Legislator Case Law & Legislation
1182/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative seizure ruling due to lack of procedural error affecting outcome.

Case Number 1182/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the Court of Appeal's decision to annul an administrative seizure. The State argued that the seizure document failed to include the full name of the third-party bank, causing a delay in locating the account and resulting in the bank being declared liable for the debt. The court held that this procedural omission did not constitute a substantive error warranting annulment because the bank had already declared the debt and the seizure was legally effective. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30, 32, 33 of the Law on Enforcement and Execution; The failure to include the full name of a third party in a seizure document does not justify annulment if the third party has already declared the debt and the seizure remains legally effective.

Keywords

AI generated
administrative seizure annulment third party liability procedural error review enforcement law bank account seizure substantive vs procedural Greek enforcement law

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 30 of the Law on Enforcement and Execution
Article 32 of the Law on Enforcement and Execution
Article 33 of the Law on Enforcement and Execution
Article 559 number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52 paragraph 18 of the Judicial Code
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the relevant circular

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1182 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1182/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ..., που κατοικοεδρεύει στο ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευγενία Βελώνη, Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank - Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2395/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1372/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 213/20.2.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 1372/9.3.2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την κρινόμενη 213/20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1372/9-3-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, με την 128478/7837/5-10-2001 ανακοπή εδιώκετο από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROBANK-ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία" η ακύρωση της αναγκαστικής κατασχέσεως, την οποία το καθού και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε εις χείρας της, ως τρίτης, με το από 28-8-2001 κατασχετήριο έγγραφο για κάθε μορφής καταθέσεις της οφειλέτιδος του ....

μέχρι του ποσού των 361.419.988 δρχ. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 2395/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι η υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και σε δεύτερο βαθμό, κατ'αποδοχή της 3460/24-4-2002 εφέσεως της ανακόπτουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της ανακοπής, η 1372/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους. "Εν προκειμένω η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της παραπονείται, ότι την 12-9-2001 κοινοποιήθηκε σε αυτήν το από 28-8-2001 κατασχετήριο της Δ.Ο.Υ...., με το οποίο η τελευταία κατέσχεσε στα χέρια της ως τρίτης κάθε μορφής καταθέσεις του οφειλέτη της ...

μέχρι του ποσού των 361.419.988 δραχμών και δεδομένου ότι η επίδοση του κατασχετηρίου σε αυτήν δεν έγινε σύμφωνα με το ν.δ/μα της 17ης Ιουλίου 1923 και ειδικότερα δεν επιδόθηκε αυτό (κατασχετήριο) στο συγκεκριμένο κατάστημα ή υποκατάστημα αυτής, όπου υφίσταται κατάθεση του παραπάνω οφειλέτη της Δ.Ο.Υ. και επιπλέον δεν αναγράφεται εκεί ολόκληρο το όνομα και το πατρώνυμο του οφειλέτη της τελευταίας, το παραπάνω κατασχετήριο είναι άκυρο.

Τα εν λόγω παράπονα που αφορούν αντίστοιχα τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής είναι νόμιμα και πρέπει να εξεταστούν κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους αποδεικνύεται, ότι ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ .... για την εξασφάλιση χρέους, που βεβαιώθηκε σε βάρος προσώπου με το όνομα "..." επέβαλε στα χέρια εκκαλούσας - ανακόπτουσας ως τρίτης κατάσχεση όλων όσων οφείλει ή μέλλει να οφείλει ή όσων βρίσκονται στα χέρια της σε μορφή καταθέσεων και μέχρι του ποσού των 361.419.988 δραχμών.

Η τελευταία όμως δεν προέβη, όπως υποχρεούνταν, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας των 8 ημερών στη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ [επίδοση του κατασχετηρίου στις 12-9-2001 βλ. την 2566 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας .... και κοινοποίηση της δήλωσης της εκκαλούσας - ανακόπτουσας ως τρίτης προς το Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ...

στις 8-10-2001] και για το λόγο αυτό θεωρείται κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτρια του Δημοσίου για το ανωτέρω ποσό. Όμως η επιβληθείσα κατάσχεση, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανυπόστατη, για το λόγο ότι το επίδικο κατασχετήριο κοινοποιήθηκε όχι σε συγκεκριμένο κατάστημα της Τραπέζης, όπου τυχόν υφίσταται κατάθεση ή οφειλή προς το καθού, αλλά στην Διοίκησή της, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο προσδιορισμός του οφειλέτη και η απαίτηση της οποίας επιδιώκεται η κατάσχεση.

Το γεγονός αυτό συνομολογείται από το καθού, το οποίο, όμως, ενίσταται στο παράπονο της ανακόπτουσας θεωρώντας τούτο ως προβαλλόμενο κατά κατάχρηση δικαιώματος (281 ΑΚ), καθόσον η ανακόπτουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το υποκατάστημα, όπου είχε καταθέσεις ο οφειλέτης του Δημοσίου έχοντας στη διάθεση της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), που παρέχουν ταχύτατα πληροφορίες από όλα τα υποκαταστήματα και πολύ περισσότερο, όταν στη συνέχεια η ανακόπτουσα, στην εκπρόθεσμη δήλωση που υπέβαλε δήλωσε, ότι ο εν λόγω οφειλέτης δεν συγκαταλέγεται στους καταθέτες της και ουδεμία κατάθεση σ' αυτή υφίσταται.

Η προηγηθείσα ένσταση του καθού είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον τα συστήματα που βρίσκονται στην κατοχή της ανακόπτουσας διευκολύνουν την επικοινωνία και τη μετακίνηση της πληροφορίας, δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν την εφαρμογή ρητών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως εκείνης του άρθρου 90 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923.

Συνεπεία των ελλείψεων τούτων και της εξαιτίας τους καθυστέρησης ανεύρεσης του οφειλέτη και της υπάρχουσας στα χέρια της απαίτησης του υπέβαλε η ανακόπτουσα τη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να λογίζεται ήδη έναντι του εκπροσωπούντος το Ελληνικό Δημόσιο, Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... [άρθρα 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, καθού στρέφεται και κοινοποιείται παν δικόγραφο, εξού και η παθητική νομιμοποίηση του τελευταίου) και 1 αριθμ. 4 π.δ/τος 16/1989 (τις αρμοδιότητες των προϊσταμένων των Οικονομικών Εφοριών και Δημοσίων Ταμείων έχουν οι Προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ.)] ως οφειλέτρια της όλης ποσότητος για την οποία έγινε κατάσχεση σε αυτή.

Οι παραδεκτώς, κατ' άρθρο 987 ΚΠολΔ, προτεινόμενοι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους ανακοπής, ως αφορώντες το υποστατό και το κύρος αντίστοιχα της επιβληθείσης κατασχέσεως, λόγω των αναφερόμενων ελλείψεων του κατασχετηρίου, είναι βάσιμοι, αποδεικνυόμενοι εξ αυτού [μη κοινοποίηση στο κατάστημα ή υποκατάστημα της κατάθεσης, αοριστία ως προς τον οφειλέτη).

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι ελλείψεις αυτές επέφεραν πράγματι στην ανακόπτουσα βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας του κατασχετηρίου. Λόγω αυτών δεν ήταν σε θέση η ανακόπτουσα να προβεί σε νομότυπη δήλωση, κατ' αρθρ. 32 του ΚΕΔΕ. Συνεπεία της ακυρότητας του κατασχετηρίου η ανακόπτουσα υπέβαλε τελικώς δήλωση εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να υποστεί τις εκ του αρθρ. 33 του ΚΕΔΕ δυσμενείς συνέπειες και να λογίζεται ως οφειλέτρια του Δημοσίου για όλη την ποσότητα για την οποία έγινε από αυτή η κατάσχεση.

Κατ' ακολουθίαν, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή, η οποία στηρίζεται στους παραπάνω νομικά και ουσιαστικά βάσιμους λόγους, ενώ μετά την παραδοχή παρέλκει η έρευνα των λόγων που αναφέρονται σε άλλες παραλείψεις του κατασχετηρίου και κηρυχθεί άκυρο το προσβαλλόμενο κατασχετήριο".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εφεσίβλητο -καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας και τη βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτής λόγων νομότυπα και εμπρόθεσμα εκδόθηκε η 252/6-3-2007 θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για την εμπρόθεσμη κατάθεση της οποίας στην γραμματεία του Εφετείου Αθηνών συντάχθηκε προς τούτο η 8/9-3-2007 έκθεση (άρθρο 12 ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ.3 του ν.2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν.2721/1999), έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέ χεια.

Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 94 παρ.1, 3 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθεται με νόμο. Η συνταγματική αυτή διάταξη κατανέμει τη δικαιοδοσία των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων με κριτήριο τη φύση των διαφορών ως ιδιωτικών και διοικητικών αντιστοίχως.

Με βάση το κριτήριο αυτό της φύσεως της διαφοράς, ως ιδιωτικής ή διοικητικής, οριοθετείται και η δικαιοδοσία των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων για τις διαφορές που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσία για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων οι οποίες κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.ια' του ν. 1406/1983 υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει, ότι το Δημόσιο, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτού κατά οφειλέτη του, μπορεί να κατάσχει στα χέρια τρίτου το ποσό που αυτός οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου, πρόδηλα από σχέση ιδιωτικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, αν ο τρίτος ισχυρίζεται, ότι δεν οφείλει ή αρνείται να καταβάλει την κατασχεθείσα χρηματική ποσότητα στο Δημόσιο, έχει υποχρέωση να προβεί αρμοδίως σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.

Κατά της αρνητικής αυτής δηλώσεως το Δημόσιο έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, που δικάζεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 986 ΚΠολΔ. Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ανακοπής είναι η ύπαρξη και η έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή η ύπαρξη και η έκταση απαιτήσεως του ιδιωτικού δικαίου και δεν ενδιαφέρει ούτε ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη επί της ανακοπής αυτής, αν η υποκείμενη σχέση ή αιτία, στην οποία ορίζεται ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, συγκροτεί σχέση δημοσίου δικαίου.

Ομοίως με τη διάταξη του άρθρου 987 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της διάταξης του άρθρου 262 παρ. 2 η εφαρμογή της οποίας εκτείνεται και στις κατασχέσεις στα χέρια τρίτων των απ' αυτούς οφειλόμενων σε οφειλέτη του Δημόσιου κατ' άρθρο 30 ΚΕΔΕ, παρέχεται το δικαίωμα στον τρίτο προσβολής δι' ανακοπής της κατάσχεσης που επιβλήθηκε στα χέρια του αλλά μόνο για τους σ' αυτά περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους.

Εφόσον, η απαίτηση που κατασχέθηκε είναι ιδιωτικής φύσης, η ανακοπή θα ασκηθεί στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.

Συνεπώς, οι παραπάνω διαφορές που δημιουργούνται με την άσκηση των ανακοπών είτε κατά της δηλώσεως του τρίτου είτε κατά του κατασχετηρίου είναι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται, βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/1991). Αν το πολιτικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ λόγος, αναιρετική αιτίαση η οποία αβασίμως προβάλλεται με τον πρώτο κατά σειρά λόγο, σε συνέπεια με την παραδοχή ότι αντικείμενο της ανακοπής είναι η ιδιωτική φύσεως οφειλή της αναιρεσίβλητης τράπεζας προς την οφειλέτιδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τα στοιχεία "...".

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αναφέρονται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτων, των παρ'αυτών οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατ'άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, ο τρίτος δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 ΚΠΔ στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθού.

Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Εξάλλου, κατ'άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (§1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον (παρ. 2 εδ.

α'(...). Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα (...) (παρ 3 εδ.,α')". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται, ότι όταν πρόκειται για κατάσχεση στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα προς τον οφειλέτη του Δημοσίου και την έννομη σχέση, από την οποία προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτου.

Αυτά είναι ουσιώδη στοιχεία παντός κατασχετηρίου, εφ' όσον ο τρίτος που καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου, όχι μόνον θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί εις διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ. Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος παραλείποντας την υποβολή της κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, δεν καθίσταται από αυτό και μόνον οφειλέτης του Δημοσίου, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του, κατ' άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως.

Τέλος, από το άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α' του ΚΕΔΕ, που ορίζει, ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθεί υπό του οφειλέτου, αυτή δε αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, συνάγεται, αφ' ενός μεν, ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι στο από 28-8-2001 κατασχετήριο της ..., με βάση το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως τρίτης, για τις κάθε μορφής καταθέσεις της οφειλέτιδος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με στοιχεία "...", δεν αναγράφεται ολόκληρο το όνομα και το πατρώνυμο αυτής, παράλειψη από την οποία καθυστέρησε η ανεύρεση αυτής και της υπάρχουσας εις χείρας της απαιτήσεως της τελευταίας, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να προβεί εκπροθέσμως στην κατά την έννοια του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ δήλωση και να λογίζεται έναντι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως οφειλέτιδα αυτού για το χρηματικό ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης (άρθρο 33 ΚΕΔΕ), βλάβη η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά με την κήρυξη της ακυρότητας αυτής, πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κατ'ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 30 ΚΕΔΕ παραδοχή του αντίστοιχου περιεχομένου λόγου ανακοπής και ακύρωση της προσβαλλόμενης δι'αυτής αναγκαστικής κατασχέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, να ελέγχονται ως αβάσιμοι.

Η αιτιολογία αυτή, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς να πλήττεται επιτυχώς, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην παράλληλη κύρια αυτής αιτιολογία, με την οποία έγινε επιπρόσθετα δεκτός ο λόγος ανακοπής, με τον οποίο προβλήθηκε ότι δεν ήταν νόμιμη η επίδοση στην αναιρεσίβλητη, με την έννοια ότι δεν έγινε, κατ'επιταγή του άρθρου 90 του ν.δ.

της 17 Ιουλίου 1923, στο κατάστημα αυτής, στο οποίο υπήρχε η κατασχεθείσα κατάθεση της οφειλέτιδος του αναιρεσείοντος. Συνακόλουθα αυτών πρέπε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα, κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ.1,3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εις.

Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κ.υ.α, στο ποσό των 300,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 213/20-2-2007 αίτηση για αναίρεση της 1372/9-3-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ