Legislator Case Law & Legislation
1182/2012 AI generated

1182/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1182/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1182/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.- Επειδή, κατά το άρθρο 575 εδ. α, β, γ ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.

Keywords

AI generated
right of access in property standing against building permit Nigerian asylum application extrajudicial composition agreement right of habitation composition request
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1182 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1182/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Ν. Δ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Σφακιανάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσουρούλα-Σωτηροπούλου.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και α πληρεξούσια της αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε τη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, και με την από 15-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου Κρήτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2007 (που διορθώθηκε με την 190/2007) του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 575 εδ. α, β, γ ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.

Νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος έχει τη δυνατότητα και όχι υποχρέωση, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, μία μόνο φορά, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, η οποία ορίζεται αμέσως, χωρίς την έκδοση απόφασης, με επισημείωση στο πινάκιο, μετά από αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή, κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υπέβαλε, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω του "ότι εκκρεμεί ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτησή της για άσκηση αναίρεσης υπέρ του νόμου κατά της προσβαλλόμενης απόφασης". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αβάσιμο, από το Δικαστήριο.

Ήδη, η ίδια διάδικος, με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν την 1-2-2012, ήτοι εκπρόθεσμα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (25-1-2012), επανέφερε το αίτημα αυτό αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, για τον ίδιο λόγο, χωρίς όμως και να επικαλείται άλλα, πρόσθετα στοιχεία, πέραν εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την υποβολή του απορριφθέντος αιτήματος αναβολής στο ακροατήριο.

Ενόψει τούτων, πρέπει το αίτημα αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμο.

2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 3-2-2006 (με αριθ. έκθ. κατ.18/2006) ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αντιδίκου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, η ενάγουσα ανέφερε, ότι έγινε κυρία με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου, κατά θέση και όρια, ακινήτου της, εμβαδού 1.920,51 τ.μ,, το οποίο, μετά την κατά το έτος 1994 διάνοιξη κοινοτικού δρόμου διαμέσου αυτού, χωρίστηκε σε δύο τμήματα, ένα εμβαδού 1072,62 τ,μ και το άλλο εμβαδού 737,98 τ.μ, τα οποία (τμήματα) ειδικότερα, καθ' όρια, περιγράφονται σ' αυτό (δικόγραφο) και ότι η εναγομένη παρανόμως κατά το έτος 1997 κατέλαβε μέρος του τελευταίου ακινήτου των 737, 98 τ.μ από την νότια, ανατολική και δυτική πλευρά του, εμβαδού 482,65 τ.μ, εντός του οποίου τοποθέτησε αυθαίρετα μία ξύλινη φορητή καντίνα, εμβαδού 12,50 τ.μ, ενώ κατά το 2003 τοποθέτησε σε επαφή με την καντίνα αυτή, παράλληλα και δυτικά αυτής, ξύλινο παράπηγμα, εμβαδού 12 τ.μ.

Ότι η εναγομένη κατά το έτος 2005 κατέλαβε νέο τμήμα του πιο πάνω ακινήτου των 737,98 τ.μ, εμβαδού 3,12 τ.μ , συνεχόμενο του ήδη (ως άνω) καταληφθέντος, από την βόρεια πλευρά του, τοποθετώντας περίφραξη από την ανατολική πλευρά του όλου καταληφθέντος ακινήτου και έτσι η καταληφθείσα, (παρανόμως από την εναγομένη), έκταση ανέρχεται σε 485,77 τ.μ, και συνορεύει βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία της (ενάγουσας) και συγκεκριμένα με ερειπωμένη αποθήκη του βορείου τμήματος του ακινήτου αυτής (ενάγουσας), νότια με διανοιχθέντα δρόμο που οδηγεί στην παραλία, ανατολικά με αιγιαλό και δυτικά εν μέρει με την εν λόγω ερειπωμένη αποθήκη και εν μέρει με αγροτικό δρόμο, όπως ειδικότερα εμφαίνεται στο από 10-1-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Α.. Γι' αυτό και ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του ως άνω επιδίκου ακινήτου των 485,77 τ.μ και να υποχρεωθεί η εναγομένη σε απόδοσή του. Από την ως άνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου (των 485,77 τ.μ.) δε δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, και, συνεπώς, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο αυτό.

Το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο και εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο (και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει), δεν προσαρτήθηκε (νόμιμα) στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αφού με τον προσδιορισμό της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο των 737, 98 τ.μ.

και των ορίων του, μεταξύ των οποίων και το ως άνω κτίσμα (αποθήκη), καθώς και την αναφορά των ως άνω κατασκευών στις οποίες προέβη η εναγομένη εντός αυτού δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά την αναιρεσείουσα, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης της τελευταίας.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.

3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ.1 και παρ.2 και 75 παρ.1 και παρ.2 του Εμπ. Νομ., όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ.498/1987 (ΦΕΚ Α' 236) και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ., προκύπτει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρείας (άρθρ.68 παρ.1), συγχώνευση δε με απορρόφηση είναι εκείνη με την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρεία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ.2 του ίδιου άρθρου, και κατά το άρθρο 75 παρ.1 από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφουμένων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) ..., γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν. Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση και την έκανε και κατ'ουσίαν δεκτή, έπρεπε να απορριφθεί ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ αναφέρει στην ανωτέρω ένδικη αγωγή της, ότι το επίδικο ακίνητο το αγόρασε από τον αληθινό κύριο Γ. Τ. δυνάμει του .../1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Κρήτης Νικολάου Καραβελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου στις 27-12-1971, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ Α.Ε", η οποία και έκτοτε νεμόταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το επίδικο ακίνητο και ότι η εν λόγω εταιρεία (αγοράστρια) το έτος 2001, με το .../17-12-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Στυλιανής Αρχοντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο ... (τόμος 712 και αριθμ. ...), συγχωνεύτηκε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΉ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", την οποία απορρόφησε, ενώ συγχρόνως τροποποιήθηκε το καταστατικό της και άλλαξε η επωνυμία και η έδρα της από "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ Α.Ε" με έδρα την ...

σε "ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα το Δήμο ..., η συγχώνευση δε αυτή (με απορρόφηση) εγκρίθηκε (με απόφαση του Νομάρχη), καταχωρίστηκε στις 31-12-2001 στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου (στις μερίδες και των δύο εταιριών) και δημοσιεύθηκε στο τεύχος Α.Ε και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (αριθ.

φύλλου 205/10-1-2002). Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα στην αγωγή, αναφορικά με τη συγχώνευση (με απορρόφηση) των ανωτέρω δύο εταιρειών, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Δεν απαιτείτο δε επιπλέον (για την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας) και η μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου (περί συγχώνευσης των εταιρειών) και στο Υποθηκοφυλακείο Αγίου Νικολάου, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, όπως η αναιρεσείουσα με σχετική ένστασή της υποστήριξε στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα, πριν την συγχώνευση, στην απορροφούσα ανώνυμη εταιρεία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή υπαγωγή του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, είναι αβάσιμος.

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγος έφεσης μπορεί να προβληθεί κάθε πλημμέλεια της απόφασης ήτοι και εκείνη που οφείλεται σε παραδρομή του δικαστηρίου και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διόρθωσης της απόφασης κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αρκεί βεβαίως αυτός που ασκεί για τον λόγο αυτό την έφεση ή την αντέφεση να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.

Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι' αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

Κατ' εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία νίκησε πρωτοδίκως, αφού η αγωγή της έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή, παραπονείται, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής της, ότι παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το από 10-1-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α., που είχε ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αγωγής της και έτσι ανακριβώς τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της εκκαλουμένης 114/2007 απόφασής του περιγράφει ανακριβώς καθ' όρια το επίδικο ακίνητο, από το φερόμενο δε αυτό σφάλμα δημιουργείται εσφαλμένο σε βάρος της δεδικασμένο ως προς τα όρια του ακινήτου του οποίου αναγνωρίστηκε κυρία και διατάχθηκε η απόδοσή του. Γι' αυτό και ζήτησε τη διόρθωση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς τις σχετικές της διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδεκτός.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τον ως άνω λόγο ως παραδεκτό και τον εξέτασε στην ουσία του, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο, ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 14 πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

5.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των δια-τάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώ αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στο οποίο και έπρεπε να την παραπέμψει. Η προβαλλόμενη αιτίαση, όπως από όλο του περιεχόμενο του λόγου αυτού προκύπτει, δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα, και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

6.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητος με χρησικτησία), αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση και η επίβλεψη του ακινήτου.

Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή ν' ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν' ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ει-δικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ.2 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Με το .../1971 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου, Δημητρίου Καραβελάκη, που έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί, η εκκαλούσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ΜΑΗΟ υπό την τότε επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ Α.Ε" και έδρα την ..., αγόρασε κατά κυριότητα από το Γ.

Τ. αγρόκτημα έκτασης 2 περίπου στρεμμάτων με μία ερειπωμένη αποθήκη εντός αυτού, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Καλού Χωριού του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου στη θέση "Καραβοστάσι" και συνορεύει κατά το συμβόλαιο αυτό με οδό που εξυπηρετεί την αποθήκη κληρονόμων ..., με ακτή θαλάσσης και με ιδιοκτησίες του πωλητή της Ε.

Λ., του Γ. Τ. και της Ά. Κ., όπως το πωληθέν εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., που έχει επισυναφθεί στο .../1966 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου. Ο πωλητής Γ. Τ. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό με αγορά από τη Δ. χήρα Ι. Μ. με το .../1966 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί, ενώ στην εν λόγω πωλήτρια είχε περιέλθει το ίδιο ακίνητο με την 27/1955 έκθεση κλήρωσης του Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί.

Το ακίνητο αυτό το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην περιοχή, συνολικής έκτασης 60 περίπου στρεμμάτων, είναι αγροτικό και περιέχει κυρίως ελαιόδεντρα και χαρουπιές, τμήμα δε αυτού παραμένει ακαλλιέργητο με δασική βλάστηση. Η ανωτέρω αγοράστρια εταιρεία το έτος 2001 με το .../17-12-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Στυλιανής Αρχοντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως Λασιθίου (τόμος 712 και αριθ. ...), εγκρίθηκε με την 46643 731-12-2001 απόφαση του Νομάρχη Λασιθίου, καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου και δημοσιεύθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου και δημοσιεύθηκε στο τεύχος Α.Ε και ΕΠΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (αρ.

φύλλου 205/10-1-2002) συγχωνεύτηκε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΗΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα το ... την οποία απορρόφησε, ενώ συγχρόνως τροποποιήθηκε το καταστατικό της και άλλαξε η επωνυμία και η έδρα της από "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ Α.Ε" με έδρα την ... σε "ΜΑΗΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα το Δημοτικό Διαμέρισμα ...

του Δήμου ... και, συνεπώς, αντίθετα με ότι υποστηρίζει η εναγομένη αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής της, ενώ δεν απαιτείτο η μεταγραφή του ανωτέρω συγχωνευτικού συμβολαίου και στο Υποθηκοφυλακείο Αγίου Νικολάου, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο της, όπως επίσης αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα αγοράστρια εταιρεία από το έτος 1971 που αγόρασε το ακίνητο ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια αποκλειστικής κυρίας και ειδικότερα από το έτος 1971 έως το έτος 1981 είχε αναθέσει στο όνομα και για λογαριασμό της στον Μ. Μ., την περισυλλογή του ελαιοκάρπου και των χαρουπιών, ενώ στη συνέχεια από το έτος 1981 ανέθεσε την ίδια εργασία στον Ε.

Λ.. Επίσης στο ίδιο χρονικό διάστημα είχε εκμισθώσει τη χορτονομή της ίδιας περιοχής στο βοσκό Κ. Β., ο οποίος έβοσκε κάθε έτος τα ζώα του. Στη συνέχεια το έτος 1994 η τότε Κοινότητα Καλού Χωριού αποφάσισε να διανοίξει δρόμο προς την παραλία, ο οποίος έπρεπε να διέλθει μέσω του ακινήτου της ενάγουσας. Ο πρόεδρος τότε αυτής (Κοινότητας) Μιχ Μ.

απευθύνθηκε στον πρόεδρο του Δ.Σ της εταιρείας, για να του επιτρέψει τη διάνοιξη του δρόμου, ο οποίος τουλάχιστον από το 1968, που εμφανίζεται και σε σχετική αεροφωτογραφία της περιοχής, είχε διαμορφωθεί άτυπα από τους λουόμενους που διέρχονταν από εκεί για να μεταβούν στην παραλία για να κάνουν μπάνιο.

Ο τελευταίος αν και αρχικά έφερε αντιρρήσεις, στη συνέχεια συμφώνησε και παραχώρησε τμήμα του ακινήτου της, εμβαδού 105,89 για τη διάνοιξη της οδού που οδηγούσε στην παραλία. Με τον τρόπο αυτό το ακίνητο των 2.000 τ.μ. περίπου χωρίστηκε σε δύο τμήματα το νότιο, εμβαδού εκτάσεως 1072,62 τ.μ. και το βόρειο στο οποίο βρίσκεται και η ερειπωμένη αποθήκη εκτάσεως 737,98 τ.μ.

τα οποία τμήματα και δρόμος εμφαίνονται αναλυτικά στο από 20-1-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου-Μηχανικού Ε. Α.. Η καλλιέργεια και εκμετάλλευση του ακινήτου της ενάγουσας συνεχίστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο μέχρι το έτος 1997 χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Πριν από αυτήν το ακίνητο από το 1966 που το αγόρασε και μέχρι το έτος 1971 που το πώλησε το νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια αποκλειστικού κυρίου ο δικαιοπάροχός της Γ.

Τ., ο οποίος καλλιεργούσε τα χαρουπόδενδρα και ελαιόδενδρα του ακινήτου, συνέλεγε τους καρπούς του και εκμίσθωνε την χορτονομή του σε ποιμένες της περιοχής, ενώ πριν από αυτόν από το έτος 1955, που το απέκτησε, μέχρι το έτος 1966, που το πώλησε, ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια αποκλειστικής κυρίας η δικαιοπάροχος αυτού Δ.

χήρα Ι. Μ.. Σημειώνεται ότι στην 27/1955 έκθεση κλήρωσης το ακίνητο, που περιέρχεται τότε στην Δ. χήρα Ι. Μ. εμφανίζεται να έχει έκταση μισού στρέμματος περίπου, αλλά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το ακίνητο εμβαδού 2.000 τ.μ. περίπου, που μεταβιβάστηκε στην συνέχεια στον Γ. Τ. και από αυτόν στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ" και τμήμα του αποτελεί το επίδικο ακίνητο και των δύο αγωγών, ενόψει του ότι α) το 1955 το ακίνητο δεν μετρήθηκε από μηχανικούς αλλά από ιδιώτες πραγματογνώμονες που είχαν ορισθεί να καταρτίσουν τους κλήρους δεκάδων προς διανομή ακινήτων, οι οποίοι όρισαν την έκταση του ακινήτου κατά προσέγγιση, β) τα όρια του ακινήτου είναι χαρακτηριστικό, αφού αυτό βρίσκεται στην μίχο κόλπου της περιοχής και γ) σε κάθε περίπτωση το έτος 1966 που αυτό πωλήθηκε στον Γ.

Τ. τοπογραφήθηκε επακριβώς και συντάχθηκε το από 15-2-1966 ακριβέστατο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ. που εμφανίζει το όλο ακίνητο μαζί με την χαρακτηριστική για την ταυτοποίησή του αποθήκη να έχει έκταση 2.003,81 τ.μ, το δε διάγραμμα αυτό επισυνάφθηκε στο .../1966 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η εκκαλούσα- ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία πρώην "ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ και νυν ΜΑΗΟ" έχει γίνει κύρια του όλου αυτού ακινήτου με τακτική άλλως και με έκτακτη χρησικτησία, αφού νέμεται αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων της από το έτος 1955 και μέχρι το έτος 1997 για το τμήμα του ακινήτου της που όπως θα αναφερθεί κατωτέρω κατέλαβε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα μέχρι δε και την άσκηση της αγωγής της για το υπόλοιπο μη αμφισβητούμενο τμήμα του όλου ακινήτου της.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το έτος 1997 η εναγομένη, επειδή δεν μπορούσε να ηλεκτροδοτήσει την κινητή καντίνα, που διατηρούσε από το έτος 1986 σε ακίνητο του συζύγου της Νικολάου, το οποίο βρίσκεται στην ίδια περιοχή και σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το ανωτέρω ακίνητο της ΜΑΗΟ, αλλά και επειδή ήθελε να μετακινήσει την καντίνα της σε πλεονεκτικότερη θέση επί του αιγιαλού, αποφάσισε να μεταφέρει αυτή, μετά από προτροπή του προέδρου της τότε κοινότητας Καλού Χωριού επί κτήματος που διαχειριζόταν η κοινότητα αυτή στην παραλία και να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για την ηλεκτροδότησή της.

Για το λόγο αυτό υπέβαλλε στις 31-1-1997 προς την Κοινότητα ιδιόγραφη αίτηση με την οποία ζητούσε να της δοθεί η άδεια να τοποθετήσει την καντίνα στην παραλία στη θέση Καραβοστάσι, δηλώνοντας συγχρόνως ότι θα σεβαστεί το περιβάλλον και τις αποφάσεις και υποχρεώσεις της προς την Κοινότητα. Την αίτηση της αυτή ενέκρινε το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Καλού Χωριού με απόφασή του η οποία λήφθηκε στις 6-3-1997 όπως αποδεικνύεται και από το προσαγόμενο σχετικό απόσπασμα αυτής.

Στη συνέχεια όμως η εναγομένη εισήλθε στο βόρειο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας και σταδιακά κατέλαβε τμήμα αυτού εκτάσεως 485,77 τ.μ. η οποία συνορεύει βόρεια με την λοιπή ιδιοκτησία της ΜΑΗΟ (την ερειπωμένη αποθήκη) ανατολικά με τον αιγιαλό, δυτικά με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία της ΜΑΗΟ και νότια με διανοιχθέντα δρόμο προς παραλία όπου τοποθέτησε και λειτουργεί την καντίνα από τότε μέχρι σήμερα, απαγορεύοντας στους μισθωτές της ΜΑΗΟ να εισέρχονται σ' αυτό και να συλλέγουν τους καρπούς.

Όταν αργότερα η Κοινότητα ζήτησε να της καταβάλλει το μίσθωμα, για την εκμίσθωση κοινοτικού ακινήτου όπως είχαν συμφωνήσει, η εναγομένη Ε. Δ. αρνήθηκε ισχυριζόμενη ότι η καντίνα βρισκόταν σε ακίνητο ιδιοκτησία της. Η εναγομένη στη συνέχεια άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου στρεφόμενη κατά της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης του Καλού Χωριού, του Δήμου Αγίου Νικολάου, του Ελληνικού Δημοσίου κλπ, ζητώντας να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας επί του επιδίκου, ισχυριζόμενη ότι είχε αποκτήσει αυτό με έκτακτη χρησικτησία.

Στη δίκη αυτή η ΜΑΗΟ άσκησε κύρια παρέμβαση ζητώντας ν' αναγνωριστεί η ίδια προσωρινά νομέας αυτού. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 75/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου, η οποία απέρριψε την μεν αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, τη δε κύρια παρέμβαση της ΜΑΗΟ για το λόγο ότι δεν πιθανολογήθηκε το στοιχείο του επικείμενου κινδύνου και της βλάβης των συμφερόντων της.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τη 41/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Εξάλλου, την τελευταία διετία πριν την άσκηση των ένδικων αγωγών η εναγομένη Ε. Δ. ξερίζωσε τα δένδρα του επιδίκου, ισοπέδωσε το χώρο, φύτευσε νέα δέντρα και το περιέφραξε. Κατά τα λοιπά αυτή δεν απέδειξε πράξεις νομής στο ακίνητο πριν το έτος 1997 που παράνομα το κατέλαβε.

Οι μάρτυρες, οι οποίες εξετάστηκαν με επιμέλειά της τόσο στο ακροατήριο όσο και στη συμβολαιογράφο, αναφέρονται σε "πράξεις νομής της σ' αυτό κυρίως από το έτος 1992. Αυτές όμως ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμες, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Την αβασιμότητα των ισχυρισμών τους επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η εναγομένη Ε.

Δ. υπέβαλλε, α) αίτηση στην Κοινότητα στις 31-1-1997 και β) αίτηση για ηλεκτροδότηση στη ΔΕΗ στις 2-4-1997 και, επομένως, αφού ο λόγος μετακίνησης της καντίνας ήταν η ηλεκτροδότησή της όπως και όλοι οι μάρτυρες αποδέχονται, ποιος θα ήταν ο λόγος αναμονής πέντε ετών για την υποβολή των σχετικών αιτήσεων. Εξάλλου, μόνο ο μάρτυρας που εξετάστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Γ.

Π., ο οποίος σημειωτέον ήταν αντίδικός της (καθού η αίτηση) στην ανωτέρω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής, αναφέρεται σε πράξεις νομής στο ακίνητο με γενικές αναφορές πριν το έτος 1992, χωρίς όμως να προσδιορίζει συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες, οι οποίες περαιτέρω δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.

Το γεγονός ότι η καντίνα μεταφέρθηκε στο ακίνητο αυτό το έτος 1997 επιβεβαιώνεται και από τη με χρονολογία 22-6-1995 αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, στην οποία εμφανίζεται το επίδικο χωρίς την ύπαρξη καντίνας εντός αυτού, ενώ η θέση αυτής (καντίνας) εμφανίζεται σε σημείο 90 περίπου μέτρων ανατολικότερα του επιδίκου.

Επίσης οι ισχυρισμοί της εναγομένης Ε. Δ. ότι καθάριζε το επίδικο από το έτος 1978, φρόντιζε τα δέντρα και πραγματοποίησε χωματουργικές εργασίες μεγάλης έκτασης το έτος 1992 καταρρίπτονται και από τις προσαγόμενες από την ΜΑΗΟ φωτογραφίες (6) που ελήφθησαν την 1-6-2003 και από τις οποίες σαφώς αποδεικνύεται ότι τα δέντρα ήταν ακαλλιέργητα και ο περιβάλλων χώρος δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε διαμόρφωση τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία αυτή.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε στον αδελφό του συζύγου της εναγομένης Ε. Δ., ο οποίος το δώρισε άτυπα στο σύζυγό της και αυτός στη συνέχεια στην ενάγουσα...Το αίτημα της Ε. Δ. για επίδειξη από την ΜΑΗΟ του τοπογραφικού διαγράμματος των ακινήτων της συνολικού εμβαδού 60 στρεμμάτων, που βρίσκονται στην περιοχή του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί γιατί, αφενός μεν η ΜΑΗΟ δεν επικαλείται σαφώς την ύπαρξη τέτοιου διαγράμματος και αφετέρου ακόμα κι αν υπάρχει τέτοιο διάγραμμα, αυτό δεν συνδέεται κατά κανένα τρόπο με τα θέματα απόδειξης της ένδικης υπόθεσης και γι' αυτό η ΜΑΗΟ δεν έχει υποχρέωση να το επιδείξει κατά το άρθρο 450 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο εκτός α) από την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 485,77 τ.μ στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτού και β) τις αιτιολογίες για το ποια από τις εταιρείες ΑΚΤΗ ΗΑΙΟΥ και ΜΑΗΟ απορρόφησε μετά την συγχώνευση την άλλη και συνεπώς για τις αιτιολογίες απόρριψης της ένστασης έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ΜΑΗΟ που προέβαλε η Ε.

Δ. και αφού απέρριψε την αγωγή και την ένσταση ιδίας κυριότητας της Ε. Δ. έκανε δεκτή την αγωγή της ΜΑΗΟ ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και γι' αυτό αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το θέμα της συγχώνευσης με απορρόφηση των δύο εταιρειών με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής και αφού τεθεί ο ορθός αριθμός πρακτικού κλήρωσης που είναι 27/1955 και το ορθό όνομα "Δημήτριος" του συμβολαιογράφου που συνέταξε τα .../66 συμβόλαια αντί των εσφαλμένων 21/1977 και "Νικόλαος", αντιστοίχως, που από παραδρομή του δικαστηρίου αναφέρθηκαν στην εκκαλουμένη απόφαση ο σχετικός λόγος έφεσης της Ε.

Δ. (αναιρεσείουσας), που υποστηρίζει τα αντίθετα θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και η έφεσή της στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση. Περαιτέρω από το ανωτέρω σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου στο διατακτικό αυτής πλήττεται η νικήσασα εταιρεία ΜΑΗΟ, αφού δημιουργείται δεδικασμένο που μπορεί να επηρεάσει στο μέλλον δυσμενώς την εκτέλεση της απόφασης και τα εν γένει συμφέροντα της ΜΑΗΟ γιατί δημιουργεί ασάφεια για τον προσανατολισμό στα σημεία του ορίζοντα του ακινήτου του οποίου κηρύχθηκε αυτή κυρία και γι' αυτό πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης αυτής, που κρίθηκε παραδεκτός να γίνει δεκτός και ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτής που δίκασε και έκανε δεκτή την αγωγή της ΜΑΗΟ και, αφού κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική έρευνα να εξετασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή αυτή ...

να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο εμβαδού 485,77 τμ ανήκει κατά κυριότητα στην ΜΑΗΟ Α.Ε και καταλήφθηκε από την Ε. Δ. σταδιακά από το έτος 1997 και εφεξής. Αυτό βρίσκεται στη θέση "Καραβοστάσι, Καλού Χωριού του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της, στην περιοχή και συνορεύει βόρεια με λοιπή ιδιοκτησία της ενάγουσας ΜΑΗΟ, νότια με διανοιχθέντα δρόμο προς παραλία, ανατολικά με αιγιαλό και δυτικά εν μέρει με λοιπή ιδιοκτησία ΜΑΗΟ και εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Μι- Μια- Μιγ(2)- 1δ- Μιε- Μ4- ΜΙ5- ΜΙ 5α-Μ15β- Μ15γ- Μι στο από 10-1-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε.

Α.. Αναφορικά με το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η γνησιότητά του αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα, αλλά αποδείχθηκε ότι είναι γνήσιο προερχόμενο από τον εκδότη του, που έχει θέσει τη σφραγίδα της επαγγελματικής του δραστηριότητας και την υπογραφή του επ' αυτού, εμμέσως δε συνομολογείται τούτο και από την αναιρεσείουσα, αφού αυτή, όπως η ιδία αναφέρει, έχει υποβάλλει κατά του ανωτέρω Ε.

Α. και για το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα την ΒΙΟ/2/μήνυσή της για πλαστογραφία ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λασιθίου, θεωρώντας, επομένως, ότι αυτός είναι ο συντάκτης του διαγράμματος. Όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, της εκ μέρους της τελευταίας απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου (και των δύο αντίθετων αγωγών) και της μη απόκτησης της κυριότητας αυτού εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τον επικαλούμενο με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68 παρ.1 και παρ.2, 74 και 75 παρ.1 και παρ.2 του Εμπ.

Νομ., όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ.498/1987 (ΦΕΚ Α' 236) και το τρίτο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ., και των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, τους οποίους (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Τέλος, και η αιτίαση, που διατυπώνεται με τον ίδιο ως άνω λόγο, με την οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη είναι, σύμφωνα με το προεκτεθέντα, απαράδεκτη.

7.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής ή έφεσης ή προτάσεων αναφορικά με περιεχόμενη σ' αυτές ένσταση κ.λ.π.

οπωσδήποτε δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση αυτή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της ένδικης αγωγής και της έφεσης της αναιρεσίβλητης ως ορισμένων και την απόρριψη της (προβαλλόμενης με τις προτάσεις της) ένστασής της περί πλαστογραφίας του από 10-1-2006 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του Ε.

Α. ως αόριστης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, τυχόν σφάλμα της απόφασης συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής της έφεσης, καθώς και της ένστασης δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης.

8.- Επειδή, ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δι-καίου. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, όταν προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που προβλέπει τη συνεκδίκαση εκκρεμών υποθέσεων, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και πέμπτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με τη διάταξή της περί συνεκδίκασης των αντίθετων αγωγών και εφέσεων των διαδίκων και αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματός της για επίδειξη εγγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

9.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1033,1192 παρ.1, 1198, 1041, 1042, 1043, 1044, 1045, 1046, 1047, 1048, 1049, 1050, 1051 και 1094 ΑΚ, η οποία, όπως από το όλο περιεχόμενο του λόγου αυτού προκύπτει, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατ' αυτήν) εκτίμηση των θεμελιούντων τις ένδικες αγωγές πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου των διαλαμβανομένων σ'αυτόν εγγράφων. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

10.- Επειδή, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο (και) τις εξής πλημμέλειες, α) ότι δεν έλαβε υπόψη τις προβληθείσες νομοτύπως ενστάσεις της περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής και της έφεσης της αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας, β) ότι έλαβε υπόψη ένσταση αμφισβήτησης της γνησιότητας του από 10-1-2006 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Ε.

Α., την οποία και απέρριψε ως απαράδεκτη, ενώ δεν προτάθηκε από αυτήν τέτοια ένσταση, γ) ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη προέβη μόνο σε άρνηση της δικής της αγωγής και της έφεσης, χωρίς να προτείνει καμία σχετική ένσταση, δ) ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες νομοτύπως ισχυρισμούς της περί ακυρότητας των .../1966 και .../1971 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Κρήτης Δημητρίου Καραβελάκη και του συνημμένου στο πρώτο από αυτά σχεδιαγράμματος του υπομηχανικού Μ.

Μ., λόγω του ότι τα αναφερόμενα σ'αυτά περιστατικά τα σχετικά με την κυριότητα των πωλητών και την ταυτότητα των πωλουμένων ακινήτων δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ε) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας του .../17-12-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Στυλιανής Αρχοντάκη για τη συγχώνευση των ανώνυμων εταιρειών ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΗΟ με την απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και τη σύγχρονη αλλαγή επωνυμίας της σε ΜΑΗΟ Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία, λόγω του ότι δεν περιείχετο σ' αυτό άρθρο σχετικό με την εκτίμηση ενεργητικού και παθητικού και καθαρής θέσης της απορροφούσας εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις και, ειδικότερα, ως προς την υπό στοιχείο α' αιτίαση ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σχετικός περί απαραδέκτου της αγωγής και της έφεσης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ελήφθη υπόψη και απερρίφθη, ως προς την υπό στοιχείο β' αιτίαση ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ως προς την υπό στοιχείο γ' αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν εμπίπτει στην προεκτεθείσα έννοια του πράγματος και συνιστά επιχείρημα της αναιρεσείουσας υπέρ των απόψεών της και, τέλος, ως προς τις υπό στοιχεία δ' και ε' αιτιάσεις ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί περί ακυρότητας των ως άνω εγγράφων δεν είναι νόμιμοι, αφού τα πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα αναφέρει για να στηρίξει την ακυρότητά τους και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν τα εν λόγω έγγραφα άκυρα, και, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών.

11.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" λήφθηκε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, οι από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος και ένατος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διατυπώνονται με τον ως άνω έβδομο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη "πράγματα", λαμβάνοντας υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, α) το από 10-1-2006 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Ε.

Α., το οποίο αυτή προσέβαλε ως πλαστό, β) τις από 10-4-2000 και 5-3-2010 έγγραφες γνωμοδοτήσεις του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Α., οι οποίες δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι ο εν λόγω μηχανικός δεν είχε τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις για να γνωμοδοτήσει για την ερμηνεία αεροφωτογραφιών και επιπλέον συντάχθηκαν η μεν πρώτη για τη χρήση ποινικού δικαστηρίου και μόνο, η δε δεύτερη μετά από μήνυσή της εναντίον του για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης δικαστηρίου, γ) την .../5-3-2010 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Αικατερίνης Κονταράκη, (στο αναιρετήριο από προφανή παραδρομή αναφέρεται η .../15-3-2010 ένορκη βεβαίωση, που αφορά δικό της μάρτυρα), η οποία όμως δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως υπεράριθμη, αφού ήταν τέταρτη στη σειρά επίκλησης των ένορκων βεβαιώσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Επίσης έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα αεροφωτογραφία του 1968 χωρίς αυτή να προσκομιστεί και να γίνει επίκλησή της. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, και ειδικότερα η υπό στοιχ. α', διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα αποδείχθηκε ότι είναι γνήσιο, η δε ένσταση περί "διανοητικής" πλαστογραφίας αυτού απερρίφθη ως αόριστη, οι υπό στοιχ.

β' και γ', διότι, όπως πιο κάτω στη σκέψη που αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ειδικότερα εκτίθεται, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν είναι ανεπίτρεπτα από το νόμο. Τέλος, η τελευταία αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι το αποδειχθέν με την ως άνω αεροφωτογραφία περιστατικό, ότι ο προαναφερόμενος κοινοτικός δρόμος που διανοίχθηκε (από την Κοινότητα Καλού Χωριού) κατά το έτος 1994 ήταν σχηματισμένος από το 1968, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προαναπτυχθείσα έννοια.

Πέραν τούτου η ως άνω αιτίαση είναι, σε κάθε περίπτωση, αναφορικά μεν με τη μη προσκόμιση της αεροφωτογραφίας, απαράδεκτη, αφού βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό πόρισμα "και από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι", η βεβαίωση δε αυτή του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008), ενώ αναφορικά με τη μη επίκλησή της είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από τις από 15-3-2010 προτάσεις της αναιρεσείουσας, που υπέβαλε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε, για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι ο ανωτέρω δρόμος, (που οδηγεί στην παραλία), είχε διανοιχθεί πολύ πριν το 1990, που ισχυρίστηκε η αναιρεσίβλητη, τις αεροφωτογραφίες 14414 και 14475/1966 του Γενικού Επιτελείου Στρατού και σε μία από αυτές προφανώς αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει, από παραδρομή δε αναφέρθηκε το έτος 1968 αντί του έτους 1966.

12.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να συνάγει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, φωτογραφίες, οι οποίες, κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και το ουσία βάσιμο της δικής της αγωγής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) Το υπ' αριθ.

πρωτ. 148/13-2-2007 πιστοποιητικό ακτημοσύνης της αναιρεσίβλητης του Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου, 2) τα με χρον. 13-2-2007 αντίγραφα μερίδων 13/3753 και 17/4943 της Ανώνυμης Τουριστικής Εταιρείας ΑΚΤΗ ΗΛΙΟΥ ΑΕ έκδοσης του Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου, 3) αντίγραφα μερίδων χρον. 13-2-2007, μερ. 3/1684Π και 13/3752 του αγοραστή και στη συνέχεια πωλητή Γ.

Τ. Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου, καθώς και τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια που αναφέρονται σε αυτήν, 4) το υπ' αριθ. πρωτ. 2967/2-3-2005 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης αυτής του Δήμου Αγίου Νικολάου και τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της Ν. Δ., 5) το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της κόρης της Μ.

συζ. Ν. Μ. του Δήμου ..., 6) την υπ' αριθ. πρωτ. 1209/21-4-2005 πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Λασιθίου μετά του επισυναπτομένου τοπογραφικό διαγράμματος αυτής και με στοιχεία 1,2,3,...,14,15,1, 7) την υπ' αριθ. πρωτ. 22138/946/15-5-2003 απάντηση της Δ/νσης Πολεοδομίας Αγίου Νικολάου στην με χρον. 13-5-03 αίτησή της και την 7311/9-11-87 Απόφαση του Νομάρχη Λασιθίου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ και το επισυναπτόμενο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, χρον.

Φεβρουάριος 1975, 8) το ΦΕΚ Τεύχος 4, φύλλο 93/16-2-1990 στο οποίο δημοσιεύθηκε το σχετικό διάταγμα, καθώς και το σχετικό σχεδιάγραμμα της ΚΔ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, συνοδευτικό του 1054/99 εγγράφου της, 9) τις 9 άδειες λειτουργίας της στάσιμης καντίνας και δη τις με χρον. 30-6-1986, 22-5-1990, 13-11-1991, 30-8-1993, 1994, 6-6-1995, 12-8-1997, 16-2-2006 και 1-2-2010, καθώς και τις από 1-4-97 και 31-1-1997 αιτήσεις της για άδεια ηλεκτροδότησης της καντίνας, καθώς και την 29/1992 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Καλού Χωριού , 10) την υπ' αριθ.

πρωτ. .../17-5-85 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Μαρίας Τζενάκη-Ταβλά, 11) την με αριθ. εκθ. κατ. 74/2003 αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής για το επίδικο και την κυρία παρέμβαση που άσκησε στη δίκη αυτή με τις προτάσεις η αναιρεσίβλητη, την 75 /2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και την 41/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, 12) το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του υπομηχανικού Μ.

Μ., 13) τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν το επίδικο ακίνητο και την γύρω περιοχή και την καντίνα 14) την 14475 έτους 1966 αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, 15) το επισυναπτόμενο στην με αριθ. εκθ. κατ.85/2006 αγωγή της τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, 16) την 27/55 έκθεση κλήρωσης του Πρωτοδικείου Λασιθίου και 17) το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της Μ.

Κ.. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο σε προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, ως μη αποτελούντα ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο δηλαδή των "εγγράφων", δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και τις ένδικες αντίθετες αγωγές των διαδίκων (με αριθ. έκθ. κατ. 18/2006 και 85/2006), με τα ενσωματωμένα σχεδιαγράμματα, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι αγωγές αυτές δεν είναι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ.

13.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση το χρόνο έναρξης της ισχύος του από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) και προσδιοριστικό κριτήριο την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 22 του ν. 2915/2001), η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 12-2-2007.

Παράλληλα με την ως άνω διάταξη (του άρθρου 270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ) τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, σύμφωνα με αυτήν, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά.

Σε περίπτωση προσκομιδής περισσότερων ενόρκων βεβαιώσεων θα ληφθούν υπόψη μόνο τρεις, προσφορότερο δε κριτήριο για την επιλογή αυτών που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά επίκλησής τους. Περαιτέρω, η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση τρίτων του άρθρου 1 του ν.δ. 105/69 ή 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις του ανωτέρω άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, ούτε οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.

Κατά τη διάταξη όμως του εν λόγω άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης. Η ως άνω όμως ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυτα, αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου.

Τέλος, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα: α) την από 31-3-1992 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/86 του Ν. Δ. προς την Κοινότητα Καλού Χωριού, β) την .../5-3-2010 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Αικατερίνης Κονταράκη, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως ήταν υπεράριθμη, αφού ήταν τέταρτη στη σειρά επίκλησης των ένορκων βεβαιώσεων και γ) τις από 10-4-2000 και 5-3-2010 έγγραφες γνωμοδοτήσεις του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.

Α., οι οποίες δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι ο εν λόγω μηχανικός δεν είχε τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις για να γνωμοδοτήσει για την ερμηνεία αεροφωτογραφιών και επιπλέον συντάχθηκαν η μεν πρώτη για τη χρήση ποινικού δικαστηρίου και μόνο, η δε δεύτερη μετά από μήνυσή της εναντίον του για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως προς τις τρεις αιτιάσεις του και, ειδικότερα, ως προς την πρώτη, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω δήλωση, που συνεκτιμήθηκε με τις μαρτυρικές καταθέσεις, δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη δίκη και, επομένως, ως άκυρο απλώς αποδεικτικό μέσο (μαρτυρία) όχι δε και ανυπόστατο, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη δίκη, ως προς την δεύτερη, επίσης ως αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά τρεις μόνο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, με τη σημείωση ότι η πρώτη κατά σειρά επίκλησης ένορκη βεβαίωση με αριθμό .../19-4-2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Πελαγίας Σπανάκη δεν λαμβάνεται υπόψη ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, διότι λήφθηκε για τη δίκη χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, και, τέλος, ως προς την τρίτη (αιτίαση) ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι λόγοι δεν καθιστούν ανεπίτρεπτη τη χρήση του ως άνω αποδεικτικού μέσου.

14.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνονται και τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι η αγωγή και η έφεση. Και ναι μεν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέρα από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλά παρέχει στον Άρειο Πάγο τη δυνατότητα εκτίμησης των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να κρίνει εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) Των δύο (2) αντίθετων ένδικων αγωγών (με αριθμούς κατάθεσης 18/2006 και 85/2006) και της 56/2007 έφεσης της αναιρεσίβλητης, 2) της από 31-1-1997 αίτησης της αναιρεσείουσας προς την Κοινότητα Καλού Χωριού και της από 6-3-1997 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου της εν λόγω Κοινότητας, 3) του από 10-1-2006 τοπογραφικού δια-γράμματος του πολιτικού μηχανικού Ε.

Α., 4) των .../1971 και .../1966 συμβολαίων και 5) της 27/1955 έκθεσης κλήρωσης του Πρωτοδικείου Λασιθίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και, ειδικότερα, όσον αφορά τα υπ' αριθ.1 διαδικαστικά έγγραφα (της ενεστώσας δίκης) ως απαράδεκτος, ενώ όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά, από την εκτίμηση όμως των εγγράφων αυτών σε συνδυασμό και με τα άλλα αναφερόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση) αποδεικτικά μέσα κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τα .../1971 και .../1966 συμβόλαια και την 27/1955 έκθεση κλήρωσης του Πρωτοδικείου Λασιθίου, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον τα έγγραφα αυτά έχουν σχέση με την πρώτη αιτιολογία της απόφασης, ενώ η δεύτερη αιτιολογία της για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

15- Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου από την 114/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και από τις προαναφερθείσες αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων (75/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και 41/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου). Επομένως, ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι, κατά παράβαση του νόμου, στην μεν πρώτη περίπτωση, δε δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που δέσμευε την εκ νέου εξέταση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού με την έφεση της τελευταίας δεν ζητείτο η εξαφάνισή της, στη δε δεύτερη, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις των ασφαλιστικών ως προς το ζήτημα της νομής του επιδίκου ακινήτου, είναι αβάσιμος.

16.- Επειδή, μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠ-ΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάστηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλία. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το έκτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, διατεινόμενη ότι, κακώς δεν απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω πλασματικής ερημοδικίας της, αφού αυτή κατέβαλε το δικαστικό ένσημο εκπροθέσμως (μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων) είναι απαράδεκτος.

17.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 στοιχ. γ' και 217 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι τα δικόγραφα που είναι εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή και η έφεση, πρέπει να περιέχουν συγκεκριμένο αίτημα, γιατί χωρίς αυτό, το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να ενεργήσει (ΚΠολΔ 106).

Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 3, 520 παρ. 1 και 522 του ΚΠολΔ, ως αίτημα νοείται αυτό που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 525 ΚΠολΔ, αντικείμενο της έφεσης και της δευτεροβάθμιας δίκης μπορεί να αποτελέσει κάθε αίτηση που έχει υποβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αν δεν έχει αποφανθεί γι' αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Συνάγεται, εντεύθεν, ότι το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης είναι ίδιο με της πρωτοβάθμιας, μεταβιβάζεται δε στο εφετείο κατά τα κεφάλαια που εξεκλήθη. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερευνά αν οι κατώτεροι δικαστές αποφάσισαν ορθά, σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν τους, αλλά αν, κατά την ενώπιον του εφετείου νέα συζήτηση της διαφοράς, η απόφαση επιδοκιμάζεται ως ορθή, σύμφωνα με το συμπληρωμένο υλικό και τους νέους ισχυρισμούς, που, κατά τα άρθρα 527 και 529 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος δικαιούται να προσκομίσει και να προτείνει αντίστοιχα, για πρώτη φορά ενώπιόν του.

Έπεται, συνεπώς, ότι το αίτημα για εξαφάνιση της εκκαλουμένης δεν εμπίπτει στο πρωταρχικό αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση δεν επιτελεί λειτουργία ελεγκτική της απόφασης. Γι' αυτό, η κατά το άρθρο 535 παρ 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης θεσμοθετείται ως αυτεπάγγελτη υποχρέωση του δικαστηρίου, όταν κρίνει έστω και έναν λόγο της έφεσης βάσιμο, και δεν έχει την έννοια ότι το εφετείο εξαφανίζει την προσβληθείσα απόφαση μόνο κατόπιν αίτησης του εκκαλούντος.

Ούτε ακόμα το εφετείο υποχρεούται να απαγγείλει ρητώς την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά αρκεί να καταστήσει σαφές στους ενδιαφερομένους ότι η απόφασή του εισέρχεται στη θέση της πρωτοβάθμιας, η οποία, εκ μόνου του λόγου τούτου, παύει να υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.9 περ, α'και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, αφενός, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα προέβη σε εξαφάνιση της πρωτόδικης 114/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου χωρίς με την έφεση της αναιρεσίβλητης να ζητείται κάτι τέτοιο και, αφετέρου, επιδίκασε πέραν του αιτηθέντος, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση διατάχθηκε η απόδοση του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, το οποίο είναι διαφορετικό "ποιοτικά και ποσοτικά", από το αιτηθέν με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως προς τις δύο αιτιάσεις. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέος, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτή διατάχθηκε η απόδοση "ενός τμήματος μεγαλυτέρου ακινήτου της αναιρεσίβλητης, που βρίσκεται στη θέση "Καραβοστάσι" του δημοτικού διαμερίσματος Καλού Χωριού του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου Κρήτης, έχει έκταση 485,77 τ.μ, συνορεύει βόρεια με λοιπή ιδιοκτησία της ίδιας στην οποία βρίσκεται παλαιά ερειπωμένη αποθήκη, δυτικά εν μέρει με την ιδιοκτησία αυτή της ίδιας και εν μέρει με αγροτικό δρόμο, νότια με δρόμο που οδηγεί στον αιγιαλό και πέραν αυτού με ιδιοκτησία της εκκαλούσας-ενάγουσας και ανατολικά με αιγιαλό, ...

αποτελώντας τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της εκκαλούσας- ενάγουσας το οποίο έχει εμβαδόν 737,98 τ.μ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της ίδιας και με αγροτικό δρόμο, δυτικά με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ανωτέρω αιγιαλό και νότια με δρόμο προς αγιαλό, το ακίνητο δε αυτό δεν είναι διαφορετικό από εκείνο που περιγράφεται, κατά θέση, όρια και έκταση στην ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης.

18.- Επειδή, κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δέκατο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, ισχυριζομένη, ότι εσφαλμένα έκρινε αποδεδειγμένη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναπόδεικτες τη δική της αγωγή και τις ενστάσεις που πρότεινε, αφού, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρει, έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί των ένδικων αγωγών, των οποίων η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγινε στις 14-2-2007, δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το αρθρ.559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται μόνο, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

19.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Δεν υπάρχει, επίσης, παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δε γίνεται διαστολή ποιά αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δε γίνεται διαστολή ποιά αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη και επιπλέον δεν προσέδωσε στα αναφερόμενα (στον λόγο αυτόν) έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που προσδίδει σ' αυτά ο νόμος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ, ως προς την άλλη αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα επικαλούμενα (με το λόγο αυτό) έγγραφα και συγκεκριμένα στις από 10-4-2006 και 5-3-2006 τεχνικές εκθέσεις του μηχανικού Ε.

Α., στο από 10-1-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου μηχανικού, στο ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή της από του μηνός Απριλίου 2006 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ. Κ., στην 27/1955 κλήρωση του Πρωτοδικείου Λασιθίου, στην από 31-1-1997 αίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) προς την Κοινότητα Καλού Χωριού, στην από 6-3-1997 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της ως άνω Κοινότητας, στην με αριθ.

εκθ. κατ. 74/2003 αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, στις 75/2003 και 41/2004 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου αντίστοιχα και στις από 22-6-1995 και του έτους 1968 αεροφωτογραφίες της Γεωργικής Υπηρεσίας Στρατού, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτικό θέμα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Με το να μνημονεύσει δε ρητά μερικά από αυτά, όπως τις πιο πάνω δύο τεχνικές εκθέσεις, δε σημαίνει ότι προσέδωσε σ' αυτά μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε, ότι συνομολογεί με την ένδικη αγωγή της, ότι το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο είναι ίδιο με εκείνο της αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώ τέτοια ομολογία δεν υπήρχε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το ζήτημα αν συνάγεται όχι ομολογία του διαδίκου από το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αφορά την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-11-2010 αίτηση της Ε. χήρας Ν. Δ. για αναίρεση της 263/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ