Legislator Case Law & Legislation
1181/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on mortgage validity due to lack of title and insufficient reasoning.

Case Number 1181/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to invalidate a mortgage. The bank argued the lower court erred in applying substantive law regarding the lack of a title for the mortgage, while the appellant contended the judgment lacked sufficient reasoning. The court rejected these claims, finding the lower court correctly applied the Civil Code provisions and provided adequate grounds for declaring the mortgage void due to the absence of a legal title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient reasoning, as the Supreme Court cannot re-evaluate facts or substitute its own judgment for that of the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility mortgage validity lack of title insufficient reasoning substantive law violation moral obligation judicial review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 1305, 1306, 1329 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Article 12 of Law 4332/1929
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1181 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1181/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου-εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό ειδική εκκαθάριση με την επωνυμία "….. ΑΕ Υπό Ειδική Εκκαθάριση" που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Βιτώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1386/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 3268/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου κατά το άρθρο 1305 ΑΚ εκείνος που ζητάει την εγγραφή υποθήκης προσάγει τον τίτλο και δυο περιλήψεις, από τις οποίες η μία μπορεί να γραφεί πάνω στο αντίγραφο του τίτλου, κατά δε το άρθρο 1306 ΑΚ οι περιλήψεις του προηγούμενου άρθρου περιέχουν 1. Το όνομα, επώνυμο, κατοικία και επάγγελμα του δανειστή και του οφειλέτη 2.

Τη χρονολογία και το είδος του τίτλου 3. Το οφειλόμενο ποσόν 4. Το χρόνο της λήξης του χρέους 5. Την περιγραφή του ακινήτου κατά είδος, θέση και όρια και κατά τη διάταξη του άρθρου 1329 ΑΚ η εγγραφή είναι άκυρη 1. Αν από αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη ή για το ενυπόθηκο ακίνητο ή για το ποσόν της ασφαλιζομένης απαίτησης 2.

Αν δεν έχει χρονολογία 3. Αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο. Η απαρίθμηση αυτή των λόγων ακυρότητας της υποθήκης είναι ενδεικτική. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εγγραφής της υποθήκης είναι άκυρη αυτή η εγγραφή και διατάσσεται η εξάλειψή της. Ακυρότητα της εγγραφής δεν επιφέρει αδιακρίτως η έλλειψη ή εσφαλμένη μνεία οποιουδήποτε από τα παραπάνω στοιχεία, αλλά τότε μόνον όταν γεννιέται αβεβαιότητα ως προς αυτά, που είναι κάθε φορά ζήτημα πραγματικό.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη τίτλου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, από την όλη δομή του Συντάγματος (όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής) και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 αυτού, η τελευταία των οποίων ορίζει ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας", συνάγεται ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία, είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο.

Η αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, ακόμη και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου, απευθύνεται δε και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικανική αρχή.

Ειδικότερα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή, να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό …..532/30.3.1987 συμβολαίου γονικής παροχής ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 08.8.2013 η ενάγουσα απέκτησε από τον πατέρα της, Α. Σ. του Μ., λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του εκτάσεως 1.624,54 τμ οικοπέδου που ... μετά της επ' αυτού κτισμένης διώροφης μονοκατοικίας... την επικαρπία του οποίου παρακράτησε ο μεταβιβάσας, εφ' όρου ζωής του ιδίου και υπέρ της συζύγου του.

Ο δικαιοπάροχος-πατέρας της ενάγουσας απεβίωσε ολίγον μετά την κατάρτιση της προαναφερόμενης γονικής παροχής και κληρονομήθηκε, εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα, τον αδελφό της και τη σύζυγό του, η τελευταία δε έκτοτε ασκεί το δικαίωμα επικαρπίας επί του επίμαχου ακινήτου. Όπως ιστορεί η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή, με τη με αριθμό 5…./07.9.2006 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών....

ρυθμίστηκαν τα ληξιπρόθεσμα χρεωστικά υπόλοιπα των καταγγελθέντων από την εναγομένη δανειακών συμβάσεων και των τηρούμενων, προς εξυπηρέτησή τους, ανοιχτών λογαριασμών, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ της εναγόμενης τράπεζας και της δανειολήπτριας - πρωτοφειλέτριας εταιρείας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα απορρέοντα από τις με αριθμούς …/03.31976 και …/12.11.1984 δανειακές συμβάσεις, τις οποίες είχαν εγγυηθεί ως πρωτοφειλέτες, ο κληρονομηθείς και από την ενάγουσα, πατέρας της καθώς και ο αδελφός του.

Προφανώς, λόγω μη τήρησης των όρων της ….5/07.9.2006 πρόσθετης πράξης ρύθμισης των ως άνω οφειλών η πιστώτρια τράπεζα πέτυχε τη έκδοση σε βάρος των κληρονόμων των ως άνω εγγυητών-συνοφειλετών, Διαταγής Πληρωμής με την οποία υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον να της καταβάλουν 1.625.226,03 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, κατά της οποίας ασκήθηκε και από την ενάγουσα, η από 24.9.2012 ανακοπή.

Εν τω μεταξύ η εναγόμενη Τράπεζα με την με Α.Π. 113/12.01.2012 Αίτηση - Περίληψη Εγγραφής Υποθήκης προς το Υποθηκοφυλακείο Ν. Ερυθραίας ζήτησε την υπέρ αυτής και κατά του ήδη αποβιώσαντα (από το έτος 1987) πατέρα της ενάγουσας, εγγραφή υποθήκης για ασφάλεια απαιτήσεων της ύψους 1.662.161,26 ευρώ (κεφάλαιο 786.848,04 + τόκοι 856.335,10 + έξοδα 18.978,12) σε βάρος του ως άνω ακινήτου, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, περιήλθε κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητας στην ενάγουσα, με το μεταγενέστερα μεταγραφέν (στις 08.8.2013) υπ' αριθμ.

…532/1987 συμβόλαιο γονικής παροχής, Στην ως άνω περίληψη, η αιτούσα την εγγραφή της υποθήκης εναγομένη τράπεζα, δεν ανέφερε αλλά ούτε και επισύναψε τον τίτλο που της παρείχε το αναφερόμενο ως απορρέον από το Ν. 4332/1929 σχετικό δικαίωμα της, όπως επιβάλλει το άρθρο 12 του ως άνω Νόμου (4332/1929) και οι διατάξεις των άρθρων 1305, 1306 και 1307 του ΑΚ.

Παρόλα αυτά, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό 2…/3.5.2013 ακριβές αντίγραφο του υπ' αριθμ. Φύλλου ..77 του Τόμου 52 των βιβλίων υποθηκών του ως άνω Υποθ/κείου, στις 17.01.2012 ενεγράφη υπέρ αυτής, η αιτηθείσα υποθήκη για το προαναφερόμενο ποσό. Ακολούθως η εναγόμενη Τράπεζα με την με Α.Π. 653/28.02.2012 Αίτηση Διόρθωσης Εγγραφής Υποθήκης που κατέθεσε στις 07.3.2012 στο ίδιο ως άνω Υποθηκοφυλακείο (Νέας Ερυθραίας) αιτήθηκε, κατ' άρθρα 1313 & 1314 του ΑΚ, τη διόρθωση - συμπλήρωση της ανωτέρω εγγραφής της υποθήκης όσον αφορά στην ανάλυση των ανερχόμενων στο συνολικό ποσό των 1.662.161,26 απαιτήσεών της, αναφέροντας ότι αυτό αποτελούνταν από 1) κεφάλαιο 387.388,78 ευρώ ήτοι 47.468,82 ευρώ και 39.911,96 ευρώ που απορρέουν, αντίστοιχα από τις με αριθμούς 894/1984 και 33/1976 Συμβάσεις Παροχής Πίστωσης με Ανοιχτό Λογαριασμό, 2) τόκους ύψους 1.241.780,48 ευρώ και 3) έξοδα ύψους 33.000 ευρώ.

Όμως παρόλο που στην ως άνω διορθωτική αίτηση αναφέρεται ότι "οι ως άνω συμβάσεις επισυνάπτονται στην παρούσα", η εναγομένη επισύναψε μόνον τη με αριθμό 33/03.3.1976 σύμβαση που αφορούσε πίστωση ύψους (39.911,96 ευρώ) μετά των σχετικών πρόσθετων πράξεων αυτής και δεν προσκόμισε και την 894/1984 δανειακή σύμβαση, και γι' αυτό μόνον η πρώτη (33/1976) καταχωρίστηκε στα βιβλία υποθηκών και όχι και η δεύτερη, αφού δεν είχε επισυναφθεί, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό …/31.5.2013 ακριβές αντίγραφο που εξήχθη από τα οικεία βιβλία βαρών του ως άνω Υποθ/κειου.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε πράγματι προσκομίσει στο Υποθ/κειο την …/1984 σύμβαση όπως ορίζει ο νόμος (1305, 1307 του ΑΚ και 12 του Ν. 4332/1929) και για λόγους που δεν ευθύνεται η ίδια, δεν καταχωρίστηκε στο βιβλίο υποθηκών, όπως όλως αόριστα επικαλείται όψιμα στην έφεσή της αναφέροντας ότι "...

το γεγονός ότι εκ των υστέρων (ήτοι μετά την εγγραφή της υποθήκης) "εξαφανίστηκε" η ως άνω σύμβαση από τα βιβλία υποθηκών του άνω υποθηκοφυλακείου, δεν σημαίνει a priori ότι η εγγραφή της υποθήκης υπήρξε άκυρη. Η μη ανεύρεσή της... μπορεί να οφείλεται σε δολιοφθορά ή και σε ανωτέρα βία... Ενόψει του ότι, η επίμαχη υποθήκη αφορά στην εξασφάλιση των πιο πάνω απαιτήσεών της εναγομένης που, όπως και η ίδια ανέφερε στην αίτησή της, απορρέουν και από τις δύο ως άνω συμβάσεις, αφού πέραν του εκ 347.468,82 ευρώ κεφαλαίου της μη προσκομισθείσας με αριθμό ..4/1984 σύμβασης, και το 2ο αλλά και το 3ο των ως άνω κονδυλίων (τόκοι ύψους 1.241.780,48 ευρώ και έξοδα 33.000 ευρώ, αντίστοιχα) αναφέρονται συνολικά ως απορρέοντα από αμφότερες στις συμβάσεις, χωρίς να γίνεται επιμερισμός τους σε κάθε μία εξ αυτών, η εγγραφή της (της επίμαχης υποθήκης) έγινε χωρίς τίτλο και ως εκ τούτου, είναι άκυρη, αφού δεν γεννιέται απλά αμφιβολία ως προς το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά καθίσταται ενδεχόμενο η υποθήκη να παραχωρήθηκε γι' ανύπαρκτη ή άκυρη απαίτηση.

Ως εκ περισσού σημειώνεται ότι ουδείς των διαδίκων προσκομίζει αντίγραφο της ως άνω μη καταχωρισθείσας δανειακής σύμβασης.... Με το δεύτερο λόγο της έφεσης αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι με το να διατάξει την εξάλειψη της επίμαχης υποθήκης επειδή έκρινε άκυρη την εγγραφή της για τον ως άνω λόγο, παραβίασε την απορρέουσα από το Σύνταγμα αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος), αφού, όμως επί λέξει αναφέρεται στην έφεση "...

ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν προσκομίστηκε από την ΑΤΕ η άνω σύμβαση κατά την εγγραφή της υποθήκης, κάτι το οποίο αρνούμαστε κατηγορηματικά, το δικαίωμα της εφεσίβλητης στην κυριότητα (ελεύθερου βαρών) ενός ακινήτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπέρτερο από το δικαίωμα της ΑΤΕ στην περιουσία της, δεδομένου ότι αυτή (η περιουσία) ουσιαστικά καθίσταται απόλυτα επισφαλής με την εξάλειψη και διαγραφή της μοναδικής εμπράγματης εξασφάλισης που έχει για τη διασφάλιση απαίτησης της ύψους 1.662.161,26 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι η παραπάνω απαίτηση της ΑΤΕ είναι πλήρως αποδεδειγμένη και συνομολογημένη και συνεπώς, η κήρυξή της ως εντελώς ανασφάλιστης για τυπικούς λόγους (μη προσκόμιση ενός εγγράφου) να συνιστά εξ' ορισμού παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε βάρος των δικαιωμάτων της ΑΤΕ...". Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι ούτε συνομολογημένη, ούτε καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποδεδειγμένη είναι η ως άνω επικαλούμενη απαίτηση της εκκαλούσας Τράπεζας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' ορθή του νόμου εφαρμογή (των άρθρων 1328 και 1329 του ΑΚ) και εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα ανωτέρω, έκρινε άκυρη την εγγραφή της επίμαχης υποθήκης ως γενόμενη με βάση ανύπαρκτο τίτλο, και γι' αυτό ορθά διέταξε την εξάλειψή της.

Με την ως άνω απόφαση του δεν παραβίασε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αφού, η διαταχθείσα εξάλειψη της μονομερώς εγγραφείσα υπέρ της εναγόμενης Τράπεζας υποθήκης που προβλέπεται (η εξάλειψη) ρητά από το νόμο (άρθρα 1328 & 1329 ΑΚ) ως μόνη συνέπεια, της όπως εν προκειμένω, άκυρης εγγραφής της, όχι μόνο δεν έχει απωλέσει την αναλογία της προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά κρίνεται αναγκαία, καθόσον μόνον με αυτήν (την εξάλειψη) προστατεύεται ο θιγόμενος από άκυρη εγγραφή υποθήκης σε βάρος περιουσίας του και εν προκειμένω η ενάγουσα - εφεσίβλητη στην οποία μεταβιβάστηκε το επίμαχο ακίνητο επιβαρυμένο με την επίμαχη υποθήκη, αλλά και πρόσφορη - κατάλληλη, αφού μόνο έτσι (με την εξάλειψη της ακύρως εγγραφείσας υποθήκης) προστατεύεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ενάγουσας να απολαμβάνει και να προστατεύει την περιουσία της από περιορισμούς, όπως είναι η επιβάρυνση του ακινήτου της με τη μονομερή εγγραφή της υποθήκης με βάση ανύπαρκτο τίτλο.

Και βέβαια, η διαταχθείσα εξάλειψη ουδόλως θίγει το επικαλούμενο από την εκκαλούσα ως "υπέρτερο" δικαίωμα της προς εμπράγματη εξασφάλιση των απαιτήσεών της, αφού αυτό έχει ως προϋπόθεση, νόμιμη εγγραφή υποθήκης με την καταχώριση του σχετικού τίτλου, που στην κρινόμενη περίπτωση, δεν υφίσταται, κατά τα ανωτέρω.

Εξάλλου, το εκ του νόμου (αρθ. 12 Ν.4332/1929) παρασχεθέν προνόμιο της ΑΤΕ να εγγράφει μονομερώς υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των απαιτήσεών της δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνο (δηλαδή κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ) όχι μόνο δεν αναιρεί την αναγκαιότητα, αλλά καθιστά επιτακτική την εκ του νόμου προβλεπόμενη ύπαρξη του ως άνω ειδικού τίτλου (των δανειστικών εγγράφων) και την εγγραφή του (1261 ΑΚ) στο βιβλίο υποθηκών." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξάλειψης, λόγω ακυρότητας, της εγγραφείσας υποθήκης σε ακίνητο της μονομερώς από την αναιρεσείουσα σύμφωνα με το προνόμιο που καθιερώνει υπέρ αυτής το άρθρο 12 του Ν.4332/1929 και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της τελευταίας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1305, 1306, 1329 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τις σαφείς παραδοχές ότι είναι άκυρη η εγγραφείσα υποθήκη λόγω της έλλειψης του ουσιαστικού νομικού γεγονότος για την κτήση του υποθηκικού δικαιώματος από την αναιρεσείουσα, δηλαδή της έλλειψης τίτλου προς τούτο και έτσι συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί η εξάλειψη της, χωρίς να παραβιάζεται με την κήρυξη της ακυρότητας η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των δικαιωμάτων των διαδίκων.

Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με τον τρίτο λόγο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της περί της ύπαρξης έγκυρου τίτλου που δικαιολογούσε την εγγραφή υποθήκης, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 23-6-2017 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό ειδική εκκαθάριση με την επωνυμία "….. Α.Ε." κατά της 3268/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ