαν, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα αφορούν και την ίδια (λόγος Β1).

ζ) Δεν έλαβε υπόψη: αα) τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Φ. και Χ. Κ. και ββ) τα πρακτικά όλων των συνεδριάσεων του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής όλων των κρίσεων-αξιολογήσεων της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα από την αναιρεσίβλητη στο από 16-6-2005 έγγραφό της δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στην ίδια (την αναιρεσείουσα), ενώ από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), τα οποία δεν εκτιμήθηκαν, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα αφορούν και την ίδια (λόγος Β2).

η) Δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Φ., Κ. Μ. και Χ. Κ. και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα από την αναιρεσίβλητη στο από 18-7-2005 έγγραφό της δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στην ίδια (την αναιρεσείουσα), ενώ από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις), τα οποία δεν εκτιμήθηκαν, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα αφορούν και την ίδια (λόγος Β3).

θ) Δεν έλαβε υπόψη: αα) τα προσκομισθέντα πρακτικά των κοινών συνεδριάσεων του εκλεκτορικού σώματος και της εισηγητικής επιτροπής και ββ) τις ομολογίες της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο της ποινικής δίκης το 2008 και ειδικότερα κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα από την αναιρεσίβλητη στην από 8-9-2005 μήνυσή της και στο από 19-10-2005 υπόμνημα πολιτικής αγωγής δεν συνιστούσαν άδικες πράξεις, ενώ από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ομολογίες), προκύπτει το αντίθετο (λόγος Β4).

ι) Δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Μ. και Χ. Κ. και ειδικότερα δέχθηκε ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) είχε έλθει σε ρήξη με την αναιρεσίβλητη, ενώ από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις), τα οποία δεν εκτιμήθηκαν, προκύπτει το αντίθετο (λόγος Β5). ια) Δεν έλαβε υπόψη την προγενέστερη ποινική απόφαση και ειδικότερα δέχθηκε ότι "...ήταν ψευδές ότι η εισηγητική επιτροπή την είχε καλέσει [εννοείται:

την αναιρεσίβλητη] να προσκομίσει πλήρη φάκελο με τα πτυχία και το έργο της και δεν τα προσκόμισε παρά τις βεβαιώσεις της ότι θα τα προσκόμιζε...", ενώ με την πιο πάνω ποινική απόφαση έγιναν δεκτά τα αντίθετα (λόγος Β6). Από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως ο λόγος με τα στοιχεία Α1 είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία του αναφερόμενου σ’ αυτόν εγγράφου.

Ο λόγος με τα στοιχεία Α2 είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα στο εφετείο τα αναφερόμενα σ’ αυτόν έγγραφα. Ο λόγος με τα στοιχεία Α3 κατά το πρώτο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε στο εφετείο τις αναφερόμενες σ’ αυτόν εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος με τα στοιχεία Α4 κατά το πρώτο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη μη λήψη υπόψη της αναφερόμενης σ’ αυτόν ποινικής αποφάσεως αλλά εσφαλμένη εκτίμησή της. Ο λόγος με τα στοιχεία Α5 κατά το πρώτο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, αφού ρητώς με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος διότι από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά προκύπτει ότι ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες.

Οι λόγοι με τα στοιχεία Β1, Β2, Β3, Β4, Β5 και Β6 είναι απαράδεκτοι, πέρα από την αοριστία τους (που συνίσταται στον ανεπαρκή προσδιορισμό των φερομένων ως μη ληφθέντων υπόψη εγγράφων και στη μη αναφορά ότι έγινε επίκληση των ομολογιών στο εφετείο), διότι με αυτούς δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αλλά εσφαλμένη εκτίμησή τους.

O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π.25/2003).

Αντίθετα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως οι αποδείξεις (Α.Π.29/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναιρέσεως με τα στοιχεία Α3 κατά το δεύτερο σκέλος του, Α4 κατά το δεύτερο σκέλος του και Α5 κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, για τη θεμελίωση όμως των λόγων αυτών δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά εκτός από εκείνα που επικαλείται για τη θεμελίωση του πρώτου σκέλους τους, ήτοι την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.). Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, οι αποδείξεις δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Με την κατά τ’ ανωτέρω τροποποίηση της διατάξεως αυτής, η οποία ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), διαγράφηκαν οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά" ενόψει της ταυτόχρονης καταργήσεως της υποχρεώσεως των δικαστηρίων να εκδίδουν προδικαστικές αποφάσεις.

Η τροποποιημένη αυτή διάταξη έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου ασκήσεως των ένδικων αγωγών, οι οποίες κατατέθηκαν στις 14-4-2006 και στις 24-4-2007. Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο αναιρέσεως με τα στοιχεία Α7 η αναιρεσείουσα, αν και παραθέτει το κείμενο του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν διέταξε να προσκομισθεί το βιογραφικό σημείωμα της αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκε από αυτήν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, μετά την ισχύ του ν.2915/2001 υπό την οποία ασκήθηκαν οι ένδικες αγωγές, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως από τη μη έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στα άρθρα 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος (Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναιρέσεως με τα στοιχεία Α9, Α10, Α11, Α12, Α13, Α14 και Α15, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι εσφαλμένα απέρριψε αντίστοιχα:

α) την ένστασή της από το άρθρο 367 Π.Κ., β) την ένστασή της (πράγματι δε ισχυρισμό) για αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης, γ) τον ισχυρισμό της περί μη συνδρομής παράνομης προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, δ) τον ισχυρισμό της περί μη πληρώσεως του πραγματικού του εγκλήματος της εξυβρίσεως, ε) τον ισχυρισμό της περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων για ικανοποίηση ηθικής βλάβης βάσει των άρθρων 914, 919, 920, 932 επ., στ) την ένστασή της περί οικείου πταίσματος της αναιρεσίβλητης και ζ) τον ισχυρισμό της περί μη συνδρομής σημαντικής βλάβης και περί ανεπαρκούς αιτιολογήσεως (στο δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης) του ύψους του αιτούμενου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας, αφού με αυτούς δεν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένες αιτιάσεις που να θεμελιώνουν λόγους αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Γι’ αυτό, για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, δεν μπορεί δε να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Α.Π.4/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο αναιρέσεως με τα στοιχεία Α16 η αναιρεσείουσα, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από τη 1992/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η υπαλληλική σχέση της αναιρεσίβλητης δεν αναβίωσε με την έκδοση των 713/2001 και 984/2005 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας αλλά με αυτές η διοίκηση υποχρεώθηκε να προβεί σε νέα κρίση της αναιρεσίβλητης και όχι να την επαναφέρει στην υπηρεσία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση του ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε στο εφετείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π.20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο αναιρέσεως με τα στοιχεία Α17 η αναιρεσείουσα, παρά τη μη ρητή επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, για τη θεμελίωσή του δε εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη του αρ.38 του ΥΚ (ν.2683/1999 και 3528/2007), άρθ.4 παρ.1 και 16 παρ.5 του Συντ/τος και άρ.26 του ΔΣ ΟΗΕ (Ν.2462/1997), παρέβη τις διατάξεις περί παθητικής νομιμοποίησης μελών ΔΕΠ και μου κατέγνωσε προσωπική αστική ευθύνη".

Στη συνέχεια δε, αφού παραθέτει το κείμενο και ερμηνεία ορισμένων από τις ανωτέρω διατάξεις, εκθέτει κατά λέξη και τα εξής: "Συνεπώς, στην περίπτωσή μου, το Δευτεροβάθμιο αποφεύγοντας στην πραγματικότητα να προσπαθήσει μια ερμηνεία των παλαιών διατάξεων σύμφωνη προς την αρχή της ισότητας, την βούληση των νομοθετών και υπό το πρίσμα της νομοθετικής ευόδωσης του ζητήματος του αστικώς ανεύθυνου των Καθηγητών Πανεπιστημίου, έσφαλε".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού δεν αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα το νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) στο οποίο κατά την αναιρεσείουσα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2014 αίτηση της Μ Τ. για αναίρεση της 535/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ