Legislator Case Law & Legislation
1182/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal council decision regarding inheritance interpretation and legal costs.

Case Number 1182/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a municipal inheritance dispute. The appellant argued the lower court ignored specific facts and failed to interpret the will correctly, but the court ruled these were not independent legal grounds. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code; Article 335 of the Code of Civil Procedure: Interpretation of a will is a judicial function not subject to proof as a factual matter, and arguments regarding its meaning do not constitute independent grounds for appeal under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
will interpretation appeal admissibility independent grounds municipal council inheritance dispute legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 111(2)(st) of Presidential Decree 410/1995
Article 114 of Presidential Decree 410/1995
Article 19(5) of Law 2386/1996
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 22/2005
Supreme Court Case 56/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1182 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1182/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαγουδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου ..., που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Ρουπακιώτης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1999 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 εδ. στ' του Π..Δ. 410/14-11-1995 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο των ισχυουσών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", η οποία ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της έφεσης του αναιρεσιβλήτου (4-7-2001 και 3-11-2005 αντίστοιχα), οριζόταν ότι η δημαρχιακή επιτροπή αποφάσιζε για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 114 του ίδιου Π.Δ., ο δήμαρχος εκτελούσε τις αποφάσεις της δημαρχιακής επιτροπής και κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που δημιουργούνταν προφανής κίνδυνος ή ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορούσε να λάβει μέτρα για τα θέματα που ανήκαν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, όφειλε όμως να υποβάλει αμέσως τις ενέργειές του στην έγκρισή της.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, για το τυπικά παραδεκτό της άσκησης, εκτός άλλων, και του ενδίκου μέσου της έφεσης από το δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της δημαρχιακής επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του δημάρχου για διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 5 του Ν. 2386/1996 "Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων τμημάτων και άλλες διατάξεις", όπου σε διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας προβλέπεται εντολή ή έγκριση ή ειδική πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος το Δημόσιο κατά περίπτωση οργάνου ή του οργάνου που διοικεί ή εκπροσωπεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την άσκηση αντίστοιχα αγωγής, προσφυγής, έγκλησης, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και γενικά οποιασδήποτε διαδικαστικής ενέργειας, η έλλειψη της παρέχουσας την εντολή ή την έγκριση ή την πληρεξουσιότητα σχετικής απόφασης, δεν επηρεάζει το κύρος όποιων πράξεων από τις παραπάνω γίνονται χωρίς αυτή ή έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει εκδοθεί επ' αυτών αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία δεν αναφέρεται μεν στη νομοθεσία που αφορά τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφαρμογής όμως τυγχάνει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και επί των οργανισμών αυτών (Ο.Τ.Α.), λόγω της μορφής αυτών ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τον εκπρόσωπο των οποίων απαιτείται η ύπαρξη άδειας της δημαρχιακής επιτροπής προς άσκηση ενδίκου μέσου, συνάγεται ότι μετά τη δημοσίευση του Ν. 2386/1996 (7-3-1996) δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από Δήμο λόγω μη προσκόμισης της ως άνω προβλεπόμενης απόφασης της οικείας δημαρχιακής επιτροπής για την άσκηση ή την έγκριση άσκησης ενδίκου μέσου.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 67 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την άδεια που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων (ΑΠ 1814/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυασθεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1174/2009). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αλλά δέχτηκε κατά τους τύπους την από 2-7-2001 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, χωρίς να έχει δεχτεί ότι πριν την άσκηση της έφεσης είχε δοθεί η αναγκαία για το παραδεκτό της άδεια της δημαρχιακής επιτροπής ή ότι μετά την άσκηση της έφεσης παρασχέθηκε έγκριση της ίδιας επιτροπής, είναι προεχόντως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τον πρότεινε, ως όφειλε, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα από το ότι είναι και απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις από 3-11-2005 προτάσεις του που κατέθεσε ως εφεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου του Δήμου, τέτοιο αντίστοιχο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης δεν προέβαλε.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1783 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη ως προς την ταυτότητα είτε του τιμωμένου που ήθελε είτε του αντικειμένου που ήθελε να αφήσει.

Η εσφαλμένη ονομασία ή περιγραφή προσώπου ή αντικειμένου δεν παραβλάπτει το κύρος της διάταξης. Έτσι, κατ' αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η πλάνη στα παραγωγικά αίτια είναι δυνατόν να καταλήξει σε ακύρωση της διαθήκης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Ειδικότερα, ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της διαθήκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ., προκειμένου να γίνει ερμηνεία διαθήκης, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1261/2008, ΑΠ 1561/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους συναφείς δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1783 ΑΚ και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, διότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε, όπως διατείνεται, έστω και έμμεσα ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, που περιέχονται στις αναφερόμενες διαθήκες, παρέλειψε να προσφύγει στον πιο πάνω ερμηνευτικό κανόνα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Δήμου και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου-αναιρεσείοντος τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών Δήµος προέκυψε από τη συνένωση των πρώην Κοινοτήτων ... και έχει υπεισέλθει ήδη αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των ανωτέρω κοινοτήτων από τη συνένωση των οποίων προήλθε. Ο Ζ, που πέθανε στις 15-5-1968 και ήταν κάτοικος ... όσο ζούσε, άφησε την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του και την από 16-12-1963 µυστική, οµοίου περιεχοµένου µε την πρώτη διαθήκη, η οποία (µυστική διαθήκη) κατατέθηκε στον Συµβολαι-ογράφο Λευκάδας Άρη Ι.

Σκληρό. Με τις διαθήκες αυτές, οι οποίες δηµοσιεύθηκαν νόµιµα µε τα 19/1968 και 16/1968 πρακτικά του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αντίστοιχα, ο άνω διαθέτης κατέλειπε στην κοινότητα ... κατά ψιλή κυριότητα την οικία του προκειµένου να χρησιµοποιηθεί για γραφεία, ενώ την επικαρπία αυτής κατέλειπε στη σύζυγό του Σ.

Την κληροδοσία αυτή η ως άνω κοινότητα, µετά από απόφαση του Κοινοτικού της Συµβουλίου αποδέχθηκε µε την ... δήλωσή της ενώπιον του Συµβολαιογράφου Καρυάς Σπυρίδωνα Π. Κακλαµάνη, που µεταγράφηκε νόµιµα. Ειδικότερα µε την άνω δήλωση αποδοχής η κοινότητα αποδέχεται "το ανωτέρω κληροδότηµα αποτελούµενο εκ µιας οικίας ανωγείου υπό τα γνωστά της όρια και κατά την ψιλήν αυτής κυριότητα".

Μετά το θάνατο της επικαρπώτριας Σ, που επήλθε την 9-12-1990, ο ως άνω Δήµος ως διάδοχος της άνω κοινότητας κατέστη κύριος της οικίας αυτής, που βρίσκεται στη συνοικία ... και συνορεύει µε κοινοτικό δρόµο, ιδιοκτησία κληρονόµων ..., λαγκάδι και κοινοτικό δρόµο. Στις ανωτέρω διαθήκες, που έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόµενο, ο διαθέτης διαλαµβάνει κατά λέξη τα εξής: "εγκαθιστώ κληρονόµον µου εφ' όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας µου χρηµατικής, πιστωτικής και οιασδήποτε την σύζυγόν µου Σ, προς ην επιθυµώ να περιέλθει, και την µεν κινητήν και χρηματικήν και πιστωτικήν θα την κάνει ό,τι θέλει και θα τη διαχειρίζεται κατά βούλησιν, της δε ακινήτου θα έχει την κατοχήν και επικαρπίαν όσον ζει χωρίς δικαίωµα να πωλεί ταύτην, µετά δε το θάνατό της, η ακίνητος περιουσία µου θα περιέρχεται ως εξής, το µεν διώροφoν κτίριον επί της οδού ...

εις το οποίο στεγάζεται τώρα το ξενοδοχείο ..., θα περιέρχεται εις το Κρατικόν Νοσοκοµείον .. ίνα εκ των πόρων αυτού νοσηλεύονται άποροι ασθενείς χωρίς να έχει το Νοσοκοµείο δικαίωμα πωλήσεως. Η οικία µου η κείµενη εν τη συνοικία ..., εις την οποίαν κατοικώ θα περιέρχεται εις τον Δήµον ... δια να καρπούται τα εισοδήµατα ταύτης χωρίς δικαίωµα πωλήσεως.

Η εν ... οικία µου εν τη κεντρική οδώ και θέσιν ... θα περιέρχεται εις την κοινότητα ... να χρησιµοποιηθεί δια γραφεία και να καρπούται τα εισοδήµατα χωρίς δικαίωµα πώλησης. Αυτή είναι η τελευταία θέλησίς µου και επιθυµώ να γίνει από όλους σεβαστή. Τα ανωτέρω ακίνητα θα καρπούται όσον ζει η σύζυγός µου κατά βούλησίν της µε µόνην υποχρέωσιν να µη διαθέτει ταύτα δια να περιέλθουν µετά τον θάνατόν της, όπως ανωτέρω γράφω".

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι από το ανωτέρω σαφές και χωρίς κενά περιεχόµενο των ανωτέρω διαθηκών προκύπτει ότι ο διαθέτης εγκατέστησε και όρισε κληρονόµο του τη σύζυγό του Σ, στην οποία κατέλειπε όλη τη κινητή και ακίνητη περιουσία του, και στη συνέχεια όρισε ότι επί της περιουσίας αυτής (που αποτελείται από τα τρία πιο πάνω ακίνητα) η κληρονόµος αυτή θα έχει µόνο δικαίωµα επικαρπίας χωρίς να δύναται να την εκποιήσει, µετά δε το θάνατό της, θα περιέλθει στα προαναφερόµενα νοµικά πρόσωπα, και δη η οικία του στην ...

στην κοινότητα .... Εποµένως, η άνω διάταξη σε σχέση µε την οικία του στην ..., είναι σαφής και δεν επιδέχεται καµία αµφισβήτηση. Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η διαθήκη σε σχέση µε την οικία που ενδιαφέρει εν προκειµένω δεν είναι σαφής και χρειάζεται ερµηνεία µόνο σε αλλοίωση του περιεχοµένου της βούλησης του διαθέτη θα µπορούσε να οδηγήσει.

Ο ισχυρισµός του εναγοµένου ότι ο διαθέτης από την οικία του στην ...κατέλειπε στο Δήµο µόνο τον ανώγειο όροφο και όχι ολόκληρη την οικία (ισόγειο και ανώγειο) δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του διαθέτη και αποτελεί παρερµηνεία αυτής, γιατί αν ο διαθέτης επιθυµούσε να περιέλθει στην Κοινότητα µόνο ο ανώγειος όροφος θα τον προσδιόριζε επακριβώς, ενώ αναγράφοντας στη διαθήκη "η οικία μου", προδήλως εννοεί ολόκληρη την οικία και όχι µόνο τον ανώγειο όροφο αυτής.

Ο προσδιορισµός εξάλλου της οικίας ως "ανώγειας οικίας" στην αποδοχή του κληροδοτήµατος στην οποία προέβη η κοινότητα, έγινε προκειµένου να προσδιοριστεί το είδος αυτής ότι δηλαδή αυτή αποτελείται από δύο ορόφους, ισόγειο και ανώγειο. Ο εναγόµενος ισχυρίζεται ότι το έτος 1938, ο Ζ (θείος του) παραχώρησε στον αδελφό του και πατέρα αυτού (εναγοµένου) ..., µε άτυπη δωρεά το ισόγειο της ανωτέρω οικοδοµής, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ότι έκτοτε ο πατέρας του το χρησιµοποιούσε ως αποθήκη ελαιολάδου και το νεµόταν αδιάκοπα µέχρι το έτος 1964, οπότε το παραχώρησε κατά το ίδιο ποσοστό και πάλι ατύπως στον εναγόµενο, γιο του, ο οποίος, µε τη σειρά του, το χρησιµοποιούσε ως σιδηρουργείο και αποθήκη και εξακολουθεί µέχρι σήµερα να το κατέχει και να το νέµεται αδιάκοπα.

Ενόψει αυτών, ο εναγόµενος ισχυρίζεται ότι µε συνυπολογισµό και του χρόνου χρησικτησίας του πατέρα του, κατέστη κύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου της ανωτέρω οικίας και μάλιστα πριν το θάνατο του θείου του Ζ στις 5-3-1968 και ότι στον ενάγοντα Δήμο έχει περιέλθει μόνο ο ανώγειος όροφος. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου δεν αποδείχθηκε, ενώ αντίθετα αποδείχτηκε ότι τον ισόγειο χώρο χρησιμοποιούσε τόσο ο πατέρας του εναγομένου όσο και ο εναγόμενος όχι με διάνοια κυρίου, αλλά κατ' ανοχή της Κοινότητας για την ικανοποίηση αναγκών τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο από κληροδοσία του Ζ, την οποία αποδέχτηκε μεταγράφοντας στα οικεία βιβλία μεταγραφών τη δήλωση αποδοχής κληροδοσίας, δεν διαπίστωσε δε έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως του ανωτέρω διαθέτη, και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος.

Ακολούθως, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094 και 1783 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, αφού δέχτηκε ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω διαθηκών με τις δηλώσεις βούλησης του διαθέτη, είναι σαφές και χωρίς κενά, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, τη διάταξη του οποίου έτσι, καθώς και εκείνη του άρθρου 200 ΑΚ και εκείνη, άσχετη στην προκείμενη υπόθεση, του άρθρου 288 ΑΚ, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων επίσης δεν παραβίασε.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διευκρίνισης ότι στις ως άνω διαθήκες δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1738, 1996, 1193 και 1198 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Έτσι, προκειμένου να συντελεστεί η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον κληροδόχο απαιτείται δήλωση αποδοχής της κληροδοσίας από τον κληροδόχο και μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1193 και 1198 ΑΚ, αφού ουδέποτε η Κοινότητα ...

αποδέχτηκε τη κυριότητα του επίδικου ακινήτου και ούτε μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών τέτοια δήλωση αποδοχής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι "ο αναιρεσίβλητος Δήμος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο από κληροδοσία του Ζ, την οποία αποδέχτηκε μεταγράφοντας στα οικεία βιβλία μεταγραφών τη δήλωση αποδοχής κληροδοσίας".

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του εναγομένου, που περιέχεται στην 62/1998 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας ..., της οποίας διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, στην οποία ομολογείται ότι αποφασίζει και αποδέχεται ότι ανήκει στην Κοινότητα "μία ανώγειος οικία (ο επάνω όροφος)", που κληροδότησε σ' αυτή ο διαθέτης Ζ, και το οποίο έγγραφο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ισογείου.

Από την περιεχόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα", και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, και ειδικότερα από την παραδοχή του Εφετείου ότι "ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο διαθέτης από την οικία του στην ...

κατέλειπε στο Δήμο μόνο τον ανώγειο όροφο και όχι ολόκληρη την οικία (ισόγειο και ανώγειο) δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του διαθέτη και αποτελεί παρερμηνεία αυτής, γιατί αν ο διαθέτης επιθυμούσε να περιέλθει στην Κοινότητα μόνο ο ανώγειος όροφος θα τον προσδιόριζε επακριβώς, ενώ αναγράφοντας στη διαθήκη η οικία του προδήλως εννοεί ολόκληρη την οικία και όχι μόνο τον ανώγειο όροφο αυτής και ότι ο προσδιορισμός εξάλλου της οικίας ως "ανώγειας οικίας" στην αποδοχή του κληροδοτήματος, στην οποία προέβη η Κοινότητα, έγινε προκειμένου να προσδιοριστεί το είδος αυτής, ότι δηλαδή αυτή αποτελείται από δύο ορόφους, ισόγειο και ανώγειο", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, ο από τη διάταξη 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως οποιουδήποτε δικαιώματος του ενάγοντος Δήμου στο επίδικο ισόγειο, όπως τούτο προέκυπτε από την πιο πάνω 62/1998 απόφαση.

Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελεί άρνηση της αγωγής. Επειδή, η ερμηνεία της διαθήκης κατά τα άρθρα 173 και 1781 επ. ΑΚ δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ υποκείμενο σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν δεσμεύεται στην κρίση του για την αληθή βούληση του διαθέτη από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, με τους οποίους αποδίδεται διαφορετική έννοια στο περιεχόμενο της διαθήκης.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 56/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "τα περιστατικά που επικαλέστηκε και ήταν κρίσιμα για την ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού τα φερόμενα ως αγνοηθέντα περιστατικά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεν αποτελούν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, ενώ, σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης και δεν προσέφυγε σε ερμηνεία αυτής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 798/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ