Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, ruling the defendant acted with justified interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject her defamation claim. The appellant alleged the defendant defamed her by suggesting she should withdraw her candidacy, but the court found she had a justified interest as a member of the selection committee. Consequently, the court ruled the defendant did not unlawfully infringe her personality rights and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 920, 932 of the Civil Code; Article 367 of the Penal Code: A defendant acting with justified interest in a public selection process does not unlawfully infringe the personality rights of the candidate, and thus no liability for defamation or moral damages arises.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1181 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1181/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα ΠαπΑ., Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Α. του Χ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Νικολάου.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-4-2006, 22-2-2007, 8-3-2007, 18-4-2007 και 20-4-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και των ήδη μη διαδίκων Α. Τ., Ε. Κ., Θ. Ε. και Μ. Τ. αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 567/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.
το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (Α.Π.34/2010).
Τέλος κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
Α.Κ. Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.
ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 περ.α ν.2517/1997, με το οποίο ορίζεται ο τρόπος εκλογής των μελών διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων: "Οι Επίκουροι Καθηγητές εκλέγονται με θητεία.
Μετά τη συμπλήρωση τριών ετών παραμονής στη βαθμίδα αυτή, οι Επίκουροι Καθηγητές έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για μονιμοποίηση στη θέση της βαθμίδας που κατέχουν εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την παρέλευση της τριετίας. Σε αντίθετη περίπτωση λήγει αυτοδικαίως η θητεία τους". Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ.1 του Συντάγματος: "Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες.
Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα". Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, έγιναν δεκτά τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ....19-7-1995 απόφαση του πρύτανη του ΕΚΠΑ...
η ενάγουσα της από 3-4-2006 αγωγής [ήδη αναιρεσείουσα] εκλέχθηκε ως μέλος ΔΕΠ στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ως άνω ιδρύματος με τριετή θητεία. Με την από 16-9-1998 αίτησή της προς τη γραμματεία του τμήματος ζήτησε να μονιμοποιηθεί στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή...
Η γενική συνέλευση του ως άνω τμήματος με την από 29-10-1998 απόφασή της συγκρότησε το αρμόδιο για την κρίση εκλεκτορικό σώμα, το οποίο με την από 4-11-1998 απόφασή του όρισε τριμελή εισηγητική επιτροπή για την εν λόγω κρίση. Μέλη της εισηγητικής επιτροπής ορίσθηκαν ο καθηγητής Ε. Κ. (συντονιστής) [τρίτος εναγόμενος της από 3-4-2006 αγωγής και ήδη μη διάδικος], ο καθηγητής Κ.
Μ. [πέμπτος εναγόμενος της ίδιας αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητος] και η αναπληρώτρια καθηγήτρια Μ. Τ. [τέταρτη εναγομένη της ίδιας αγωγής και ήδη μη διάδικος], στους οποίους κοινοποιήθηκε η σχετική απόφαση και τους διαβιβάστηκαν οι εργασίες και το αναλυτικό υπόμνημα της υποψήφιας, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθμ.
πρωτ....5-11-1998 έγγραφο του προέδρου του ανωτέρω τμήματος Θ. Ε. [πρώτου εναγομένου της ίδιας αγωγής και ήδη μη διαδίκου]. Η ανωτέρω επιτροπή αξιολόγησε λίαν ευνοϊκώς το επιστημονικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο της υποψήφιας και με την από 2-12-1998 έκθεσή της που υπέβαλε αρμοδίως στις 14-12-1998 πρότεινε ομόφωνα τη μονιμοποίησή της στην προαναφερθείσα βαθμίδα.
Η Μ. Τ. είχε αναλάβει τη σύνταξη της έκθεσης, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται οι τίτλοι σπουδών και η εκπαιδευτική και επαγγελματική εμπειρία της υποψήφιας με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι είχε πλούσια και πολύπλευρη εκπαιδευτική εμπειρία σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού, ότι είχε εργασθεί ως σύμβουλος σε θέματα εκπαιδευτικά και ψυχολογικά σε πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού, ότι είχε διδάξει σε αμερικανικά πανεπιστήμια σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, καθώς και στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, στην εξομοίωση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, και ότι είχε συμμετάσχει σε πολλά προγράμματα των ΠΕΚ για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Στην ίδια έκθεση παρατίθενται επίσης στοιχεία για τη συμμετοχή της υποψήφιας σε συνέδρια, συμπόσια, ειδικά επιστημονικά σεμινάρια και ερευνητικά προγράμματα, καθώς επίσης και επιστημονικές εργασίες και δημοσιεύματά της (βιβλία, εισαγωγές σε βιβλία, βιβλία υπό έκδοση, ερευνητικές μελέτες και άλλες δημοσιεύσεις).
Η εισηγητική επιτροπή την αξιολόγησε επί λέξει ως εξής: "οι προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές της... είναι εξαιρετικά σημαντικές και επαρκείς και διαθέτουν το απαιτούμενο εύρος που προϋποθέτει το γνωστικό αντικείμενο της Κοινωνικής Ψυχολογίας... (η υποψήφια) καταπιάνεται με πολύ δύσκολους και απαιτητικούς επιστημονικούς τομείς, όπως είναι ο τομέας των διαφυλικών σχέσεων, οι κοινωνικοπολιτικοί ρόλοι των δύο φύλων και γενικότερα ο τομέας της Κοινωνικής Ψυχολογίας, στον οποίο η υποψήφια δραστηριοποιείται ως Ερευνήτρια"... "το συγγραφικό-επιστημονικό-ερευνητικό έργο της κρίνεται τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και από πλευράς ποσότητας επαρκές και ικανοποιητικό.
Το βιβλίο της ‘ Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα’ είναι καινοτόμο και εντυπωσιάζει για την καθαρότητα, την επιστημονική τεκμηρίωση και τη βαθιά γνώση του αντικειμένου"... "πέρα από την πολύ καλή επιστημονική της κατάρτιση και τις άριστες διδακτικές της ικανότητες... η (υποψήφια) διακρίνεται για την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική της δραστηριότητα, ουσιαστική βέβαια, για τους επιμέρους τομείς της Κοινωνικής Ψυχολογίας που θεραπεύει"... "ενώ κατέχει και εφαρμόζει πολύ καλά την έρευνα πεδίου, όμως οι αξιόλογες ερευνητικές της προσπάθειες ιδιαίτερα των τελευταίων χρόνων γύρω από σύγχρονα και καινοτόμα θέματα δεν έχουν δημοσιευθεί σε ανάλογα επίσημα επιστημονικά μέσα, παρά μόνο στον τύπο και έχουν ανακοινωθεί στα ΜΜΕ".
Η ως άνω επιτροπή, συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω, δηλαδή "την αξιόλογη επιστημονικη κατάρτιση της υποψήφιας, τις εξαιρετικές διδακτικές της ικανότητες, το ερευνητικό της έργο, το οποίο όμως θα έπρεπε να δημοσιευθεί οπωσδήποτε και να προσανατολιστεί στην εκπαιδευτική πραγματικότητα, καθώς επίσης και τη συνεργατική και δημιουργική της διάθεση", κατέληξε όμοφωνα υπέρ της μονιμοποίησής της στην ως άνω βαθμίδα.
Στη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος της 1-4-1999 η υποψήφια εμφανίστηκε και υποστήριξε την υποψηφιότητά της και απάντησε σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων των παρευρισκόμενων μελών σχετικά με το επιστημονικό της έργο. Επί πλέον ο πρόεδρος του τμήματος Θ. Ε. διατύπωσε εκεί την άποψη ότι δεν είχε σαφές βιογραφικό υπόμνημα και ότι η υποψήφια δεν είχε καταθέσει πλήρη φάκελο με τις παλαιές και τις σύγχρονες εργασίες της.
Με την από 17-5-1999... αίτηση προς τον ως άνω πρόεδρο, η ενάγουσα υποψήφια ζητούσε τη διόρθωση των πρακτικών της συνεδρίασης, μεταξύ των οποίων εκείνη που αναφερόταν στη συμπλήρωση στα πρακτικά της απάντησής της για τις ελλείψεις του φακέλου της, δηλαδή ότι εκείνη είχε απαντήσει ως εξής στον πρόεδρο του τμήματος: "...κύριε Πρόεδρε, ενάμιση μήνα πριν από τη διαδικασία της μονιμοποίησής μου, μου τηλεφώνησε η κυρία Σ.
και με παρακάλεσε να πάω στο γραφείο της και να παραλάβω τους δύο φακέλους από την πρώτη και δεύτερη εκλογή μου που περιελάμβαναν όλο το υλικό με εργασίες, διατριβές και βιβλία και τους οποίους έχω καταθέσει. Επίσης μου είπε ότι για όλους το κάνουμε αυτό γιατί δεν υπάρχει χώρος". Ωστόσο η ενάγουσα υποψήφια δεν προέβη όπως όφειλε στην επανάληψη κατάθεσης πλήρους φακέλου στη γραμματεία του πανεπιστημίου, προς απόδειξη και αξιολόγηση όλων όσων ανέφερε στο αναλυτικό της υπόμνημα, δεδομένου ότι, εκτός από την εισηγητική επιτροπή, ζήτησαν να τον μελετήσουν και άλλα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, όπως ο ως άνω πρόεδρος του τμήματος.
Ούτε η ίδια επικαλείται ούτε προσκομίζει πλήρη φάκελο με το αναλυτικό υπόμνημα που είχε αρχικώς καταθέσει προς κρίση μαζί με τις εργασίες της, ενώπιον του δικαστηρίου, παρά μόνο επικαλείται και προσκομίζει άλλο αναλυτικό υπόμνημα που συνέταξε το 2005, δηλαδή μεταγενέστερα, καθώς και ένα ανυπόγραφο απόσπασμα βιογραφικού, από το οποίο δεν προκύπτει αν πρόκειται πράγματι για απόσπασμα του υποβληθέντος προς κρίση αναλυτικού βιογραφικού της.
Το ίδιο δέχθηκε και η υπ’ αριθμ.40541/2008, 41400/2008 και 42763/2008 απόφαση του Θ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην προαναφερθείσα συνεδρίαση αποφασίστηκε τελικά κατά πλειοψηφία η μη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή με μειοψηφία των τριών μελών της εισηγητικής επιτροπής. Με την υπ’ αριθμ.3618/4-6-1999 διαπιστωτική πράξη της αρμόδιας πρυτανικής αρχής η ενάγουσα αυτοδικαίως αποχώρησε από την υπηρεσία της συνεπεία της ως άνω κρίσης.
Κατά της ως άνω απόφασης του εκλεκτορικού σώματος η ενάγουσα υποψήφια άσκησε αίτηση ακύρωσης και με την υπ’ αριθμ.713/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε η ως άνω κρίση του για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που συνίστατο στο ότι δεν είχε κοινοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο στην ενάγουσα η έκθεση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής.
Η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ΕΚΠΑ για επανάληψη της διαδικασίας της κρίσης με την τήρηση του ως άνω απαιτούμενου ουσιώδους τύπου... Με την υπ’ αριθμ....24-5-2001 αίτησή της η ενάγουσα ζήτησε ν’ αναλάβει καθήκοντα επίκουρης καθηγήτριας στο ως άνω τμήμα του πανεπιστημίου, να της χορηγηθεί σχετική βεβαίωση και να ενημερωθούν σχετικά οι οικείες οικονομικές υπηρεσίες.
Ακολούθως εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. πρωτ....28-5-2001 έγγραφο του προέδρου του ως άνω τμήματος, με το οποίο αφενός κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν η προαναφερθείσα από 2-12-1998 έκθεση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής, αφετέρου της γνωστοποιήθηκε ότι η κρίση της θα επαναλαμβανόταν στη συνεδρίαση της 14-6-2001 και ότι θα μπορούσε είτε να παραστεί αυτοπροσώπως σ’ αυτή προς ανάπτυξη των απόψεών της είτε να υποβάλει σχετικό υπόμνημα.
Δεν της χορηγήθηκε όμως βεβαίωση εκ νέου ανάληψης υπηρεσίας στη θέση που κατείχε πριν την αυτοδίκαιη αποχώρησή της αλλά με το υπ’ αριθμ....25-5-2001 έγγραφο προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το τμήμα έθετε σχετικό ερώτημα εάν η ως άνω υποψήφια είχε δικαίωμα ν’ αναλάβει καθήκοντα. Με το υπ’ αριθμ. πρωτ....28-5-2001 έγγραφο του τμήματος ενημερώθηκε σχετικά και η ενδιαφερόμενη.
Με το υπ’ αριθμ. πρωτ.....01.2.1/12-6-2001 έγγραφο που απευθυνόταν στον τότε πρόεδρο του τμήματος Α. Τ. [δεύτερο εναγόμενο της από 3-4-2006 αγωγής και ήδη μη διάδικο] η ανεξάρτητη διοικητική αρχή "Συνήγορος του Πολίτη", μετά από σχετική αναφορά της υποψήφιας, ζήτησε απ’ αυτόν να συμμορφωθεί στην ως άνω ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε μετά την ακύρωση της από 1-4-1999 αρνητικής κρίσης ν’ αναβιώσουν οι κατά το νόμο προϋποθέσεις της επικείμενης νέας κρίσης και να βεβαιωθεί η εκ νέου ανάληψη υπηρεσίας από την υποψήφια στη θέση επίκουρου καθηγητή που κατείχε μέχρι την ως άνω αυτοδίκαιη αποχώρησή της.
Στις 13-6-2001 το τμήμα έλαβε από την πρυτανεία με fax τη γνωμοδότηση του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος, την οποία απεδέχθη και ο πρύτανης, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "(η νέα κρίση), ως συνέπεια της απόφασης του δικαστηρίου, προς την οποία το εκλεκτορικό σώμα υποχρεούται να συμμορφωθεί, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε κίνηση επανένταξής της στο Τμήμα, δοθέντος ότι σε περίπτωση ευνοϊκής κρίσης, η επανένταξή της θα είχε αναδρομικό χαρακτήρα.
Δεδομένου δε ότι επίκειται η νέα κρίση σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, ...η Διοίκηση αμέσως μετά θα προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ανάλογα με το αποτέλεσμα της κρίσης". Έτσι στις 14-6-2001 επαναλήφθηκε η διαδικασία της κρίσης της ενάγουσας για τη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του μόνιμου επίκουρου καθηγητή στο γνωστικό αντικείμενο "Κοινωνική Ψυχολογία", όπου με 25 ψήφους κατά και μία λευκή το εκλεκτορικό σώμα απεφάνθη πάλι υπέρ της μη μονιμοποίησής της στη βαθμίδα αυτή.
Λόγω της νέας αυτής αρνητικής κρίσης, η ενάγουσα δεν ανέλαβε τα καθήκοντά της ως επίκουρης καθηγήτριας... Στην ίδια συνεδρίαση της 14-6-2001 ο πέμπτος εναγόμενος της ίδιας ως άνω αγωγής Κ. Μ. ανέφερε επί λέξει και τα εξής: "...Μάλιστα τόσο εγώ όσο και ο κ. Κ., ενδεχομένως και η Μ. Τ., διαισθανόμενοι το δικαιολογημένα αρνητικό κλίμα που διαμορφωνόταν στο εκλεκτορικό σώμα, της υποδείξαμε να αποσύρει την αίτησή της και να επανέλθει μετά την έκδοση της μονογραφίας της ‘ Θέματα Κοινωνικής Ψυχολογίας’ .
Όχι μόνο δεν μας άκουσε, αλλά αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι η υποψήφια δεν αναγνώρισε τις καλές μας προθέσεις και τη θετική μας ψήφο παρά τις επιφυλάξεις μας. Σίγουρα δεν της άξιζε αυτή μας η θετική στάση και αν είχα τη δυνατότητα να ψήφιζα σήμερα θα ήμουν αρνητικός. Ουσιαστικά το έργο της κ. Α. περιορίζεται στο βιβλίο ‘ Ανθρώπινη Σεξουαλικότητα’ .
Σε σχέση με το τεστ σεξουαλικότητας που δόθηκε στους μετεκπαιδευόμενους σε συνεργασία με το Ανδρολογικό Ινστιτούτο έχω να πω τούτο: Το Ανδρολογικό Ινστιτούτο μπορεί, ίσως έχει και υποχρέωση να αναλαμβάνει τέτοιες έρευνες, όχι όμως και ένα μέλος του Παιδαγωγικού Τμήματος. Αποστολή μιας κοινωνικής ψυχολόγου ενός Παιδαγωγικού Τμήματος δεν είναι η σεξουαλοποίηση της κοινωνικής ψυχολογίας, αλλά η ενημέρωση των δασκάλων σε ποικίλα θέματα της κοινωνικής ψυχολογίας...".
Ο ισχυρισμός ότι κάλεσαν την υποψήφια να αποσύρει την αίτησή της αναφέρεται σε γεγονός το οποίο δεν είναι ικανό να βλάψει και δεν έβλαψε την προσωπικότητα της ενάγουσας ούτε εξαιτίας του ετέθη σε κίνδυνο η πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον της τελευταίας. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί για δικαιολογημένα αρνητικό κλίμα, για αχαριστία και για σεξουαλοποίηση της κοινωνικής ψυχολογίας αποτελούν αξιολογικές κρίσεις ως προς τη γενικότερη συμπεριφορά και το επιστημονικό έργο της υποψήφιας.
Με αυτούς τους ισχυρισμούς ο Κ. Μ. γνώριζε ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της υποψήφιας, αφού κατέκρινε τη συμπεριφορά και τις επιστημονικές της επιλογές, και το αποδέχθηκε. Ο άδικος όμως χαρακτήρας της συμπεριφοράς του και περαιτέρω το παράνομο αυτής αίρονται από το γεγονός ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς εκπλήρωση νομίμου καθήκοντός του, ήτοι ως μέλος του εκλεκτορικού σώματος, στην προσπάθεια αιτιολόγησης της αρνητικής θέσης του, παρόλο που ερχόταν σε οξεία αντίθεση με την έκθεση της εισηγητικής επιτροπής της οποίας ήταν μέλος, χωρίς να αποκλείεται τέτοιο δικαίωμά του και παρόλο που στην υποψήφια είχε ανατεθεί επίσημα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών η έρευνα του Ανδρολογικού Ινστιτούτου για τη σεξουαλικότητα, τη διεξαγωγή της οποίας αυτός επέκρινε, δεκτού γενομένου του σχετικού νόμιμου κατ’ άρθρο 367 παρ.1 Π.Κ.
ισχυρισμού του ως ουσία βασίμου. Εξάλλου οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν περιέχουν ούτε τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης αφού δεν αφορούν σε συγκεκριμένα ψευδή γεγονότα αλλά σε αξιολογικές κρίσεις των επιλογών και της συμπεριφοράς της υποψήφιας, με τον τρόπο δε και υπό τις συνθήκες που εκφράσθηκε, δεν ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι επεδίωκε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, με συνέπεια οι σχετικές νόμιμες κατ’ άρθρο 367 παρ.2 Π.Κ.
αντενστάσεις της ενάγουσας να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Έτσι ο πέμπτος εναγόμενος της από 3-4-2006 αγωγής, με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας ούτε εν γνώσει του ή υπαιτίως αγνοώντας υποστήριξε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις που εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη ή το επάγγελμα ή το μέλλον της και επομένως η τελευταία δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Κατά της απόφασης της συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος της 14-6-2001 η ενάγουσα άσκησε αίτηση ακύρωσης και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθ.984/2005 απόφασή του την ακύρωσε λόγω έλλειψης νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας και συγκεκριμένα για το ότι το εκλεκτορικό σώμα επηρεάσθηκε σημαντικά από τις αρνητικές τοποθετήσεις των μελών της εισηγητικής επιτροπής κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, οι οποίες όμως ήταν αναιτιολόγητες και έρχονταν σε οξεία αντίθεση με την αρχικώς διατυπωθείσα από αυτά και μάλιστα ομοφώνως κρίση τους στην από 2 Δεκεμβρίου 1998 εισηγητική τους έκθεση.
Οι δε αποσπασματικές αξιολογήσεις από άλλα μέλη του εκλεκτορικού σώματος δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν την έλλειψη της νομίμου και επαρκούς αιτιολογίας, αφού στην απόφαση εν τέλει δεν γινόταν ούτε λεπτομερής και συστηματική παράθεση και αξιολόγηση ολόκληρου του έργου της υποψήφιας ούτε παράλληλη επισήμανση των συγκεκριμένων ελλείψεων που αυτό παρουσίαζε κατά τομείς.
Με την ανωτέρω απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέπεμψε την υπόθεση στο ΕΚΠΑ για νέα νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση της υποψήφιας... Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ.984/2005 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ενάγουσα υποψήφια με το από 30 Μαΐου 2005 έγγραφό της προς τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς την Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ζήτησε να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα ως επίκουρη καθηγήτρια στο προαναφερθέν τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών από το οποίο είχε αποχωρήσει....
Εξάλλου ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, με το υπ’ αριθμ. πρωτοκ....2-6-2005 έγγραφό του προς τον τότε πρόεδρο του τμήματος Α. Τ., εκτός από την επίσπευση της επαναληπτικής διαδικασίας κρίσης της ενάγουσας υποψήφιας, ζήτησε να γίνει δεκτό το αίτημά της και να αναλάβει καθήκοντα με το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την αρνητική της κρίση.
Στις 8 Ιουνίου 2005 η ενάγουσα ανέλαβε καθήκοντα, τουλάχιστον τυπικά, στο ανωτέρω τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 16 Ιουνίου 2005 το τελευταίο, σε εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, επανέλαβε εκ νέου τη διαδικασία κρίσης της. Στην τότε κοινή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος αποφασίσθηκε εκ νέου η μη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή.
Η διαδικασία ορισμού τριμελούς εισηγητικής επιτροπής από το εκλεκτορικό σώμα για υποβολή εισηγητικής έκθεσης δεν επαναλήφθηκε γιατί αυτή η διαδικασία δεν είχε ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν χρειαζόταν επανάληψή της. Ο Α. Τ. ενημέρωσε την ενάγουσα σχετικά με αυτό το ζήτημα με το υπ’ αριθμ.
πρωτοκ....11-7-2005 έγγραφό του, στο οποίο γινόταν επίκληση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας... Ο Κ. Μ. είχε αποστείλει την από 8-6-2005 επιστολή του προς το εκλεκτορικό σώμα, η οποία όμως δεν αναγνώσθηκε κατά την κοινή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος αφού δεν περιλαμβάνεται στα πρακτικά της ανωτέρω συνεδρίασης αλλά περιήλθε σε γνώση εκείνων που την παρέλαβαν.
Σ’ αυτήν αναφέρονται επί λέξει και τα εξής: "ως εισηγητική επιτροπή... της επισημάναμε ότι θα ήταν καλύτερο να αποσύρει την αίτησή της και να παρουσιάσει έργο από τα τόσα άλλα βασικά θέματα της Κοινωνικής Ψυχολογίας, ξεφεύγοντας από τις διαφυλικές-σεξουαλικές σχέσεις που δεν ταιριάζουν τόσο σε ένα Παιδαγωγικό Τμήμα...
Η κ. Α. δεν μας άκουσε, το τμήμα λειτούργησε πέρα και πάνω από συναισθηματισμούς και η κ. Α. βρέθηκε εκτός Τμήματος. Το ίδιο συνέβη και κατά τη δεύτερη κρίση". Ο ισχυρισμός του Κ. Μ. ότι της είχαν επισημάνει να αποσύρει την αίτησή της και να παρουσιάσει άλλο έργο αφορά σε γεγονός, πλην όμως αυτός δεν ήταν ικανός και δεν έβλαψε την προσωπικότητα της ενάγουσας σύμφωνα και με τα ίδια προλεχθέντα απ’ αυτόν στην κοινή συνεδρίαση της 14-6-2001.
Οι λοιποί ισχυρισμοί αποτελούν αξιολογικές κρίσεις επί του αντικειμένου του επιστημονικού έργου της υποψήφιας και επί των κριτηρίων για τη μονιμοποίησή της στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και με αυτούς ο ως άνω γνώριζε ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της υποψήφιας, αφού κατέκρινε τις επιστημονικές της επιλογές, και το αποδέχθηκε.
Ωστόσο ο άδικος χαρακτήρας της συμπεριφοράς του και περαιτέρω το παράνομο αυτής αίρονται από το γεγονός ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αφού συμμετείχε στην επιτροπή που είχε συντάξει και είχε καταθέσει την εισηγητική έκθεση με βάση την οποία η υποψήφια κρινόταν, στην προσπάθεια αιτιολόγησης της αρνητικής πλέον θέσης του, παρόλο που ερχόταν σε οξεία αντίθεση με την εισηγητική έκθεση, χωρίς να αποκλείεται τέτοιο δικαίωμά του και παρόλο που στην υποψήφια είχε ανατεθεί επίσημα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών η έρευνα του Ανδρολογικού Ινστιτούτου για τη σεξουαλικότητα, τη διεξαγωγή της οποίας αυτός επέκρινε όπως προαναφέρθηκε, διατυπώνοντας με τους ισχυρισμούς του αξιολογικές κρίσεις στο πλαίσιο νόμιμης διαδικασίας κρίσης της υποψήφιας, δεκτού γενομένου του σχετικού νόμιμου κατ’ άρθρο 367 παρ.1 Π.Κ.
ισχυρισμού του ως ουσία βασίμου, με τον τρόπο δε και υπό τις συνθήκες που εκφράσθηκε δεν ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι επεδίωκε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, με συνέπεια οι σχετικές νόμιμες κατ’ άρθρο 367 παρ.2 Π.Κ. αντενστάσεις της να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες.
Έτσι ο ως άνω πέμπτος εναγόμενος δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας ούτε εν γνώσει του ή υπαιτίως αγνοώντας υποστήριξε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις που εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη ή το επάγγελμα ή το μέλλον της και επομένως η τελευταία δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν στο σύνολό της την από 12-7-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η από 3-4-2006 αγωγή της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς τον αναιρεσίβλητο.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 Α.Κ., 1 παρ.3 περ.α ν.2517/1997, 367 Π.Κ. και 16 παρ.1 του Συντάγματος ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα:
α) ότι δεν συνιστούσε προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι της υποδείχθηκε από την εισηγητική επιτροπή να αποσύρει την υποψηφιότητά της και β) ότι για τους λοιπούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που κρίθηκαν προσβλητικοί συνέτρεχε νόμιμος λόγος άρσεως του άδικου χαρακτήρα και συνακόλουθα του παρανόμου αυτών, και συγκεκριμένα ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον λόγω της ιδιότητός του ως μέλους αρχικά της εισηγητικής επιτροπής και στη συνέχεια του εκλεκτορικού σώματος που είχε ως αντικείμενο να αποφανθεί για τη μονιμοποίηση ή μη της αναιρεσείουσας στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή.
Συνεπώς και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της Χ. Α. για αναίρεση της 535/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ