Legislator Case Law & Legislation
1181/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling it did not violate property rights or constitutional provisions.

Case Number 1181/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the Second Instance Court of Corfu's eviction order. The appellants argued that the court failed to establish compensation before eviction, violating constitutional property rights and the European Convention on Human Rights. The court rejected these claims, holding that the Second Instance Court correctly determined the eviction was lawful and that any disputes over property value are private matters for civil courts, not administrative ones.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17, 24, and 25 of the Constitution; Article 1(1) of the First Protocol to the ECHR: The deprivation of property for public utility under legal terms does not violate the right to property if it maintains a fair balance between the individual's rights and the general interest.

Keywords

AI generated
eviction order property rights constitutional protection public utility fair balance compensation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 24 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 1(1) of the First Protocol to the European Convention on Human Rights
Article 697 of the Code of Civil Procedure
Article 682 of the Code of Civil Procedure
Article 12(7) of Law 1337/1983
Article 4 of Law 1772/1988
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 21-22/2002
OL. AP 19/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1181 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1181/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. χας Ν. Θ., 2. Μ. Θ. του Ν. και 3. Κ. Θ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Παπαπετρόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Μ. και 2. Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σαντούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2010 αίτησή τους και με τους από 19-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της 73/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 697 ΚΠολΔ, η άσκηση ενδίκων μέσων δεν είναι επιτρεπτή, πλην όμως με την απόφαση αυτή δεν διατάχθηκε ούτε ανακλήθηκε ασφαλιστικό μέτρο, υπό την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, αλλά επιλύθηκε οριστικά η μεταξύ των διαδίκων διαφορά, ήτοι διατάχθηκε η αποβολή των αναιρεσειόντων από το επίδικο εδαφικό τμήμα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.7 του ν.1337/1983, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988, με την οποία γίνεται απλώς παραπομπή στην ανωτέρω διαδικασία για την ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων (Ολ.ΑΠ 21-22/2002).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή. Επειδή, κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του Συντάγματος: "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (Ολ.ΑΠ 896/1985) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 24 (παρ. 2-4) του Συντάγματος: "2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης ... 3.

Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4.

Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής".

Σε εκτέλεση και εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 24 εκδόθηκαν αρχικά ο ν. 947/1979 και στη συνέχεια ο ν. 1337/1983 "Επέκταση των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/1971) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας.

Με τα άρθρα δε 8 και 12 αυτού ρυθμίζεται η νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου, και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (εκ ποσοστού ανάλογου με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων).

Περαιτέρω με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) κλπ" αντικαταστάθηκε η παρ.7 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, και ορίσθηκαν τα εξής: "α) Η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την συμπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη ...

όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα σύμφωνα με την παράγραφο 3 και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ... Με την μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για την συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.

δ/τος από 17.7.1923 και του ν. δ/τος 797/1971. β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής, ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σ' αυτούς με την προϋπόθεση, ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περίπτωσης (α).

Δικαιώματα της επόμενης περίπτωσης (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση άρνησης του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται μετά από αίτηση των παραπάνω ενδιαφερομένων, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ...

γ) Η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ. 3 και την πράξη εφαρμογής συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου που υφίστατο στα μεταβαλλόμενα ακίνητα ... δ) Δένδρα, φυτείες, μανδρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρέατα και λοιπές εγκαταστάσεις και κατασκευές νομίμως υφιστάμενες σε ιδιοκτησίες που με την πράξη εφαρμογής μεταβάλλουν ιδιοκτήτη αποζημιώνονται από τον οικείο ΟΤΑ.

Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την επιτροπή του π. δ/τος 5/1986, όπως ισχύει κάθε φορά και καταβάλλεται στο δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία των ανωτέρω αποφαίνεται το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ....". Περαιτέρω, ορίστηκε: "ε) Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και αμετάκλητη.

Διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνονται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση, όπως ειδικότερα ορίζεται με την απόφαση της παρ. 10 του άρθρου αυτού". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας, και εφόσον δεν τίθεται ζήτημα αποζημιώσεως για τυχόν αφαιρούμενο έδαφος, κατά τις διατάξεις του ν.δ/τος από 17-7-1923 και ν.δ. 797/1971, επέρχεται κτήση της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και σύγχρονη απόσβεση του τυχόν προϋφισταμένου δικαιώματος κυριότητος και για την πραγμάτωση της μεταβολής παρέχεται δικαστική προστασία με την απλή και ταχεία διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του μονομελούς πρωτοδικείου, το οποίο επομένως οφείλει να εξετάσει μόνο το ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αποβολής με βάση τα όρια των τελικών ιδιοκτησιών που διαμορφώνονται με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης (Ολ.ΑΠ 19/2002).

Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 7 περ. β' και δ' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. β' και δ' του Κ.Β.Π.Ν.), με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, γεννάται ενοχική αξίωση αποζημίωσης κατά του οικείου ΟΤΑ, για τα επικείμενα συστατικά των εδαφικών τμημάτων, τα οποία με αυτήν αφαιρούνται ως υποχρεωτική εισφορά σε γη, η δε αποβολή του νομέα ή κατόχου από τα τμήματα αυτά μπορεί να ζητηθεί και πριν από τον προσδιορισμό ή την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε ζημία από την απόδοση των επικειμένων, χωρίς να αποκλείεται και εκείνη που προκαλείται από τον εκμηδενισμό ή τη μείωση της αξίας των τμημάτων αυτών που απομένουν, ή από τη δαπάνη αποκατάστασης της λειτουργικότητας αυτών, στην περίπτωση που τα επικείμενα κτίσματα εκτείνονται και σε εδαφικά τμήματα που δεν αφαιρέθηκαν ως εισφορά σε γη.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός του δικαιώματος, πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και την προβληθείσα από τους καθών και ήδη αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με βάση τα επικαλούμενα θεμελιωτικά της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το από 14-9-1995 π.δ. (ΦΕΚ 724/14-9-1995 Τ.Δ.) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη τμήματος της 3ης πολεοδομικής ενότητας του σχεδίου πόλεως του Δήμου Ηγουμενίτσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, που αφορούν την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, την οικιστική ανάπτυξη και τις σχετικές ρυθμίσεις.

Ακολούθως, με την 886/458/18-2-1998 απόφαση του Νομάρχη Θεσπρωτίας, κυρώθηκε η 1/1997 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής αυτής μελέτης και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας την 17-5-2002. Με βάση στα προβλεπόμενα στην εν λόγω πράξη εφαρμογής και προς τακτοποίηση της ρυμοτομούμενης από το σχέδιο πόλεως ιδιοκτησίας των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αφαιρέθηκε τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας των καθών-αναιρεσειόντων, που βρίσκεται στο Ο.Τ. 73 με αριθμό 5 της 3ης πολεοδομικής ενότητας με κτηματολογικό αριθμό ..., εμβαδού 270,10 τ.μ.

και διατέθηκε (προσκυρώθηκε) στους αναιρεσιβλήτους, ως υποχρεωτική εισφορά σε γη εκ μέρους τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1337/1983. Το εν λόγω ακίνητο συνορεύει με ακίνητο των αναιρεσειόντων με δρόμο πλάτους 16 μ., με ιδιοκτησίες Α. Σ., Χ. Θ. και Φ. Φ. και με τμήμα ακινήτου αιτούντων-αναιρεσιβλήτων, όπως συνομολογείται.

Με την κύρωση της 1/1997 πράξεως εφαρμογής και από τη μεταγραφή της, οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν με πρωτότυπο τρόπο συγκύριοι της επίδικης έκτασης, κατά ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε η ιδιοκτησία των αιτούντων-αναιρεσιβλήτων με κτηματολογικό αριθμό ..., συνολικού εμβαδού 276,82 τ.μ., ανήκουσα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Με το με αριθμό πρωτ. 10-8-2004 έγγραφό της η Νομαρχία Θεσπρωτίας κάλεσε τους αναιρεσείοντες να παραδώσουν εντός 15 ημερών το επίδικο οικόπεδο. Όμως, οι αναιρεσείοντες μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αρνούνται να συμμορφωθούν στην υποχρέωση παραδόσεως του επίδικου ακινήτου, επικαλούμενοι, ότι στο επίδικο ακίνητο που διατίθεται στους αιτούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, υπάρχουν επικείμενα, όπως περίφραξη από τσιμεντόλιθους, πηγάδι, αποθήκη και πλειάδα δένδρων, τα οποία δεν έχουν καταμετρηθεί και δεν έχουν αποζημιωθεί γι' αυτά".

Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι "πρέπει να αποδοθεί το επίδικο ακίνητο, που διαμορφώθηκε με την πράξη εφαρμογής, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαδικασία προσδιορισμού επικειμένων και καταβολής τέτοιας αποζημίωσης, αφού από την έκδοση της σχετικής πράξης εφαρμογής κάθε διαφορά, αναφυομένη σχετικά με την αξία των ακινήτων ή των επικειμένων αυτών, είναι ιδιωτική διαφορά και η επίλυσή της ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων και όχι των διοικητικών, η δε άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητούν την απόδοση του ακινήτου, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτών από την σχετική πράξη εφαρμογής, δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν εκτίθεται εκ μέρους των προτεινόντων την ένσταση αυτή συγκεκριμένη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, που θα μπορούσε να δημιουργήσει στους αναιρεσείοντες εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκήσουν στο μέλλον το επίδικο δικαίωμά τους, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με επαχθείς για τους τελευταίους επιπτώσεις της ικανοποιήσεως του ασκούμενου δικαιώματός τους".

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αφαιρέθηκε από τους αναιρεσείοντες και διατέθηκε στους αιτούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους χωρίς αποζημίωση προς τακτοποίηση των ιδιοκτησιών τους με την αναφερόμενη Πράξη Εφαρμογής, που κυρώθηκε και μεταγράφηκε νόμιμα, και χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαδικασία προσδιορισμού επικειμένων και καταβολής τέτοιας αποζημίωσης, και έκρινε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκηθέντος δικαιώματος.

Κατόπιν τούτου, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης και δέχτηκε την ένδικη αίτηση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με εκείνα, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 7 και του ν. 1337/ 1983, όπως ισχύει, καθώς και του άρθρου 281 ΑΚ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφού πράγματι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός τους να ζητήσουν την αποβολή των αναιρεσειόντων από το επίδικο τμήμα ακινήτου, δεν είναι νόμιμη.

Επομένως, οι πρώτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, επιπροσθέτως των όσων εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η προαναφερθείσα ρύθμιση εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του νέου θεσμού της υποχρεωτικής και χωρίς αποζημίωση εισφοράς γης από τους συμμετέχοντες ιδιοκτήτες, η εισαγωγή του οποίου έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 2 έως 4 του Συντάγματος, προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, δηλαδή της ανάπτυξης του πολεοδομικού (οικιστικού) σχεδιασμού.

Η ανάπτυξη αυτή, πέραν της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος, εξυπηρετεί συγχρόνως και το συμφέρον των ιδιοκτητών, αφού συνεπάγεται αύξηση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου τους. Άλλωστε η ρύθμιση αυτή αφορά τα επικείμενα (συστατικά) των εισφερόμενων τμημάτων και όχι εκείνα που βρίσκονται στο έδαφος των μη εισφερόμενων ακινήτων.

Για τα συστατικά ο νομοθέτης, με βάση την παρ. 3 του άρθρου 24 του Συντάγματος, είχε τη δυνατότητα να ορίσει διαφορετικά, ότι δηλαδή θα εισφέρονταν χωρίς αποζημίωση, πλην όμως επέλεξε την ανωτέρω ευνοϊκότερη για τους πρώην ιδιοκτήτες λύση, υποχρεώνοντας τους οικείους ΟΤΑ να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση, προβλέποντας συγχρόνως ταχεία διαδικασία για τον προσδιορισμό της, χωρίς να αποκλείει την προσφυγή στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο.

Ενόψει όλων αυτών, η προαναφερόμενη διάταξη, του άρθρου 12 παρ.7 περ. β' του ν.1337/1983 (άρθρου 48 παρ. 7 περ. γ' του Κ.Β.Π.Ν.), επιτρέποντας την κατάληψη (και επομένως την αφαίρεση) των υποχρεωτικώς εισφερόμενων τμημάτων γης, αναγκαίως δε και των σε αυτά επικειμένων (συστατικών) και πριν ακόμη από την καταβολή στο δικαιούχο της οφειλόμενης για τα τελευταία αποζημίωσης, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, αφού οι παρεκκλίνουσες από τις διατάξεις αυτές ρυθμίσεις που περιέχει, έγιναν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 24 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 19/2002), αλλ' ούτε αντίκειται και στο άρθρο 1 παρ. 1 του (πρώτου) πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού, η διάταξη αυτή, ρυθμίζοντας τη στέρηση αγαθών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό τους όρους του νόμου, δεν διαταράσσει εις βάρος των υπόχρεων σε εισφορά γης ιδιοκτητών τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να κυριαρχεί μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας τους και του γενικού συμφέροντος, μη προβλέποντας μέτρο εις βάρος του εν λόγω δικαιώματος που τελεί σε δυσαναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε ότι πρέπει να αποδοθεί το επίδικο, που διαμορφώθηκε με την πράξη εφαρμογής, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαδικασία προσδιορισμού επικειμένων και καταβολής τέτοιας αποζημίωσης, αφού από την έκδοση της σχετικής πράξης εφαρμογής κάθε διαφορά αναφυομένη σχετικά με την αξία των ακινήτων ή των επικειμένων αυτών είναι ιδιωτική διαφορά και η επίλυσή της ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων και όχι των διοικητικών, και κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ένδικη αίτηση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17, 24 και 25 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 παρ. 1 του (πρώτου) πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο μοναδικός, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται, όταν η αγωγή ή η ένσταση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Επομένως, ο δεύτερος αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2010 αίτηση των 1) Χ. χήρας Ν. Θ. κ.λ.π. για αναίρεση της 200/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, καθώς και τους από 19-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ