Legislator Case Law & Legislation
1180/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that arguments are not new facts but mere denial of the claim.

Case Number 1180/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding the origin of a website and the nature of the lawsuit. The court ruled that these arguments were not new facts but rather a substantive denial of the plaintiff's claims, which the lower court was entitled to reject.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds consist solely of arguments denying the claim rather than presenting new facts or legal errors that undermine the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new facts requirement denial of claim procedural dismissal judicial costs substantive denial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1180 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1180/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζερβό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Παπαδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11013/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4376/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 19-4-2021 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 4376/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-12-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 11013/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 27-4-2021, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30-6-2020, ενώ για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 556, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Γ., του Β.

Ν., του Κ. Π., της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Β. Ν. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και του M. F. την από 30-10-2017 αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι ο πρώτος εναγόμενος στα πλαίσια της ενασχόλησής του με τα αθλητικά της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αν. Αττικής (Ε.Π.Σ.ΑΝ.Α), κατασκεύασε, σε συνεργασία με τους υπόλοιπους εναγόμενους, την ιστοσελίδα-blog "...", με σκοπό να σχολιάζει τα δρώμενα στους αθλητικούς συλλόγους του άνω δευτεροβάθμιου αθλητικού σωματείου, διαχειριστής της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων).

Ότι στην ως άνω ιστοσελίδα κατά το χρονικό διάστημα από 21-6-2013 έως 25-9-2013 αναρτήθηκαν από τους εναγομένους τα στην αγωγή αναλυτικά αναφερόμενα ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος της αναιρεσίβλητης δημοσιεύματα, εν γνώσει του ψεύδους τους, με αποτέλεσμα να την πλήξουν σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο και να της προκαλέσουν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε χρηματική ικανοποίηση.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11013/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς τον 5ο εναγόμενο, κρίθηκε νόμω βάσιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 57-59,71, 299, 914,920, 926, 932 ΑΚ, 361-363 ΠΚ σε συνδ. με εκείνες του άρθ. μόνου Ν.1178/1981 ως προς τους λοιπούς εναγομένους, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς τους 2ο, 3ο και 4η των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή ως ως προς τον 1ο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), του οποίου, μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) του ποσού των 20.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη πράξη της συκοφαντικής της δυσφήμησης δια των δημοσιεύσεων στον κρίσιμο ιστότοπο και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητός της.

Ασκήθηκε έφεση από τον πρώτο εναγόμενο, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 483/2023).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, η διάταξη του άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που αναγκαίως περιλαμβάνει τη διαπίστωσή τους και το εξ αυτών αποδεικτικό πόρισμα, η οντολογική δηλαδή κρίση της ελάσσονος προτάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 147/2010). Είναι συνεπώς απαράδεκτοι, χωρίς καμία εξαίρεση, λόγοι αναίρεσης, που πλήττουν την ουσία της υπόθεσης ή που αποδίδουν εκτιμητικό σφάλμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 875/2015, ΑΠ 1350/2015, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1487/2017).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,914,920,932 ΑΚ, 361-363 ΠΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι ο αναιρεσείων ήταν ο πραγματικός διαχειριστής του επιδίκου ιστοτόπου και ο πραγματικός αρθρογράφος των επίμαχων δημοσιευμάτων.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, πού εντοπίζεται η αντίφαση, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 874/2018).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1264/2017) και ο πραγματικός ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν μ'αυτό (ΑΠ 354/2011), να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 901/2019) και να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1511/2011, ΑΠ 675/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν ο πραγματικός διαχειριστής του επίμαχου ιστότοπου και ιστολογίου και ο αρθρογράφος των προσβλητικών σχολίων και ειδικότερα:

α) την κατάθεση του μάρτυρα Β. Ν. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) το υπ' αριθ. .../2016 έγγραφο της Δ/νσης Τηλεπικοινωνιών, γ) την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δ) την υπ' αριθ. 224/2018 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, ε) το από 1-9-2017 συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού και στ) την υπ' αριθ.

ΗΜ 779/2019 απόφαση του Μον. Πλημμ/κείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Γ.Π., οι ανωμοτί καταθέσεις των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων (Δ.Γ.

και Β.Ν.) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν νομότυπα μετ'επικλήσεως οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τον εκ του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1455/2009).

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017).

Με τους συναφείς τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι η εμπλοκή του με τον επίδικο ιστότοπο αποτελεί "δημιούργημα" του Γ. Π., ο οποίος προσπαθούσε να επανέλθει στην Προεδρεία της Ενώσεως, ότι ο Α.

Λ. αποδέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε σχέση με τον επίμαχο ιστότοπο, ότι η αντιδικία του με την αναιρεσίβλητη εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας της αντίπαλης παράταξης στην ΕΠΣΑΝΑ του Γ.Π. να τον πλήξει ως πρόεδρο της ΕΠΣΑΝΑ, ότι εκλέχθηκε με μεγάλη διαφορά Πρόεδρος παρά τις σε βάρος του συκοφαντίες, ότι και ο ίδιος είχε πέσει θύμα δημοσιευμάτων του ίδιου ιστότοπου, ότι αθωώθηκε στη μήνυση του Γ.Π.

για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε μήνυση σε βάρος του διαχειριστή της ιστοσελίδας. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δηλ. δεν είναι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που οδηγούν στην κατάλυση του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2021 αίτηση του Δ. Γ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 4376/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ