1182/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1182/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 1831 & 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Full text
Απόφαση 1182 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1182/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Τ. του Α. και 2)Ν. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαριώρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Τ. του Ν. και 2)Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Β)Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Τ. του Ν. και 2)Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Τ. του Α. και 2)Ν. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαριώρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2003 αγωγή των Δ. Τ. του Ν. και Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος Ν. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 24/6/2008 και 24/7/2008 αιτήσεις τους αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε τις από α)13/2/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών και β)13/2/201/2 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιόν του δικών ανάμεσα τους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν 1) η από 24-6-2008 αίτηση αναίρεσης των Ι. και Ν. Τ. και 2) η από 24-7-2008 αίτηση αναίρεσης των Δ. Τ. και Ε. Δ., οι οποίες στρέφονται κατά της 160/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επειδή, κατά το άρθρο 1831 & 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Στο δε άρθρο 1833 του ιδίου κωδικός ορίζεται ότι στην νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές προς μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ.
από τον κληρονομούμενο στον μεριδούχο, αφού αυτή, μετά τον ν. 1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στην νόνιμη μοίρα (άρθρο 1833 & 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδος, βάσει της οποίας θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 & 2 ΑΚ, που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.
Ενόψει αυτών στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 &2 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου προς τον μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, - όπως και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβιώσεως του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Νόμιμοι δε μεριδούχοι, κατά την έννοια του άρθρου 1831 & 2 ΑΚ, είναι μόνον οι in concreto, όχι όμως και οι in abstracto μεριδούχοι. Επομένως, εάν ο κληρονομούμενος προέβη σε χαριστικές παροχές τόσο στο τέκνο του όσον και στον εγγονό του, ο τελευταίος θεωρείται ως τρίτος και η προς αυτόν παροχή δεν υπολογίζεται στην πλασματική κληρονομιά, εφόσον έγινε εντός της τελευταίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου δεκαετίας, επικαλεσθεί δε και αποδείξει ότι επεβάλετο από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Περαιτέρω, η χαριστική παροχή προς τον μεριδούχο ή τον τρίτο κατά τον προσδιορισμό της πλασματικής ομάδος της κληρονομιάς, κατά το άρθρο 1831, ΑΚ υπολογίζεται με βάση την αξία που είχε κατά τον χρόνο που αυτή έγινε. Όταν όμως επέλθει μετά την παροχή και πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας της δραχμής, ή και μεταβολή του νομίσματος, πρέπει, κατ* εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως, για την οποία κάνει λόγο το άρθρο 288 ΑΚ, η κατά τον χρόνο παροχής αξία αυτής σε δραχμές να αναχθεί στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομιά.
Για να γίνει η αναπροσαρμογή αυτή, πρέπει, η κατά τον χρόνο της παροχής αξία αυτής στις τότε κυκλοφορούσες δραχμές να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας με την τιμή αυτών του ιδίου χρόνου, μετά δε να καθορισθεί η σχέση της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου και αφού ευρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσόν των χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε δραχμές με την τιμή της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο επίσης του θανάτου του κληρονομουμένου, λαμβανομένης υπόψη και της επελθούσης ουσιώδους μεταβολής του τιμαρίθμου.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 496 επ., 512, 1579, 1825, 1831, 1835, 1836 ΑΚ προκύπτει ότι οι αναγκαίοι κληρονόμοι του κληρονομουμένου, μεταξύ των οποίων και τα τέκνα του, μπορούν να προσβάλουν την εν ζωή δωρεά αυτού , που έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, καθό μέρος η κατά τον χρόνο του θανάτου υπάρχουσα κληρονομιά δεν επαρκεί να καλύψει την νόμιμη μοίρα τους.
Τέτοια δωρεά, υποκείμενη στην ως άνω μέμψη, είναι και η ανταποδοτική δωρεά, ήτοι η γενομένη ως αντάλλαγμα υπηρεσιών του δωρεοδόχου προς τον δωρητή, αλλά μόνον κατά την υπέρ του δωρεοδόχου διαφορά των παροχών, αφού κατά το μέρος που οι εκατέρωθεν παροχές καλύπτονται, δεν υπόκειται δωρεά αλλ' επαχθής δικαιοπραξία.
Επί της ανωτέρω δε αγωγής για μέμψη άστοργου δωρεάς, το άστοργο της τελευταίας κρίνεται από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και όχι από εκείνον της δωρεάς. Η προς τρίτον δε (μη μεριδούχο, in concreto,) δωρεά δεν υπόκειται σε μέμψη εάν, όπως ελέχθη, επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όταν δηλαδή αυτή έγινε από ιδιαίτερη υποχρέωση του δωρητού, που ανακύπτει από τις συγκεκριμένες συνθήκες και στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής.
Στα πλαίσια των συνθηκών αυτών θα ληφθεί υπόψη η περιουσιακή κατάσταση του δωρητού, η κοινωνική του θέση και οι γενικότερες περιουσιακές του σχέσεις με τον δωρεοδόχο. Η ιδιαίτερη όμως αυτή υποχρέωση πρέπει να υφίσταται μόνον έναντι του ιδίου του δωρεοδόχου και όχι έναντι τρίτου προσώπου. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση , το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-5-2002 πέθανε στη Λ. ο Ν. Τ. ή Τ., κάτοικος όσο ζούσε Λ.. Άφησε δε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς, οι οποίοι κατά το άρθρο 1813 του Α.Κ.
καλούνται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και είναι αναγκαίοι κληρονόμοι του τα τρία τέκνα του, το Δ. Τ., την Ε. συζ. Χ. Δ. (ενάγοντες) και τον Α. Τ. (πατέρα των εναγομένων). Ο αποβιώσας κατέλιπε την ...1999 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Λ. Α. Τ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 253/4-6-2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λ..
Με αυτή εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του σε όποια περιουσία του βρεθεί (κινητή και ακίνητη) κατά το θάνατο του το τέκνο του Α. Τ., πατέρα των εναγομένων. Για τους ενάγοντες ορίζει στη διαθήκη του ότι επιθυμεί να περιοριστούν σε όσα τους έδωσε μέχρι τη σύνταξη αυτής και τα οποία προσδιορίζει ως εξής: Στην Ε. (δεύτερη ενάγουσα) 450 λίρες χρυσές κατά το γάμο της.
Στον Τ. (πρώτο ενάγοντα) και την Ε. έδωσα επίσης τα χρήματα από την πώληση κατά το έτος 1964 έως 1970 60 στρεμμάτων αγρών από τα 72 στρέμματα του κλήρου μου. Ο Τ. έλαβε επίσης το τίμημα της πώλησης οικοπέδου 758 τ.μ. στο Λ. Λ., καθώς και 4 στρέμματα από τον αγρό 8 στρεμμάτων στη θέση Π. της Φ. Λ.. Ο Τ. και η Ε. έλαβαν επίσης 780 τ.μ.
από οικόπεδο 1.000 τ.μ. στη Ν. Φ. Λ., όπου ο Τ. έκτισε σπίτι, ο οποίος έλαβε επίσης το τίμημα από την πώληση 2 οικοπέδων από λαχανόκηπο 2.000 τ.μ. στον Ά. Θ. Λ.". Ο κληρονομούμενος κατά το θάνατο του δεν άφησε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος όσο ζούσε προέβη στις ακόλουθες παροχές χωρίς αντάλλαγμα προς το τέκνο του Α.
Τ.: 1) Με το ...1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νομότυπα, μεταβίβασε σ' αυτόν με γονική παροχή για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και με τον όρο να συνυπολογιστεί στη νόμιμη μοίρα του την ψιλή κυριότητα οικοπέδου έκτασης 774,15 τ.μ. που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Γ.
και ανώνυμης στο Ο.Τ. ..., πρώην ... της συνοικίας Α. στην πόλη της Λ.. Η αξία της ψιλής κυριότητας εκτιμήθηκε κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού στο ποσό των 13.769.351 δρχ. 2) Με το ...1996 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νομότυπα, μεταβίβασε σ' αυτόν από οικόπεδο έκτασης 2.235,19 τ.μ.
που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Γ. και ανώνυμης στην ίδια συνοικία στο Ο.Τ. ... και πρώην Ο.Τ. ..., την κυριότητα των 235,19 τ.μ. εξ αδιαιρέτου ως γονική παροχή για τη δημιουργία και διατήρηση οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και με τον όρο συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα. Η αξία δε αυτής κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού εκτιμήθηκε στο ποσό των 4.183.192 δρχ.
και 3) Με το ...1996 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομότυπα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στο ανωτέρω τέκνο του για τη δημιουργία και διατήρηση της οικονομικής και οικογενειακής του αυτοτέλειας και με τον όρο συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα από οικόπεδο 2.888,49 τ.μ. που βρίσκεται στη Λ.
στη συμβολή των ανωτέρω οδών και στο Ο.Τ. 47 Η, την ψιλή κυριότητα 888,49 τ.μ. εξ αδιαιρέτου. Η αξία δε αυτής εκτιμήθηκε κατά το σύστημα της αντικειμενικής αξίας στο ποσό των 15.803.068 δρχ. Ο κληρονομούμενος με το ...1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Φ. Χ., που μεταγράφηκε νομότυπα, μεταβίβασε σε εκτέλεση του .../1982 προσυμφώνου στους αναφερόμενους σ' αυτά αγοραστές του αγρό που περιγράφεται σ' αυτό, αντί τιμήματος 800.000 δρχ., όπως συνομολογούν οι εναγόμενοι, το οποίο δόθηκε τελικά από τον κληρονομούμενο στο ανωτέρω τέκνο του το έτος 1982.
Επειδή όμως οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ότι η παροχή αυτή έγινε με τον όρο καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα, αφού έγινε πριν το Ν. 1329/1983, δεν θα συνυπολογιστεί η παροχή αυτή τόσο για την πλασματική κληρονομιά όσο και για τη νόμιμη μοίρα του ανωτέρω τέκνου. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος όσο ζούσε προέβη στην παροχή προς τον πατέρα των εναγομένων, αλλά ούτε και σε οποιονδήποτε από τους ενάγοντες του τιμήματος που εισέπραξε από τις πωλήσεις σε τρίτα πρόσωπα των ακινήτων του που περιγράφονται στα .../1985, .../1990 και .../1990 και .../1990 συμβόλαια των συμβολαιογράφων … Π.
Π., Α. Τ. και Σ. Ε. αντίστοιχα. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν κανένα σχετικό έγγραφο και η μαρτυράς τους καταθέτει αόριστα ότι τα χρήματα αυτά τα παρείχε ο κληρονομούμενος στα δύο τέκνα του. Προκειμένου να εξευρεθεί η πλασματική κληρονομιά για το συνυπολογισμό των παροχών του κληρονομουμένου προς μεριδούχο ή τρίτο δεν αρκεί η πιθανολόγηση, αλλά απαιτείται να αποδεχθεί τόσο η παροχή αυτή, όσο και ο χρόνος που έγινε και η αξία αυτής κατά το χρόνο της παροχής, γεγονότα που δεν αποδείχθηκαν.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος με το ...1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Τ., που μεταγράφηκε νομότυπα και διορθώθηκε με το .../8-6-2000 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε αιτία δωρεάς στην πρώτη εναγομένη την ψιλή κυριότητα των 2.000 τ.μ. εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου 2.888,49 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία Α.
της πόλης της Λ. στη συμβολή των οδών Γ. και ανώνυμης και στο Ο.Τ. 47 Η. Η αξία δε της δωρεάς αυτής με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού εκτιμήθηκε στο ποσό των 35.572.867 δρχ. Με το ...1996 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομότυπα και διορθώθηκε με το .../8-6-2000 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα των 2.000 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου έκτασης 2.235,19 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια συνοικία και στο Ο.Τ. 47 Δ. Η αξία δε αυτής της δωρεάς κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού εκτιμήθηκε στο ποσό των 35.572.808 δρχ. Με το .../11-3-1994 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου και το διορθωτικό .../26-4-1996 αυτού, που μεταγράφηκαν νομότυπα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στους εναγομένους την ψιλή κυριότητα κατ1 ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου έκτασης 1.219,43 τ.μ., η οποία ρυμοτομείται και στην πρώτη από αυτούς την ψιλή κυριότητα του εναπομείναντος τμήματος 215,76 τ.μ.
οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.435,19 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της Λ. και στο οικοδομικό τετράγωνο ... και .... Η αξία δε της δωρεάς όσο αφορά το μερίδιο του δευτέρου εναγομένου κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού εκτιμήθηκε στο ποσό των 4.530.162 δρχ. και όσο αφορά το μερίδιο της πρώτης στο ποσό των 6.650.652 δρχ.
Ακολούθως ο κληρονομούμενος με το .../17-1-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Ε. Ρ., που μεταγράφηκε νομότυπα, παραιτήθηκε του δικαιώματος επικαρπίας του επί της ανωτέρω έκτασης των 215,76 τ.μ. Η συνολική αξία των δωρεών αυτών κατά το χρόνο που έγιναν ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 82326.489 δρχ. (35.572.867+35.572.808+4.530.162+6.650.652).
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος κατά τους χρόνους που έγιναν οι ως άνω δωρεές προς τους εναγομένους, οι οποίοι τότε ήταν 12 και 10 ετών, συγκατοικούσε μαζί τους και με τους γονείς τους, οι οποίοι τον φρόντιζαν και τον περιέθαλπαν. Μεταξύ δε αυτών είχε δημιουργηθεί ο συνήθης δεσμός μεταξύ παππού και εγγονών που ζουν κάτω από την ίδια στέγη και υπήρχε στοργή και ενδιαφέρον από τον κληρονομούμενο προς τους εναγομένους για το μέλλον αυτών.
Οι εκδηλώσεις δε αγάπης και τρυφερότητας από τους εναγομένους προς τον κληρονομούμενο δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος του τελευταίου προς αυτούς, καθόσον δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερη υποχρέωση του δωρητή προς τους δωρεοδόχους, η οποία υποχρέωση να προκύπτει από συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις και να στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης.
Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι οι δωρεές αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας, ότι δηλαδή οι δωρεές αυτές ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνθήκες και απαιτήσεις της κοινής γνώμης και ότι έγιναν από κοινωνική υποχρέωση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος με τα .../1999 και .../14-4-2002 συμβόλαια του συμβολαιογράφου … Α.
Τ., που μεταγράφηκαν νομότυπα, μεταβίβασε την επικαρπία των περιγραφομένων σ1 αυτά οικοπέδων, η οποία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού εκτιμήθηκε στα ποσά των 7.257.000 και 11.531.264 δρχ. αντίστοιχα. Με το .../13-2-2002 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει σε τρίτους το δικαίωμα επικαρπίας του ακινήτου που περιγράφει σ' αυτό.
Κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου οι πωλητές κατέβαλαν το ποσό των 3.616.488 δρχ. από το οποίο ποσό 361.644 δρχ. αντιστοιχεί στην αξία της επικαρπίας. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά που εισέπραξε ο κληρονομούμενος τα παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στον πατέρα των εναγομένων. Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος παραχώρησε στη δεύτερη ενάγουσα, με τον όρο κατά το χρόνο της παροχής του καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα, το τίμημα από την πώληση 500 τ.μ.
στη Φ. Λ., που έλαβε χώρα το έτος 1964, ούτε του τιμήματος από την πώληση δύο αγρών στις θέσεις " Ρ." και "Κ. Σ." στη Φ. που έλαβε χώρα το έτος 1979, ούτε του ποσού της αποζημίωσης από απαλλοτριωθείσα έκταση που εισέπραξε το έτος 1964 με τον όρο καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα. Επίσης από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων έλαβε από τον κληρονομούμενο το τίμημα από τις πωλήσεις ακινήτων του που έλαβαν χώρα πριν από το έτος 1983 με τον όρο καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα.
Ας σημειωθεί ότι τίποτα σχετικό δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγομένων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ούτε βεβαίωσαν οι λοιποί μάρτυρες τους με τις ένορκες βεβαιώσεις τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων κατά το έτος 1965 έλαβε δωρεά από τον κληρονομούμενο έκταση οικοπεδική 270 τ.μ.
που βρίσκεται στη Φ. Λ., στην οποία ανήγειρε με, τη βοήθεια του κληρονομουμένου την οικία που χρησιμοποιεί ως κατοικία και η οποία περατώθηκε πριν το 1980. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τόσο η έκταση αυτή, όσο και τα χρηματικά ποσά που απαιτήθηκαν για την ανέγερση της οικίας δωρήθηκαν από τον κληρονομούμενο στον πρώτο ενάγοντα με τον όρο καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα, γεγονός που δεν επικαλείται ούτε ο ίδιος ο διαθέτης στη διαθήκη που άφησε.
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10-2-2004 βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε συνδυασμό με τον πίνακα εξέλιξης του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή και την από 30-7-2004 γνωμοδότηση του οικονομολόγου Η. Κ. (που εκτιμάται ελεύθερα) αποδεικνύεται ότι η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο που έγιναν οι ως άνω γονικές παροχές προς τον πατέρα των εναγομένων και οι δύο πρώτες από τις επίδικες δωρεές προς τους εναγομένους, ήτοι στις 9-4-1996 ανερχόταν σε 22.350 δρχ.
και ο τιμάριθμος κόστους ζωής σε 87,722. Κατά το χρόνο δε που έγινε η τρίτη από τις επίδικες δωρεές, ήτοι στις 11-3-1994 η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν σε 21.870 δρχ. και ο τιμάριθμος κόστους ζωής σε 72,612, ενώ κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ήτοι στις 28-5-2002 η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν σε 28.926,27 δρχ.
και ο τιμάριθμος κόστους ζωής σε 110,848. Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι από το χρόνο που έγινε κάθε μία από τις ανωτέρω παροχές έως το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου μεσολάβησε σημαντική διακύμανση της αξίας της χρυσής λίρας Αγγλίας και μεταβολή του τιμάριθμου κόστους ζωής και ειδικότερα η αγοραστική δύναμη της λίρας Αγγλίας τον Απρίλιο 1996 αντιστοιχεί σε αγοραστική δύναμη ίση με 0,976347 αυτής κατά το Μάιο 2002, ενώ η αγοραστική δύναμη αυτής κατά το Μάρτιο 1994 αντιστοιχεί σε 1,154186 του Μαΐου 2002 (αναλογία μεταξύ του πηλίκου της αξίας της λίρας κάθε χρονικής περιόδου με τον αντίστοιχο τιμάριθμο).
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι επήλθε ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος μεταξύ των συγκρινόμενων χρονικών περιόδων, ώστε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης να επιβάλλεται να αναχθεί η αξία των ανωτέρω παροχών στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Κατόπιν τούτων η αξία των ανωτέρω παροχών, η οποία, θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομιάς του κληρονομουμένου, διαμορφώνεται στα ακόλουθα ποσά:
α) για τη γονική παροχή με το ...1996 συμβόλαιο από το ποσό των 13.769.351 δρχ. (616,08 λίρες) στο ποσό των 17.399.151 δρχ. (601,5 λίρες), β) για τη γονική παροχή με το ...1996 συμβόλαιο από το ποσό των 4.183.192 δρχ. (187,17 λίρες) στο ποσό των 5.285.986 δρχ. (182,74 λίρες), γ) για τη γονική παροχή με το ...1996 συμβόλαιο από το ποσό των 15.803.068 δρχ. (707,07 λίρες) στο ποσό των 19.969.250 δρχ. (690,35 λίρες), δ) για τη δωρεά με το ...1996 συμβόλαιο από το ποσό των 35.572.868 δρχ. (1.591,62 λίρες) στο ποσό των 44.950.845 δρχ. (1.553,98 λίρες), ε) νια τη δωρεά με το ...1996 συμβόλαιο από το ποσό των 35.572.867 δρχ. (1.591,63 λίρες) στο ποσό των 44.950.845 δρχ. (1.553,98 λίρες) και στ) για τις δωρεές με το .../11-3-1994 συμβόλαιο από το ποσό των 11.180.814 δρχ. (511,24 λίρες) στο ποσό των 17.066.499 δρχ. (590 λίρες).
Η πλασματική κληρονομιά του κληρονομουμένου, στην οποία πρέπει να προστεθούν όλες οι ανωτέρω παροχές του, ανέρχεται στο ποσό των 149.622.576 δρχ. (17.399.151 + 5.285.986 + 19.969.250 + 44.950.845 + 44.950.845 + 17.066.499) ή 439.097,80 ευρώ. Η δε εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα καθενός των αναγκαίων κληρονόμων του, ήτοι των τριών τέκνων του ανέρχεται στο 1/3 της πλασματικής κληρονομιάς, ήτοι στο ποσό των 49.874.192 δρχ.
ή 146.365,93 ευρώ. Η δε νόμιμη μοίρα καθενός στο ποσό των 24.937.096 δρχ. ή 73.182,96 ευρώ. Η συνολική αξία των παροχών που έλαβε ο πατέρας των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό των 42.654.387 δρχ. (17.399.151 + 5.285.986 + 19.969.250).
Συνεπώς το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα του έχει καλυφθεί με τις ανωτέρω παροχές του κληρονομουμένου. Οι ενάγοντες όπως αποδείχθηκε δεν έχουν λάβει κανένα μέρος από τη νόμιμη μοίρα που τους αναλογεί και αντιστοιχεί στο ποσό των 24.937.096 δρχ. ή 73.182,96 ευρώ για τον καθένα και στο ποσό των 49.874.192 δρχ. ή 146.365,92 Ευρώ και για τους δύο και η οποία θίγεται από τις επίδικες δωρεές, οι οποίες υπόκεινται σε μέμψη και πρέπει να ανατραπούν με τη σειρά που ορίζει το άρθρο 1835 παρ. 2 του Α.Κ.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψης η μεταγενέστερη των επίδικων δωρεών, ήτοι αυτή που έγινε προς την πρώτη εναγομένη με το ...1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Α. Τ., αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου 44.950.845 δρχ. πρέπει να ανατραπεί στο σύνολο της, καθόσον θίγει εξ ολοκλήρου τη νόμιμη μοίρα των εναγόντων.
Επειδή με την ανατροπή αυτή δεν ικανοποιείται πλήρως το δικαίωμα των εναγόντων, διότι απομένει ακάλυπτη αξία ύψους 4.923.347 δρχ. (49.874.192- 44.950.845), ήτοι 2.461.673 δρχ. για καθένα από τους ενάγοντες, θα πρέπει να ανατραπεί κατά ένα μέρος και δη κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα τους και η προηγούμενη δωρεά που συστήθηκε υπέρ του δευτέρου εναγομένου με το ...1996 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου.
Για να βρεθεί το ποσοστό κατά το οποίο θα ανατραπεί τίθεται ως αριθμητής του κλάσματος το ποσό της νόμιμης μοίρας που δικαιούνται και οι δύο ενάγοντες (4.923.347) και ως παρονομαστής η αξία του δωρηθέντος ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (44.950.845). Η ανατροπή συνεπώς της ανωτέρω δωρεάς θα πρέπει να γίνει κατά το ποσοστό των 4.923.347: 44.950.845, ήτοι κατά το ποσοστό των 0,1095 (109,5/1000) και για τους δύο ενάγοντες και κατά ποσοστό 0,0547 για τον καθένα από αυτούς (54,75/1000).
Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό του ποσού της τετάρτης παροχής και κατ ' ακολουθία σε λάθος υπολογισμό της πλασματικής κληρονομιάς, της μερίδας της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας των εναγόντων, έσφαλε και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πέμπτος λόγος του εφετηρίου των εναγομένων".
Ακολούθως, Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων με τη δεύτερη αίτηση αναίρεσης και αναιρεσιβλήτων, με την πρώτη τούτων εν μέρει, δια της οποίας εζήτησαν την ανατροπή των στην αγωγή τους αυτή αναφερομένων άστοργων δωρεών προς συμπλήρωση της νομίμου αυτών μοίρας επί της κληρονομιάς του πατέρα τους Α.
Τ.. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως , καθόσον διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα περιστατικά , από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις που περιέχονται στους τέταρτο, (τρίτο μέρος ), πέμπτο, και έκτο, (πρώτο, δεύτερο τρίτο και πέμπτο μέρος) λόγους της πρώτης αίτησης αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Η στον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, περιλαμβανομένη αιτίαση της ίδιας αίτησης για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, καίτοι εδέχθη την ύπαρξη των στον λόγο αυτό αναφερομένων χαριστικών εν ζωή παροχών του κληρονομουμένου προς τους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα α) των ακινήτων, που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. .../8.11.1999 δημόσια διαθήκη του κληρονομουμένου και β) το τίμημα που ο κληρονομούμενος εισέπραξε από την πώληση έξι ακινήτων, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 230.073, 45 ευρώ, δεν υπελόγισε τις εν λόγω παροχές κατά τον προσδιορισμό της πλασματικής κληρονομιάς, είναι απορριπτέα ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν εδέχθη την ύπαρξη των εν λόγω χαριστικών παροχών.
Ειδικότερα δε ως προς τις παροχές που αναφέρονται στην άνω διαθήκη, ως προς τις οποίες δεν υπάρχει καμμία μνεία της αξίας της κάθε παροχής, το Εφετείο αναφέρθηκε ιστορικώς στο περιεχόμενο της, χωρίς να εκφέρει και καταφατική κρίση περί της υπάρξεως τους. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περί του τρόπου που ο κληρονομούμενος διέθεσε το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση των ακινήτων με βάση τα υπ' αριθμ. .../1999 και .../2002 πωλητήρια συμβόλαια και εκείνο που εισέπραξε σε εκτέλεση του .../2002 προσυμφώνου, αρκούσης της επί του προκειμένου σαφούς παραδοχής του Εφετείου, ότι τα ποσά που αντιστοιχούν στο τίμημα που αναφέρεται στα εν λόγω συμβόλαια, δεν κατεβλήθησαν από τον κληρονομούμενο στους αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της δεύτερης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1831 παρ.2 και 1833 του ΑΚ., όπως ίσχυαν προ της αντικαταστάσεως των με το άρθρο 26 του ν. 1329/1983, η προίκα και κάθε άλλη παροχή που έγινε από τον κληρονομούμενο προς τον μεριδούχο εξ' ελευθεριότητος, όπως εκείνη της δωρεάς, είναι καταλογιστέα στην νόμιμη μοίρα, εφ' όσον η παροχή αυτή έγινε υπό τον όρο του καταλογισμού της, είτε ταυτόχρονα με αυτή, είτε και πριν από αυτή, αλλά πάντως αναφορικά με αυτή.
Αντίθετα, κατά το διέπον το δίκαιο της αναγκαστικής διαδοχής και ειδικότερα τις άνω διατάξεις μετά την τροποποίηση τους με τον νόμο 1329/1983, ο καταλογισμός στην νόμιμη μοίρα του αναγκαίου κληρονόμου της δωρεάς, γίνεται ανεξάρτητα από την συνδρομή του περί καταλογισμού όρου. Ειδικότερα η προίκα ήταν πάντοτε καταλογιστέα στην νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, υπό την προϋπόθεση ότι είχε υποβληθεί στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και την μεταγραφή του, σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 1402 και 1406 ΑΚ.
Εάν όμως δεν είχε τηρηθεί ο εν λόγω συστατικός τύπος ήταν καταλογιστέα, με την αξία που είχε κατά τον χρόνο της παροχής, ως δωρεά με την συνδρομή του ανωτέρω όρου περί του καταλογισμού της. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 88 του ιδίου νόμου, οι παροχές που έγιναν στον νόμιμο μεριδούχο μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού, όσον αφορά στον καταλογισμό τους ή μη στην νόμιμη μοίρα και τις προϋποθέσεις αυτού, διέπονται από τις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ.
Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ προκύπτει ότι επί αγωγής με αντικείμενο την μέμψη άστοργου δωρεάς, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα του ενάγοντος κάποιας καταλογιστέας παροχής με την αξία που είχε όταν αυτή έγινε, ως άγων, αληθής υποτιθέμενος, στην εν μέρει ή ολική απόρριψη της αγωγής, αφού περιορίζεται το ποσοστό της νομίμου μοίρας, συνιστά ένσταση και επομένως "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενες προτάσεις των εναγομένων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής των εναγόντων περί μέμψεως άστοργου δωρεάς, αυτοί (οι εναγόμενοι) αμυνόμενοι κατά της εν λόγω αγωγής, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ των άλλων, ότι ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Ν.
Τ., εκ πατρός πάππος των αναιρεσειόντων , κατά το έτος 1965 είχε προβεί σε παροχή με την μορφή της ατύπου προικός προς την θυγατέρα του Ε., με αντικείμενο το ποσό των 450 χρυσών λιρών Αγγλίας υπό τον όρο του καταλογισμού, κατά τον χρόνο που αυτή έγινε, στην νόμιμη μοίρα της (σελ. 11 των προτάσεων των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις οποίες εμπεριέχεται και ο περί καταλογισμού όρος κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, μαζί με τις υπόλοιπες καταλογιστέες, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παροχές του άνω κληρονομουμένου).
Τον αυτοτελή όμως αυτό ισχυρισμό το Εφετείο, ενώπιον του οποίου επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως από την αναιρεσείουσα εναγομένη Ι. Τ., απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω ποσοτικής αοριστίας, διότι δεν περιείχετο σ'αυτόν και ο περί καταλογισμού όρος κατά τον χρόνο που έγινε η άνω χαριστική παροχή. Έτσι, με το να μην λάβει υπόψη του και τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό ότι η άνω παροχή έγινε υπό τον όρο του καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα της εναγούσης, στοιχείο απαραίτητο για την δικονομική του πληρότητα, κατά το πριν τον νόμο 1329/1983 ισχύον δίκαιο της αναγκαστικής διαδοχής, απορρίπτοντας τον άνω ισχυρισμό ως αόριστο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και προς τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της πρώτης αναιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του, επί δε διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητα τού υπό του εναγομένου κατεχομένου πράγματος (Ολ.
ΑΠ17/95, Ολ. ΑΠ 62/90 Ολ. ΑΠ 8/01). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του. (ΑΠ 321/02).
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξ' άλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε ολιγότερα , ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση των, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 του ιδίου Κωδικός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτοί, μεταξύ των άλλων ισχυρισμών, προέβαλον και την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν με την αγωγή τους την ανατροπή των σε αυτή αναφερομένων άστοργων δωρεών, προς συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των που προσεβλήθη από τις δωρεές αυτές, επικαλούμενοι, προς θεμελίωση της ιστορικής της βάσεως, την υπό των εναγόντων επιδειχθείσα έναντι του κληρονομουμένου συμπεριφορά (περιφρόνηση, εγκατάλειψη), αντίθετα προς την αγάπη, την περίθαλψη και τον σεβασμό που εξεδήλωσαν προς αυτόν οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις προς αυτούς (αναιρεσιβλήτους) παροχές εν ζωή του κληρονομουμένου.
Καμμία δε αναφορά δεν γίνεται σε περιστατικά μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, που ήταν δυνατή η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, συνδεόμενα με την εν γένει συμπεριφορά των εναγόντων, όπως η αδράνεια περί την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, συνοδευμένη και με άλλες περιστάσεις, από τις οποίες διαμορφώθηκε κατάσταση εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής, η ανατροπή της οποίας επάγεται δυσμενείς συνέπειες για τους εναγομένους.
Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει λόγω νομικής αοριστίας, την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, την οποία οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι επανέφεραν σ' αυτό με ειδικό λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., την οποία ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε, αφού τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως των, δεν πληρούν το πραγματικό της άνω ουσιαστικής διατάξεως, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της πρώτης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η στον ίδιο λόγο διαλαμβανομένη αιτίαση από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, δεν έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που προεβλήθησαν από τους αναιρεσείοντες για την θεμελίωση της (περιουσιακές παροχές προς τους ενάγοντες από τον κληρονομούμενο, ανάρμοστη συμπεριφορά), είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη όλους τους προταθέντες ισχυρισμούς, βάσει των οποίων έκρινε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση.
Επειδή, "ως πράγματα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας.
Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από τον νόμο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της πρώτης αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό των αναιρεσειόντων προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό περί συνυπολογισμού την πλασματική κληρονομιά του ιδίου ως άνω τιμήματος των 230.079, 45 ευρώ, που ο κληρονομούμενος εισέπραξε και κατέβαλε στον πρώτο αναιρεσίβλητο λόγω δωρεάς.
Όπως, όμως, προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, αυτοί, ως εναγόμενοι, προέβαλαν αορίστως με λόγο εφέσεως τον άνω ισχυρισμό, όπως και πρωτοδίκως, αφού δεν επικαλέσθηκαν και την χρηματική αξία τους κατά τον χρόνο που έγιναν οι παροχές αυτές.
Επομένως, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπόψη του τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, στον οποίο περιείχετο αόριστος ισχυρισμός, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Παρεκτός του ότι το Εφετείο, διά της παραδοχής ότι καμμία άλλη χαριστική εν ζωή παροχή δεν έλαβε χώρα από τον κληρονομούμενο, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απήντησε στον άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Επειδή, με τον έκτο λόγο της πρώτης αναιρέσεως, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος, όπως εκτιμάται, καταλογίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση, αντιστοίχως, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πράγματι όμως από τον αριθμό 8β του ιδίου άρθρου, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "οι γονικές παροχές από τον κληρονομούμενο προς τον μεριδούχο πατέρα τους που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον εντός της τελευταίας προ του θανάτου του δεκαετίας δεν έπρεπε να προστεθούν, κατά νόμο, προς εξεύρεση της πλασματικής κληρονομιάς". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι πρόκειται περί νομικού ισχυρισμού, που δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8β Κ.Πολ.Δ.
Επειδή κατά το άρθρο 220 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 του ν.3994/2011, αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή περί νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.
Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1835 και 1836 ΑΚ συνάγεται ότι το αίτημα της αγωγής περί μέμψεως αστόργου δωρεάς, εφ' όσον είναι καταψηφιστική και όχι αναγνωριστική κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., έχει χαρακτήρα, αφ' ενός μεν διαπλαστικό, που συνίσταται στην ανατροπή της αστόργου δωρεάς κατά το μέτρο που προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, αφ' ετέρου δε καταψηφιστικό, που συνίσταται στην καταδίκη του εναγομένου δωρεοδόχου να καταβάλει στον ενάγοντα μεριδούχο τόσο μέρος από την προς αυτόν γενομένη άστοργη δωρεά (ή και την αντίστοιχη αξία της), όσο χρειάζεται για την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας.
Η παραδοχή της εν λόγω αγωγής επιφέρει την γένεση της ενοχικής υποχρεώσεως του δωρεοδόχου έναντι του μεριδούχου που έχει ως αντικείμενο την προς τον τελευταίο απόδοση του ελλείποντος ποσοστού της νομίμου μοίρας για την συμπλήρωσή της. Η απόδοση αυτή μπορεί να είναι αυτούσια (μεταβίβαση της κυριότητας και νομής του ιδίου του δωρηθέντος πράγματος) ή να συνίσταται στην κατά βολή της χρηματικής αξίας του δωρηθέντος, στο μέτρο που απαιτείται για την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας.
Επομένως, εφ' όσον η διάπλαση ενεργεί πάντοτε ενοχικώς, το καταψηφιστικό αίτημα της ανωτέρω αγωγής περί αποδόσεως αυτουσίων των δωρηθέντων προς συμπλήρωση της νομίμου μοίρας, δεν προσδίδει στην ανωτέρω αγωγή εμπράγματο χαρακτήρα, αφού συναρτάται με την ανωτέρω ενοχική υποχρέωση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το αίτημα περί αποδόσεως του πράγματος προς εκτέλεση ενοχικής υποχρεώσεως από οποιαδήποτε αιτία (σύμβαση, αδικαιολόγητος πλουτισμός) και εκ του λόγου τούτου, ως ενοχική, δεν είναι εγγραπτέα στα βιβλία διεκδικήσεων, όταν δι' αυτής ζητείται η απόδοση του δωρηθέντος ακινήτου προς συμπλήρωση της νομίμου μοίρας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες, εζήτησαν την ανατροπή των δωρεών, ως αστόργων, που έχουν ως αντικείμενο τα ακίνητα που αναφέρονται σ' αυτήν, κατά το μέτρο που απαιτείται για την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος Ν.
Τ., και την απόδοση της νομής των σε αυτούς κατά το ελλείπον ποσοστό της νομίμου μοίρας. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή δεν είναι εγγραπτέα, ως ενοχική, στα βιβλία διεκδικήσεων, το δε Εφετείο που την απέρριψε ως προς το καταψηφιστικό αυτής αίτημα περί αποδόσεως της νομής των ακινήτων, ως απαράδεκτη λόγω της μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της δεύτερης αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων επειδή νίκησαν και νικήθηκαν κατά ένα μέρος σ' αυτήν τη δίκη (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.).
Το αίτημα των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης για την ανάκληση της 633/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο η μεσεγγύηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς εξασφάλιση της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, που υποβάλλεται με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, μετά τη συζήτηση της αναίρεσης είναι απαράδεκτο.
Για τους λόγους αυτούς :
Συνεκδικάζει την από 24-6-2008 αίτηση των Ι. και Ν. Τ. με την από 24-7-2008 αίτηση των Δ. Τ. και Ε. Δ. περί αναιρέσεως της 160/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Αναιρεί την 160/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ