Supreme Court dismisses appeal against financial fraud judgment, citing lack of evidence and abuse of discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals and a Cyprus company against a lower court judgment regarding financial fraud. The appellants argued for a retrial, but the court found their claims baseless because the original trial court had correctly assessed the evidence of asset misappropriation and conspiracy. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the costs of the lower court proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals on the basis of legal errors and abuse of discretion, rejecting appeals that challenge the trial court's unfettered assessment of evidence or lack of factual basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1181 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1181/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Έ. του Α., κατοίκου ..., 2) Φ. Λ. του Ξ., κατοίκου ... και 3) εταιρείας με την επωνυμία "SHARELINK FINANCIAL SERVICES Ltd.", μετονομασθείσης σε "SHARELINK GROUP Ltd.", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. 62) . Οι 1ος, 2ος, 4ος, 5η, 6ος, 8ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 16η, 17ος, 18ος, 20ος, 21ος, 23η, 26ος, 40ος και 52ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντινόπουλο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Ντινόπουλος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 7ος αναιρεσίβλητος Μ. Π. απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 10-11-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Μυτιλήνης και κληρονομήθηκε από τους Π. Π. Π. του Μ. και Δ. Π. του Μ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-8-2003 και με αριθμούς 7840/2003 και 7843/2003 δύο αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3108/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6461/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 10-4-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνας Μαυρικοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α' 104) "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. Γ'7925/8-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Α. Σ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι με επιμέλεια αυτών, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κουβαρά, που εκπροσώπησε τους 3η, 9ο, 24ο, 25η, 27ο, 28ο, 29ο, 30ο, 31ο, 32ο, 33ο, 34ο, 35ο ,36ο, 37η, 38ο, 39ο, 41ο, 42ο, 43ο, 44ο, 45ο, 46ο,48ο,49ο,50ο, 51ο, 53ο, 54ο, 55ο, 56ο, 57ο, 61ο και 62η αναιρεσίβλητους στη δίκη ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 27-4-2020, κατά την οποία η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της υπ' αριθμ.
Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσης του" ( ΦΕΚ Α' 55).Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104), εκδόθηκε η από 2-9-2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορίστηκε οίκοθεν ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (9-11-2020 και ώρα 09.30), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 44, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020) δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών κατά τη σημερινή δικάσιμο και, πρέπει, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 926/2020, ΑΠ 678/2018).Στην προκείμενη περίπτωση, από τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το απόσπασμα της υπ' αριθ.
…/…/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Μυτιλήνης Λέσβου και 2) το υπ' αριθμ. …/….-8-2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Λέσβου, προκύπτει ότι την 19-5-2015, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε ο έβδομος αναιρεσίβλητος Μ. Π. του Π., κάτοικος εν ζωή …, ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Π.
Π. του Π. και Δ. Π. του Π., που ήταν οι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού και μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του, περιστατικό το οποίο δεν αμφισβητείται. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, διά του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Ντινόπουλου, του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, ότι συνεχίζουν την, λόγω θανάτου του δικαιοπαρόχου τους, διακοπείσα βιαίως δίκη (άρθρα 286 περ.
α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6461/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 25-5-2009 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 3108/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 8-8-2003 (αριθ.
εκθ. κατ. 7840/2003 και 7843/2003) ταυτόσημες ως προς τη νομική και ιστορική αιτία αγωγές αποζημίωσης στρεφόμενες κατά των ιδίων εναγομένων, ως αόριστες, ως προς τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες, Χ. Έ., Ι. Λ. (και τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη Δ. Ι. και Σ. Μ.) και λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SHARELINK FINANCIAL SERVICES LMITED", εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, δικάζοντας επί των αγωγών, δέχτηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων αναιρεσειόντων (και των άνω μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά εις έκαστο των εναγόντων, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των αγωγών.
Η αίτηση, με εξαίρεση τους 19ο (Δ. Κ.), 47η (Σ. Κ.), 58ο (Π. Τ.), 59ο (Κ. Λ.) και 60ο (Γ. Β.) από τους αναιρεσίβλητους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ωστόσο, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, ως προς τους 19ο, 47η, 58ο, 59ο και 60ο αναιρεσίβλητους, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται κατά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, που νίκησαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης οι ενάγοντες Δ. Κ., Σ. Κ., Π. Τ. και Κ. Λ. (19ος, 47η , 58ος και 59ος αναιρεσίβλητοι) παραιτήθηκαν νομότυπα (άρθρα 294 και 295 ΚΠολΔ) από το δικόγραφο της αγωγής και η αγωγή θεωρείται ως προς αυτούς ως μη αασκηθείσα. Επομένως, αφότου έλαβε χώρα η νομότυπη παραίτηση έπαυσαν να φέρουν την ιδιότητα του διαδίκου η έννομη δε αυτή συνέπεια δεν αίρεται από το γεγονός ότι στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης δεν περιελήφθη διάταξη περί κατάργησης της δίκης, δεδομένου ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής επιφέρει αυτοδικαίως την κατάργηση της δίκης, ούτε, επίσης, αίρεται από το γεγονός ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την από 25.5.2009 έφεση, ως προς αυτούς, ως απαράδεκτη, αφού, χωρίς να είναι διάδικοι, εξεκάλεσαν ομού μετά των λοιπών (διαδίκων), την πρωτόδικη απόφαση.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχαν την ιδιότητα του διαδίκου δεν νομιμοποιούνται παθητικά ως αναιρεσίβλητοι (άρθρο 558 ΚΠολΔ). Όσον αφορά τον 60ο αναιρεσίβλητο (Γ. Β.), ενάγοντα κατά την πρωτόδικη δίκη, η εφετειακή απόφαση δεν περιέχει ευνοϊκές διατάξεις υπέρ αυτού και βλαπτικές για τους αναιρεσείοντες, ώστε να νομιμοποιούνται οι τελευταίοι να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης και κατ' αυτού, ο οποίος, σημειωτέον, δεν μνημονεύεται ως διάδικος, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό αυτής (εφετειακή απόφαση).
Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν υπέρ αυτών, διότι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1004/2015). Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009), καθώς και όταν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση, πρόσθετους λόγους ή τις προτάσεις, κατά περίπτωση (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 465/2015 ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 39/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 1663/2010).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή ως προς τον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο Γ. Β.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την προβολή του, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επιβλαβή γι' αυτούς διάταξη, ούτε στο διατακτικό ούτε στο αιτιολογικό, ούτε βλαπτικές γι' αυτούς αιτιολογίες, που να προσιδιάζουν στο συγκεκριμένο ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, ανεξαρτήτως του ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση αίτησης αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1333/2019, ΑΠ 1177/2018).
Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε (ΑΠ 1333/2019, ΑΠ 316/2018, ΑΠ 252/2013).
Αν για την επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφόρως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας), ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την, κατά το άρθρο 927 του ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1327/2008).
Τέτοιο γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελεί και η συμμετοχή σε απάτη, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών (ΑΠ 1467/2011, ΑΠ 16/2005). Αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 ΠΚ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 916/2011).
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη (ΑΠ 1333/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...", συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011). 2) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή, η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013). 3) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και 4) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627/2009, ΑΠ 78/2020).
Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί, κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.
Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ-1 εδ. α' του Κώδικα νόμων 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.
Η διάκριση, των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά, η οποία εισήχθη με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 1 και 2 του ν. 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση, δεν αλλάζει τα ανωτέρω, ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.
Συγκεκριμένα, συμφώνως προς την προαναφερθείσα διάταξη "το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων".
Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 472/2018, ΑΠ 370/2018).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ενδίκων από 8-8-2003 (αριθ.εκθ.κατ. 7840 και 7843/26-8-2003) αγωγών, οι οποίες είναι ταυτόσημες ως προς τη νομική και ιστορική αιτία και στρέφονται κατά των ιδίων εναγομένων, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη (ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ.), μη διάδικο στην παρούσα δίκη, που είναι εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου και κατέθεσαν σε αυτή για επένδυση στο χρηματιστήριο τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά ο καθένας, συνολικού ύψους 1.148.224,18 ευρώ για την πρώτη αγωγή και 3.587.169,59 ευρώ για τη δεύτερη, αφού πείστηκαν προς τούτο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων και κυρίως της με στοιχ. 1 α' από τους εναγομένους Κ.
Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ότι τα προς επένδυση κεφάλαιά τους θα είχαν εγγυημένες υψηλές αποδόσεις και ότι η πρώτη εναγομένη είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, φερεγγυότητα και ικανότητα ως προς την επενδυτική της δράση. Ότι η ως άνω Κ. Σ., ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρίας τους διαβεβαίωνε ότι είχε τον πλήρη έλεγχο και ευθύνη όλων των διαχειριστικών ενεργειών της τελευταίας, ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματά τους ακόμη και μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ότι τελικά ενεργώντας από κοινού με τους υπόλοιπους εναγομένους και με κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης παρακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα χρήματά τους, αρνούμενοι την απόδοσή τους.
Αναφορικά με τους λοιπούς εναγομένους οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι ο Α. Β. ήταν πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγομένης εταιρίας, οι Δ. Ι. και Σ. Μ. ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής, η εδρεύουσα στην Κύπρο εταιρεία "SHARELINΚ FINANCIAL SERVICES LIMITED" ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης, καθένας είχε αποκτήσει το 30% των μετοχών της και είχε συμφωνήσει να μετέχει στο Δ.Σ.
της πρώτης με τέσσερα διοριζόμενα από αυτή μέλη, μεταξύ των οποίων ήταν και οι εκ των εναγομένων Χ. Έ. και Φ. Λ., οι οποίοι έτσι συμμετείχαν στα Δ.Σ. αμφοτέρων των εναγομένων εταιριών και ότι όλοι τους οι εναγόμενοι γνώριζαν και συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων της πρώτης εναγομένης για υπεξαίρεση των χρημάτων τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι συρροή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης και ισχυριζόμενοι ότι όλοι οι εναγόμενοι τους ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια, καθόσον ενήργησαν κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, του κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, ζήτησαν, κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος των αγωγών από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον και εντόκως τα αντίστοιχα αναφερόμενα ποσά στον καθένα.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, και μάλιστα ως προς τους εναγομένους Χ.
Έ., Φ. Λ., Δ. Ι. και Σ. Μ., αναφέρονται στις αγωγές με τις αντίστοιχες διακρίσεις ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας, ήταν μέλη του Δ.Σ. των εναγομένων εταιριών και όλοι τους γνώριζαν και συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων της πρώτης εναγομένης για παρακράτηση και παράνομη ιδιοποίηση (υπεξαίρεση) των καταβληθέντων σε αυτή (πρώτη εναγομένη) για επένδυση χρημάτων των εναγόντων.
Επιπρόσθετα, αφού γίνεται επίκληση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και αποδίδεται υπαιτιότητα για τις πράξεις και παραλείψεις των καταστατικών οργάνων του (φυσικών προσώπων) δια μέσου των οποίων ενσαρκώνεται η βούλησή του, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου των ενδίκων αγωγών η εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός από τα εναγόμενα μέλη της διοίκησης για την κατ' αρχή θεμελίωση της δικής του, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για αποζημίωση των εναγόντων από αδικοπραξία, εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια των συγκεκριμένων εναγομένων να προτάξουν με σχετική ένστασή τους, αμυνόμενοι, κατά των αγωγών, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιος καθένας από αυτούς για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία των εναγόντων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια, και το λόγο έφεσης με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα για την παραδοχή από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες ένστασης αοριστίας της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ( Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 164/2021).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η 1α εναγομένη, Κ. Σ. το Μάρτιο του 1996 ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τετρακτίς η Πυθαγόρεια Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικού Σχεδιασμού" με σκοπό την αντιπροσώπευση εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και ΑΕΔΑΚ, ημεδαπών και αλλοδαπών.
Το Νοέμβριο του ίδιου έτους συνέστησε την εταιρεία με την επωνυμία "Tetraktys Worldwide Investments S.A." με έδρα το Λουξεμβούργο, στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 90% η πρώτη ανώνυμη εταιρεία. Τον Ιούνιο του 1998 η ίδια εναγομένη συνέστησε την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Αστραία Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. ".
Σκοπός της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. ", που δεν ήταν μέλος του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ήταν η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων και η παροχή στο κοινό με αντάλλαγμα επενδυτικών υπηρεσιών, κυρίως δε η λήψη και διαβίβαση σε χρηματιστηριακές εταιρείες-μέλη του Χ.Α.Α., εντολών χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Μεταξύ της εταιρείας αυτής και του επενδυτή, υπογραφόταν "σύμβαση παροχής υπηρεσιών χαρτοφυλακίου" τρίμηνης έως και δωδεκάμηνης διάρκειας, κατά την οποία η εταιρεία αναλάμβανε την υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, χωρίς δεσμεύσεις, με επαγγελματική όμως ευσυνειδησία και σκοπό τη μεγιστοποίησή του, όπως και παροχής έγγραφης ενημέρωσης πληροφοριών και αποστολής, κατά τη λήξη και εντός πέντε ημερών, σχετικής ενημερωτικής καρτέλας με όλες τις κινήσεις.
Η εταιρεία εισέπραττε ως προμήθεια 1,5% επί της αξίας του κατατεθέντος προς διαχείριση κεφαλαίου εφάπαξ καταβαλλόμενο κατά την ημερομηνία έναρξης της διαχείρισης και 25% επί της υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου... Επίσης αναλάμβανε την υποχρέωση όπως το προκύπτον μετά τη λήξη της σύμβασης χρηματικό ποσό, δηλαδή το προϊόν του αρχικού κεφαλαίου και κέρδους, το καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών μετά τη λήξη, εκτός αν ο πελάτης επιθυμούσε ανανέωση της σύμβασης, οπότε δεν επιστρεφόταν το ποσό και υπογραφόταν νέα σύμβαση-προσάρτημα.
Μολονότι η Κ. Σ. ήταν ο ιθύνων νους και αυτή που συνέστησε την "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε. Υ.", δεν συμμετείχε τυπικά στη σύνθεση του Δ.Σ. αυτής, αλλά είχε ορίσει προς τούτο πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης της, όπως ήταν ο Α. Β. (1β εναγόμενος), τον οποίο όρισε ως πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εταιρείας με εκπροσωπευτική εξουσία και οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι Δ.
Ι. και Σ. Μ.. Το Μάρτιο του 2000 η επίσης εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "Share Link Finascial Services Ltd" (τρίτη αναιρεσείουσα) της οποίας πρόεδρος του Δ.Σ. ο (με στοιχ.Ιγ) εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων) Χ. Έ. και η οποία ήταν τότε ο ισχυρότερος χρηματοοικονομικός όμιλος της κυπριακής αγοράς εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.), εξαγόρασε το 39% των μετοχών της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ.".
Συγχρόνως με την από 27.3.2000 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ." τροποποιήθηκε το άρθρο 21 του καταστατικού της και χορηγήθηκε το δικαίωμα που αξίωσε η ως άνω κυπριακή εταιρεία να διορίζει δηλαδή στο Δ.Σ. της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. " τόσα μέλη, όσα αντιστοιχούν στο ποσοστό συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυτής και συγκεκριμένα σε σύνολο εννέα μελών αξίωσε να διορίζει τουλάχιστον τρία μέλη.
Πράγματι διόρισε τους (Ιγ Ιδ Ιε Ιστ) εναγομένους Χ. Έ., Φ. Λ. (δεύτερο αναιρεσείοντα), Ν. Ν. και Ι. Π., από τους οποίους ο τελευταίος δεν είναι εφεσίβλητος. Στις 30-6-2000 η Κ. Σ. αποφάσισε να αναλάβει την προεδρία της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. " και με απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας το Δ.Σ. αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο την ίδια.
Ωστόσο για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα, επειδή οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ενέκριναν τη συμμετοχή της Κ. Σ., στο Δ.Σ. της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.ΕΠ.Ε.Υ. " για το λόγο ότι ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της "Τετρακτίς ΑΕΛΔΕ", με το από 7-8-2000 πρακτικό του Δ.Σ. ανασυγκροτήθηκε σε σώμα και ο Α. Β. ανέλαβε τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας.
Έτσι το Δ.Σ. αυτής μέχρι τις 3-12-2001 αποτελούνταν πλην του Α. Β. και από τους ως άνω εναγομένους Χ. Έ., ως αντιπρόεδρο, Φ. Λ., Ν. Ν., Δ. Ι. και Σ. Μ., ως μέλη (βλ. το 8610/20-9-2000 ΦΕΚ Τ.Α. Α.Ε. και ΕΠΕ), από τους οποίους οι δύο πρώτοι συμμετείχαν και στο Δ.Σ. της ως άνω κυπριακής εταιρείας. Από το ίδιο παραπάνω ΦΕΚ προκύπτει ότι το Δ.Σ.
της "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ανέθεσε στον Α. Β. την εκπροσώπηση της εταιρείας, όπως και το δικαίωμα υπογραφής και σε περίπτωση κωλύματος τούτου τα ίδια δικαιώματα παρέχονται στον Δ. Ι., ενώ σε περίπτωση κωλύματος και αυτού τα ίδια δικαιώματα χορηγούνται και στον Χ. Έ.. Ο Α. Β., με τον οποίο η Κ. Σ. συζούσε, υπέγραφε την πλειονότητα των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, λάμβανε γνώση αυτών και συνακόλουθα και των χρηματικών ποσών, που οι επενδυτές κατέθεταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας.
Ο Δ. Ι., πέραν του ότι υπέγραφε και αυτός ορισμένες από τις συμβάσεις αυτές, είχε οριστεί "υπεύθυνος διαχείρισης " και ήταν αρμόδιος α) για τις λογιστικές εγγραφές αναφορικά με τη διαχείριση, δηλαδή την καταχώρηση των εγγραφών στο σύστημα διαχείρισης, β) για την επιλογή των επενδύσεων που θα πραγματοποιούνταν, γ) για τη σύνταξη και υπογραφή των εγγράφων που είχαν τίτλο "Αποτίμηση χαρτοφυλακίου", από τα οποία φαίνονταν οι αποδόσεις των κεφαλαίων των πελατών, δ) για την υπογραφή των επιταγών και ε) για την προς τρίτους πληρωμή με επιταγές υποχρεώσεων της εταιρείας.
Ο Δ. Μ. είχε και τη θέση του εσωτερικού ελεγκτή της εταιρείας και επομένως στα καθήκοντά του ανάγονταν ο έλεγχος της καλής λειτουργίας της εταιρείας, η εποπτεία τήρησης της νομιμότητας, η παρακολούθηση της τραπεζικής διαδικασίας των επενδυόμενων κεφαλαίων και η τήρηση του κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών εκ µέρους της ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ..
Στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του αυτών ο Δ. Μ. λάμβανε γνώση των βιβλίων, των λογιστικών καταστάσεων και των λοιπών στοιχείων, ήταν δε υποχρεωμένος από το νόμο να συντάσσει αναφορές και εκθέσεις για το αν τηρούνταν η χρηµατιστηριακή νομοθεσία και να λογοδοτεί στο Δ.Σ. της εταιρείας µε την υποβολή των αναφορών του.
Ο ισχυρισμός του, ότι ο διορισμός του, ως εσωτερικός ελεγκτής της ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. έγινε τυπικά και ότι ουσιαστικά τα καθήκοντα αυτά εκτελούσε ο ορκωτός ελεγκτής Ι. Σ., είναι αβάσιµος και απορριπτέος, καθόσον αποδείχθηκε ότι παράλληλα µε τον Ι. Σ., που είχε αναλάβει τη λογιστική οργάνωση και υποστήριξη του εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας για τη χρήση 1-1-2001 έως 31-12-2001, ασκούσε και ο ίδιος τα ως άνω καθήκοντα µε την ιδιότητα του εσωτερικού ελεγκτή.
Οι διαχειριστικές πράξεις της εταιρείας γίνονταν από κοινού από τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα µε την εποπτεία, τη διεύθυνση και τις οδηγίες της Κ. Σ., η οποία είχε καθημερινά τον έλεγχο για όλα τα θέματα της εταιρείας. Οι ενάγοντες κατά τη χρονική περίοδο των ετών 2000-2001, ελκυόμενοι από τη φήμη στους επενδυτικούς κύκλους σχετικά µε τις ικανοποιητικές αποδόσεις των επενδυόμενων κεφαλαίων που επιτύγχανε η πρώτη εναγομένη ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ., πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων, όπως εκφέρονταν από τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα και κυρίως την Κ.
Σ., αναφορικά µε τη φερεγγυότητα και την οικονομική επιφάνεια της πρώτης εναγομένης, σε συνδυασμό µε την υπόσχεση για σίγουρη και μεγάλη απόδοση των κεφαλαίων και αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματά της σε αυτή. Έτσι κατάρτισαν µε την πρώτη εναγομένη τις προσκομιζόμενες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, συνοδευόμενες µε προσάρτημα ειδικών όρων διαχείρισης χαρτοφυλακίου και κατέθεσαν σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης τα ακόλουθα ποσά ο καθένας για επένδυση, που ήταν αποδοτέα κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες: (Ακολουθεί πίνακας με τα ονοματεπώνυμα, των 57 επενδυτών, το καταβληθέν από έκαστο χρηματικό ποσό, την ημερομηνία καταβολής από έκαστο και την ημερομηνία απόδοσης για έκαστο).
Για κάθε χρηματικό ποσό η πρώτη εναγομένη απέστειλε υπογεγραμμένο το αντίστοιχο προσάρτημα της κύριας σύμβασης, στο οποίο αναφερόταν η αναφερόμενη παραπάνω χρονική διάρκεια διαχείρισης των χρημάτων καθενός από τους ενάγοντες. Μετά τη λήξη κάθε περιόδου διαχείρισης, οι ενάγοντες πολλές φορές χορηγούσαν στην πρώτη εναγομένη εντολή να συνεχίσει τη διαχείριση του συνόλου του προϊόντος ορισμένοι δε από αυτούς κατέθεταν επί πλέον ποσά για ενίσχυση του επενδυόμενου κεφαλαίου.
Οι επενδύσεις τους διέπονταν από τον κανονισμό Λειτουργίας Επενδυτικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, όπου ο καθένας από αυτούς εμφαινόταν ως μεριδούχος. Επειδή η όλη επενδυτική κίνηση, όπως αυτή παρουσιάστηκε από τους εναγομένους, ήταν πολύ δελεαστική, η αναγκαιότητα των ως άνω πληροφοριών και διαβεβαιώσεων συνιστούσε πρώτιστο απαιτούμενο πλαίσιο προκειμένου οι ενάγοντες να κάνουν τους υπολογισμούς σχετικά με τυχόν κινδύνους επένδυσης που σκόπευαν να αναλάβουν συγκριτικά με την απόδοση και να καθορίσουν την περαιτέρω στάση τους για την πραγματοποίηση της επένδυσης με το συγκεκριμένο τρόπο.
Όμως οι παραπάνω διαβεβαιώσεις υπήρξαν ψευδείς και απατηλές τόσο ως προς τη φερεγγυότητα όσο και ως προς την οικονομική κατάσταση και την επενδυτική δράση της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, στα έγγραφα που αποστέλλονταν σε ορισμένους από τους ενάγοντες (οι περισσότεροι ενημερώνονταν τηλεφωνικά) ως "αποτιμήσεις χαρτοφυλακίων", οι αναφερόμενες ως αποδόσεις ή υπεραποδόσεις του κεφαλαίου ήταν εικονικές με αποτέλεσμα να παραπλανόνται οι ενάγοντες συστηματικά και μεθοδικά ως προς την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους και η πρώτη εναγομένη να αποκομίζει κατ'αυτό τον τρόπο κέρδη από αμοιβές-προμήθειες, που υπολογίζονταν ως ποσοστό και της δήθεν υπεραπόδοσης κάθε χαρτοφυλακίου.
Έτσι οι ενάγοντες, παραπλανημένοι, παρέμειναν ως πελάτες στην εταιρεία και όχι μόνο δεν αναλάμβαναν τα χαρτοφυλάκιά τους, αλλά ανανέωναν τη διαχείριση, προσθέτοντας μάλιστα πολλές φορές και επί πλέον ποσά σε αυτά, ενώ στην πραγματικότητα η πρώτη εναγομένη μόνο ποσοστό περίπου 10% των προς διαχείριση χαρτοφυλακίων των πελατών της επένδυε, το δε υπόλοιπο ενθυλάκωναν κυρίως η Κ.
Σ. και ο Α. Β.. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την …/…-12-2001 απόφασή της ανέστειλε τις εργασίες της πρώτης εναγομένης, γιατί από διενεργηθέντα έλεγχο προέκυψε ότι η εταιρεία αυτή είχε καταχωρίσει στα βιβλία της και προσκόμισε για έλεγχο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ψευδή και ανακριβή στοιχεία, μεταξύ των οποίων και πλαστά πινακίδια, με τα οποία δήθεν είχε προβεί για λογαριασμό πελατών της σε αγορές μετοχών στο χρηματιστήριο της Κύπρου δια μέσου της επίσης εναγομένης κυπριακής εταιρείας "SHARELINΚ FINANCIAL SERVICES LIMITED", ενώ στην πραγματικότητα οι συναλλαγές αυτές ουδέποτε είχαν λάβει χώρα.
Τελικά, η πρώτη εναγομένη με την …/….-12-2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι η πρώτη εναγομένη υπέπεσε σε πολλές και σοβαρές παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ (απόφαση ΥΠΕΘΟ 12263/Β.500/11-4-1997 ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), καθόσον α) δεχόταν καταθέσεις πελατών σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται στο όνομά της μη εξασφαλίζοντας έτσι το διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων των πελατών από τα δικά της, ούτε τη μη χρησιμοποίησή τους από αυτήν την ίδια, β) δεν είχε εξασφαλίσει επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούνταν από τους νομίμους εκπροσώπους της και τα εξουσιοδοτημένα όργανά της, γ) δεν προέβαινε σε ενημέρωση των επενδυτών για την αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους μηνιαίως, όπως είχε αναλάβει προς τούτο σχετική συμβατική υποχρέωση, ενώ σε όσα ενημερωτικά σημειώματα απέστειλε δεν προέβαινε σε αναλυτική αναφορά των επενδύσεων (προφανώς γιατί δεν είχαν λάβει χώρα επενδύσεις), αλλά αποτύπωνε μόνο τα ποσά των επενδύσεων σε μετρητά.
Στο διάσημα αυτό και μέχρι την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης η Κ. Σ. εμφανιζόταν στα γραφεία της εταιρείας και διαβεβαίωνε τους επενδυτές ότι τα κεφάλαιά τους ήταν ασφαλώς τοποθετημένα στο εξωτερικό και δεν διέτρεχαν κίνδυνο, ήταν δε θέμα χρόνου να τους επιστραφούν, όταν δε οι ενάγοντες μετά την ανάκληση λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ζήτησαν την απόδοση των χρημάτων των χαρτοφυλακίων τους, ουδέν ποσό επιστράφηκε σε αυτούς, η δε Κ.
Σ. έφυγε σε άγνωστη κατεύθυνση. Η πρώτη εναγομένη δια μέσου κυρίως της Κ. Σ., αλλά και με τη συμμετοχή, τη γνώση και τη συναίνεση των λοιπών εφεσιβλήτων-εναγομένων, ως προστηθέντων, οι μεν Δ. Ι. και Σ. Μ. της πρώτης εναγομένης εταιρείας, οι δε Χ. Έ. και Φ. Λ. αμφοτέρων των εναγομένων εταιρειών, στους οποίους είχαν ανατεθεί τα ως άνω καθήκοντα, όχι μόνο δεν τήρησαν τις απορρέουσες από τις επίδικες συμβάσεις υποχρεώσεις, αλλά καταχράστηκαν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη των εναγόντων, αναφορικά με την εντολή διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους και υπεξαίρεσαν τα χρήματά τους.
Η αφαίμαξη των προς διαχείριση κεφαλαίων των εναγόντων μεθοδεύτηκε ως εξής: α) αφαιρούνταν χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των εναγόντων, τα οποία συγκαλύπτονταν με εικονικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας, οι οποίες εμφάνιζαν αναλήψεις χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των επενδυτών-εναγόντων, προκειμένου να τους αποδοθούν τα συγκεκριμένα ποσά, τα οποία όμως ουδέποτε αποδίδονταν και β) αφαιρούνταν χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των επενδυτών τα οποία περιέχονταν στην πρώτη εναγομένη ως νόμιμη αμοιβή της με την έκδοση εικονικών τιμολογίων για δήθεν κέρδη, που προέκυπταν από τη διαχείριση υπέρ των επενδυτών.
Προκειμένου δε οι λογαριασμοί των επενδυτών να παρουσιάζουν εικονικά κέρδη, που τους γνωστοποιούσε η πρώτη εναγομένη, για τα οποία η τελευταία εισέπραττε βεβαίως πραγματική αμοιβή, καταχωρήθηκαν μαζικά στα βιβλία της στις 31-12-2000 και 20-8-2001 εικονικές αγορές και πωλήσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών της Κύπρου για τις οποίες δεν υπήρχαν παραστατικά.
Έτσι το τμήμα διαχείρισης χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης υπήρξε το κομβικό σημείο του όλου συστήματος υπεξαίρεσης, οι δε μόνοι που είχαν αποφασιστικές αρμοδιότητες στο τμήμα αυτό, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ήταν οι εναγόμενοι Δ. Ι. και Σ. Μ., οι οποίοι υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση της Κ. Σ., επέτρεψαν να λειτουργήσει το τμήμα αυτό κατά παράνομο τρόπο και έτσι διευκόλυναν με γνώση και συμμετοχή τους την Κ.
Σ. στην πραγματοποίηση του σχεδίου της για υπεξαίρεση των χρημάτων των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων. Η συμβολή τους στη τέλεση της αδικοπραξίας αυτής υπήρξε καθοριστική, εξαιτίας ακριβώς της ιδιαίτερης σχέσης, της θέσης που κατείχαν ως υπεύθυνοι διαχείρισης και του εσωτερικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης εταιρείας και χωρίς τη δική τους συμμετοχή η αδικοπραξία δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί.
Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι ήταν αυτοί που φρόντισαν να μην καταχωρούνται υπαρκτές συναλλαγές στα βιβλία της πρώτης εναγομένης, ενώ, αντιθέτως, καταχωρούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, για τις οποίες δεν υπήρχαν παραστατικά. Είχαν επίσης φροντίσει να τηρούνται διπλά (παράνομα) βιβλία, που όμως απεικόνιζαν πραγματικές συναλλαγές με πελάτες.
Ο Δ. Ι. ήταν αυτός που εκτύπωνε και υπέγραφε τις "αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου", με τις οποίες διαβεβαίωνε συνειδητά τους επενδυτές για αποδόσεις χαρτοφυλακίου, που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ενώ ο Σ.Μ., ως εσωτερικός ελεγκτής, ήταν εκείνος που προέβαινε στη σύνταξη και υπογραφή των "εκθέσεων εσωτερικού ελέγχου", στις οποίες με γνώση του διαβεβαίωνε ότι "δεν διαπιστώθηκαν ενέργειες που να αντιβαίνουν στις γενικές αρχές λειτουργίας που έχει θεσπίσει η Διοίκηση, αλλ' ούτε διαπιστώθηκαν προβλήματα ως προς την αρτιότητα και νομιμότητα των δραστηριοτήτων της εταιρείας".
Περαιτέρω και η εναγόμενη κυπριακή εταιρεία "SHARELINK FINANCIAL SERVICES LIMITED" είχε πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας υπεξαίρεσης των χρημάτων των εναγόντων και δια μέσου των προστηθέντων από αυτή Χ. Έ. και Φ. Λ. που συμμετείχαν στο Δ.Σ. αυτής, ο πρώτος μάλιστα ως νόμιμος εκπρόσωπός της και μερίμνησε και για τον ορισμό τους στο Δ.Σ.
της πρώτης εναγομένης, παρείχε και αυτή τα αναγκαία μέσα για την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας, η τέλεση της οποίας κατέστη δυνατή εξαιτίας και της θέσης, των εντολών και των μέσων που ανέθεσε στους συγκεκριμένους εναγομένους. Ειδικότερα η κυπριακή αυτή εταιρεία, δια μέσου των παραπάνω προστηθέντων γνώριζε και ήλεγχε τις δραστηριότητες της πρώτης εναγομένης και συνέπραξε στη διοχέτευση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων των εναγόντων στην Κύπρο με τη χρησιμοποίηση πλαστών πινακιδίων για δήθεν εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για λογαριασμό, μεταξύ άλλων, και των εναγόντων.
Οι επίμαχες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με τη συνειδητή καθοριστική συμβολή των συγκεκριμένων προστηθέντων Χ. Έ. και Φ. Λ., εν όψει και του ότι ήταν έμπειροι και επαγγελματίες χρηματιστές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Τόσο δε σε αυτούς όσο και στους Δ. Ι. και Σ. Μ. είχε δοθεί από το Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης η δυνατότητα να ενεργούν όχι απλές υλικές, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσής των και με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψη αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη τους Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά υφίσταται υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά και των ως άνω εναγομένων, για την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος των εναγόντων και την εντεύθεν προκληθείσα ζημία αυτών...
Συνεπώς, οι αγωγές πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη ως προς τους εφεσίβλητους εναγομένους και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν, ο καθένα σε ολόκληρο, στον καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των αγωγών..".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον εφεσίβλητο Α. Β., απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" δέχθηκε, ως βάσιμη, την από 25-5-2009 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, ως προς τους εναγόμενους Χ.
Έ., Φ. Λ., Δ. Ι., Σ. Μ. και ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "SHARELINΚ FINANCIAL SERVICES LIMITED" και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, ως προς τους άνω εναγόμενους, δέχθηκε, ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις αγωγές των αναιρεσίβλητων και αναγνώρισε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, των ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε έκαστο των αναιρεσίβλητων, ως αποζημίωση, για τη θετική ζημία που υπέστησαν από την αδικοπραξία των προστηθέντων της τρίτης αναιρεσείουσας-εναγομένης, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, χρηματικά ποσά, εντόκως από την επίδοση των αγωγών.
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330 , 67, 68, 71 του ΑΚ και, επομένως, δεν υπέπεσε σε κάποια από τις οριζόμενες στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της αίτησής τους εξειδικεύουν, προσδιορίζοντας επακριβώς το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια, που καταγνώστηκε με βάση την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 71 ΑΚ και 386 και 375 ΠΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι εναγόμενοι και ήδη πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες (οι λοιποί εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) ήταν καταστατικά όργανα αλλά ασκούσαν και εκτελεστικές αρμοδιότητες που τους είχαν ανατεθεί βάσει του καταστατικού, ο μεν πρώτος ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ και ο δεύτερος εξ αυτών ως μέλος αυτού (ΔΣ) της μη διαδίκου πρώτης εναγομένης, ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ, οι οποίοι συμμετείχαν και στο ΔΣ της εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, ως προστηθέντες αμφοτέρων των εταιριών, και ειδικότερα με τη δυνατότητα να ενεργούν όχι απλές υλικές, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσής των και με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψη αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη τους, όχι μόνο δεν τήρησαν τις απορρέουσες από τις επίδικες συμβάσεις υποχρεώσεις, αλλά καταχράστηκαν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την εντολή διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους και υπεξαίρεσαν τα χρήματά τους.
Η συμβολή τους δε στην τέλεση της αδικοπραξίας αυτής υπήρξε καθοριστική, εξαιτίας ακριβώς της ιδιαίτερης σχέσης, της θέσης που κατείχαν ως υπεύθυνοι διαχείρισης και του εσωτερικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης εταιρείας (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και χωρίς τη δική τους συμμετοχή η αδικοπραξία δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί.
Η εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα κυπριακή εταιρία με την επωνυμία "SHARELINΚ FINANCIAL SERVICES LIMITED", είχε πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας υπεξαίρεσης των χρημάτων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και με τη συνειδητή καθοριστική συμβολή των ως άνω προστηθέντων, οι οποίοι συμμετείχαν και στο ΔΣ αυτής, ο πρώτος μάλιστα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ο οποίος και μερίμνησε και για τον ορισμό τους στο ΔΣ της μη διαδίκου πρώτης εναγομένης (ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ), παρείχε δε και αυτή τα αναγκαία μέσα για την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας, η τέλεση της οποίας κατέστη δυνατή εξαιτίας και της θέσης, των εντολών και των μέσων που ανέθεσε στους συγκεκριμένους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες.
Η ως άνω δε κυπριακή εταιρία, δια μέσου των παραπάνω προστηθέντων οι οποίοι ήσαν έμπειροι και επαγγελματίες χρηματιστές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, γνώριζε και ήλεγχε τις δραστηριότητες της μη διαδίκου πρώτης εναγομένης και συνέπραξε στη διοχέτευση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στην Κύπρο με τη χρησιμοποίηση πλαστών πινακιδίων για δήθεν εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, για λογαριασμό, μεταξύ άλλων, και των εναγόντων.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), ενώ ως προς τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, διότι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 4-7-2014 αίτηση των Χ. Έ., Φ. Λ. και της εταιρίας με την επωνυμία "SHARELINΚ FINANCIAL SERVICES Ltd", για αναίρεση της 6461/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ