Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive claims regarding evidence distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Larissa, ruling that the appellant's claims were procedurally inadmissible and substantively unfounded. The appellants argued that the lower court distorted traffic police reports and expert findings regarding a traffic accident, but the Court found these documents were not among those alleged to be altered. Furthermore, the Court rejected the claim for reduced court costs as the appellants failed to provide specific evidence supporting a violation of the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the third respondent's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only if the lower court distorted specific documents listed in the appeal, and it exercises its own authority to verify procedural compliance when a respondent is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1180/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Δ. Γ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. και Δ. Γ. του Δ., 2) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του Φ. Γ. και 3) Δ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα της Φ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεόντιο Σφαιρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Γ. (2ος), του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του Φ. Γ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., 2) ένωσης προσώπων, μελών της επιχείρησης κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστρια Μ. χα Κ. Σ., το γένος Δ. Δ., που ενεργεί για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. και Μ. Σ. του Κ., μοναδικών κληρονόμων του Κ. Σ., κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 έκαστο των ανηλίκων, όλων μετεχόντων στην επιχείρηση και όλων κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4570 Β' και 4571 Β'/23-11-2021 εκθέσεις επίδοσης του Χ. Γ., Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας, ακριβές αντίγραφο της από 12-12-2019 και με αριθμ. κατάθ. 70/19-12-2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και δεύτερη αναιρεσίβλητους.
Οι τελευταίοι, όμως, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία τους (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 εδ. α και 576 παρ. 2).
Η κρινόμενη από 12-12-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 509/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα, να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά στα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 1179/2019, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).
Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 509/2017 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4 Ιουλίου 2013 και περί ώρα 06.09', στα Μελισσιάτικα Νομού Μαγνησίας, στην περιοχή "Ζάχαρη", επί της δημοτικής οδού Λαμίας, υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας και κατάσταση οδού ξηρά, εκινείτο o Δ.
Γ. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας των υπόλοιπων εναγόντων) ήδη αναιρεσειόντων, οδηγώντας τη με αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του μη διαδίκου Κ. Κ., με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, χωρίς διαγράμμιση, με πλάτος ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος που κυμαίνεται μεταξύ 3,70 - 4,00 μ.
Στο ύψος της βιοτεχνίας "ALOUMIN-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", η εν λόγω οδός αποκτά ελαφρά κατηφορική κλίση και καμπυλώνεται προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η δε ορατότητα διακόπτεται λόγω της υφιστάμενης τσιμεντένιας περίφραξης της βιοτεχνίας για όλα τα οχήματα που κινούνται και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Ο οδηγός της ανωτέρω δίκυκλης μοτοσικλέτας, φθάνοντας στο ύψος της προαναφερόμενης βιοτεχνίας, εισήλθε στη δεξιά στροφή του δρόμου, μη έχοντας ορατότητα προς τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, αφενός λόγω της κλειστής δεξιάς στροφής και αφετέρου λόγω της τσιμεντένιας περίφραξης της βιοτεχνίας. Εξερχόμενος από τη στροφή και ευρισκόμενος περίπου στο μέσον του οδοστρώματος, αντιλήφθηκε σε απόσταση 25 μέτρων περίπου, να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση o πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το με αρ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mercedes κλειστού τύπου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ένωσης προσώπων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.".
Στη θέα του φορτηγού ο αναβάτης της μοτοσικλέτας, διαβλέποντας την πιθανή μετωπική σύγκρουση, επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά πραγματοποιώντας δεξιά κλίση του σώματός του και της μοτοσικλέτας του. Ωστόσο, κατά την προσπάθειά του αυτή έχασε την ισορροπία του, ανατράπηκε εντός του ρεύματος πορείας του και πλαγιολίσθησε ανεξέλεγκτα προς την αριστερή πλευρά εισερχόμενος πεσμένος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου, για να αποφύγει τη σύγκρουση, επιχείρησε να κινηθεί δεξιότερα προς το στενό χωμάτινο έρεισμα που αποτελούσε προέκταση της ασφαλτοστρωμένης οδού.
Αποτέλεσμα της κίνησης αυτής των δύο οχημάτων ήταν να επιπέσει ο αναβάτης της ολισθαίνουσας μοτοσικλέτας με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και να υποστεί βαριές κακώσεις της κεφαλής, του λαιμού και του θώρακα, συνεπεία των οποίων επήλθε ο ακαριαίος θάνατός του (βλ.
την από 2.10.2013 αρ. πρωτ. 720/2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Λάρισας Ι. Χ.). Ειδικότερα, όσον αφορά το ακριβές σημείο της σύγκρουσης και την πορεία των δύο οχημάτων, από τις επιμετρήσεις που έγιναν την επομένη ημέρα του ατυχήματος από το μηχανικό πραγματογνώμονα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤ.
ΑΛΑΤΑΣ - ΑΛ. ΓΑΛΑΝΟΣ Ο.Ε." Στέργιο Αλατά, κατόπιν εντολής της πρώτης ενάγουσας, σε συνδυασμό με την με αρ. πρωτ. 19202/2015 βεβαίωση του Διευθυντού του Τμήματος Οδοποιίας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Βόλου, όχι όμως και από το συνοδεύον την από 4.7.2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος σχεδιάγραμμα του Ανθυπαστυνόμου Χ.
Α., το οποίο είναι ανακριβές ως προς το πλάτος του οδοστρώματος και τη σαφή θέση του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία: Το δίκυκλο όχημα που οδηγούσε ο θανών Δ. Γ., μετά την έξοδό του από τη δεξιά στροφή στο ύψος της βιοτεχνίας ALOUMIN κατέγραψε στο οδόστρωμα τρία ίχνη τροχοπέδησης σε απόσταση 8,5 μ.
μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Το πρώτο ίχνος του δικύκλου έχει μήκος 0,45 μ. και απέχει 1,7 μ. από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος κατά τη φορά του. Δοθέντος ότι στο σημείο εκείνο το πλάτος του ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος είναι 4,00 μ., είναι προφανές ότι ο θανών μέχρι τη στιγμή εκείνη εκινείτο οριακά εντός του ρεύματος πορείας του και σε απόσταση 30 εκ.
περίπου από το νοητό άξονα του δρόμου. Μετά το πρώτο ίχνος και σε ελάχιστη απόσταση ακολουθεί δεύτερο ίχνος σύρσης, μήκους 0,60 μ., το οποίο απέχει 1,6 μ. από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, γεγονός που αποδεικνύει ότι o αναβάτης το χρονικό εκείνο σημείο είχε ακόμα τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και μάλιστα κατάφερε να την στρέψει περισσότερο εντός του ρεύματος πορείας του.
Βλέποντας, όμως, ότι αμέσως μετά τη στροφή το πλάτος του οδοστρώματος μειωνόταν προοδευτικά από τα 4,00 στα 3,70 μ. και ότι το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος καταλαμβάνει 2,20 περίπου μέτρα του οδοστρώματος, ήτοι εισχωρεί στο ρεύμα πορείας του κατά 40 περίπου εκατοστά και το εναπομείναν σε αυτόν ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος μειώνεται σε 1,50 μ.
περίπου, έγειρε απότομα προς τα δεξιά το σώμα του, ώστε να συγκλίνει ακόμα περισσότερο προς τη δεξιά πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας του. Όμως η προσπάθειά του αυτή να αποφύγει τη σύγκρουση δεν τελεσφόρησε, διότι από την αιφνίδια κλίση του σώματός του έχασε την ισορροπία του και η μοτοσικλέτα έπεσε προς τα δεξιά, οπότε μη έχοντας πλέον τη δυνατότητα ελέγχου κινήθηκε πλαγιολισθαίνων διαγώνια και εισήλθε ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως αποδεικνύεται από το τρίτο ίχνος σύρσεως, μήκους 0,70 μ., που αποτυπώνεται εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας, αλλά και τις φθορές της μοτοσικλέτας σε ολόκληρη τη δεξιά της πλευρά.
Εκεί η μοτοσικλέτα και ο θανών, ο οποίος σημειωτέον δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, συγκρούστηκε με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Ο τελευταίος, κατά το χρόνο αντίληψης της κίνησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος, εκινείτο στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας του, όπως τούτο προκύπτει από το ίχνος πέδησης του αριστερού του τροχού, που βρισκόταν σε απόσταση 1,50 μ.
από την αριστερή πλευρά του οδοστρώματος, το οποίο στο σημείο εκείνο είχε πλάτος 3,80 μ. Δηλαδή, λαμβανομένου υπόψη του πλάτους του οχήματός του (2,20 μ.) και της απόστασης που τον χώριζε από το αντίθετο άκρο του οδοστρώματος, συνάγεται με ασφάλεια ότι είχε απόσταση από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του μόλις 10 εκ.
και επομένως εισερχόταν αναγκαστικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας κατά 0,30 μ. (2,20 + 1,50 + 0,10 = 3,80). Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος, όπως προκύπτει από το ίχνος πέδησης που πραγματοποίησε, αντέδρασε άμεσα και επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση, εκτρέποντας το όχημά του προς τη δεξιά πλευρά εκτός του οδοστρώματος και καταλαμβάνοντας τμήμα του δεξιού χωμάτινου ερείσματος, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, καθώς ο θανών, όπως ελέχθη, είχε ήδη εισέλθει στο ρεύμα πορείας του αδυνατώντας να ελέγξει τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του.
Η κίνηση μάλιστα αυτή εκτροπής του οχήματος από τον πρώτο εναγόμενο, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών, είχε μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας για τη ζωή του, καθώς μετά το μικρό χωμάτινο έρεισμα που σχηματιζόταν στη δεξιά πλευρά του ασφαλτοστρωμένου δρόμου υπήρχε βάραθρο, το οποίο κατέληγε στην περιφερειακή οδό.
Επιπλέον, όσον αφορά την ταχύτητα των δύο οχημάτων, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ταχογράφου του οχήματος του πρώτου εναγομένου, η ταχύτητά του πριν από τη σύγκρουση ανερχόταν σε 48 χλμ/ώρα, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ/ώρα, ενώ η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος υπολογίζεται περί τα 50 χλμ/ώρα.
Τούτο συνάγεται εάν ληφθεί υπόψη με βάση τους κανόνες της φυσικής επιστήμης ότι μία δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινούμενη με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα, σε οδόστρωμα με κατηφορική κλίση οδοστρώματος 3% και συντελεστή τριβής 0,65, για να τροχοπεδήσει πλήρως θα απαιτείτο απόσταση 21,30 μ. (αθροιζομένης της απόστασης που διανύεται κατά το μέσο χρόνο αντίδρασης του 1 sec, η οποία είναι 11,1 μ.
και της απόστασης πέδησης που είναι 10,20 μ.). Η απόσταση αυτή της πλήρους ακινητοποίησης του δικύκλου είναι περί το 1,50 μ. μεγαλύτερη της απόστασης που διήνυσε στην προκειμένη περίπτωση η μοτοσικλέτα του θανόντος, από τη στιγμή που αυτός αντιλήφθηκε το εμπόδιο μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης (ήτοι 11,1 μ. απόσταση που διανύει το δίκυκλο σε 1 sec + 8,50 μ.
απόσταση σύρσης = 19,61 μ., όπως τα στοιχεία αυτά καταγράφονται στη σελ. 20 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που προσκομίζουν οι ενάγοντες), γεγονός που σημαίνει ότι εάν ο οδηγός έβαινε με αυτή την ταχύτητα, η παραμόρφωση του δικύκλου από την πρόσκρουση θα ήταν πολύ μικρότερη, αφού λόγω της αποσβεσθείσας ταχύτητας από την τροχοπέδηση και τη σύρση, η εναπομείνασα ταχύτητα θα ήταν ελάχιστη και άρα και η ανάσχεσή της από την πρόσκρουση στο φορτηγό δεν θα επέφερε αυτής της έκτασης τις συνέπειες.
Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Γ., o οποίος από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με τη σύνεση που επιβάλουν οι ιδιαίτερες συνθήκες της οδού και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Ειδικότερα, κατά πρώτον, δεν ευρισκόταν πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2696/99 (Κ.Ο.Κ.). Η τήρηση της ανωτέρω διάταξης ήταν στην προκειμένη περίπτωση άκρως επιβεβλημένη, καθόσον το μικρό πλάτος του οδοστρώματος, σε συνδυασμό με την κλειστή δεξιά στροφή που βρισκόταν στο ρεύμα πορείας του, επέβαλαν τη στοιχειώδη αυτή πρόνοια, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει έγκαιρα οποιοδήποτε εμπόδιο εμφανιζόταν μπροστά του κατά την έξοδό του από αυτή.
Εάν ο θανών τηρούσε τον ανωτέρω κανόνα, είναι βέβαιο ότι θα απέφευγε τη σύγκρουση, καθόσον, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν, το εναπομείναν πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο της σύγκρουσης, ήταν 1,50 μ., χώρος ο οποίος είναι επαρκής, για να διέλθει με ασφάλεια η δίκυκλη μοτοσικλέτα, πλάτους αυτής εκ 0,76 μ. και επιπλέον ελεύθερου χώρου 0,30 μ.
ένθεν και ένθεν αυτής, ήτοι συνολικού αναγκαίου χώρου 1,36 μ. Περαιτέρω, δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Ειδικότερα δε, η είσοδός του σε στροφή που μάλιστα του περιόριζε απολύτως το πεδίο ορατότητας, επέβαλε τη μείωση της ταχύτητάς του κάτω από το ανώτατο επιτρεπτό όριο των 40 χλμ/ώρα, σύμφωνα άλλωστε και με την πρόβλεψη του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του ιδίου ως άνω νόμου.
Η εφαρμογή της ανωτέρω πρόνοιας είναι βέβαιο ότι θα τον είχε προφυλάξει από το ένδικο ατύχημα, έστω και εάν βρισκόταν περίπου στο μέσον της οδού, καθώς θα κατόρθωνε είτε πραγματοποιώντας πέδηση να ακινητοποιήσει το όχημά του σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων που τον χώριζε από το σημείο της σύγκρουσης, είτε θα απέφευγε το φορτηγό του πρώτου εναγομένου με ελαφρά κλίση του σώματός του προς τα δεξιά, χωρίς να χάσει την ισορροπία του και θα επανερχόταν άμεσα στον ασφαλή ελεύθερο χώρο του ρεύματος πορείας του.
Αλλά, ακόμα και υπό αυτές τις εξαιρετικά απρόσεκτες οδηγικές συμπεριφορές, ήτοι της οδήγησης στο μέσον περίπου του ασφαλτοστωμένου δρόμου και με ταχύτητα προσεγγίζουσα τα 50 χλμ/ώρα, ο θανών θα μπορούσε και πάλι να είχε αποφύγει οριακά τη σύγκρουση, εάν είχε κρατήσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και δεν είχε απωλέσει την ισορροπία του, καθώς ο πρώτος εναγόμενος αντιλαμβανόμενος και αυτός από την αντίθετη πλευρά την αιφνίδια και επιπόλαιη έξοδο τούτου από τη στροφή, επανέφερε έγκαιρα το όχημά του στο νοητό ρεύμα πορείας του, εκτρέποντάς το μάλιστα προς τα δεξιά εκτός του οδοστρώματος και καταλείποντας στον αναβάτη της μοτοσικλέτας σχεδόν ολόκληρο το αναλογούν σε αυτόν τμήμα του οδοστρώματος.
Τούτο προκύπτει και από το σχεδιάγραμμα που βρίσκεται στη σελίδα 15 της προσκομιζόμενης από τους ενάγοντες τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Σ. Α.. Αλλά και υπ' αυτές ακόμη τις συνθήκες εκτροπής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος, ο τελευταίος, λαμβανομένων υπόψη των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη, από τις οποίες επήλθε κατά κύριο λόγο o άμεσος θάνατός του, πιθανόν θα είχε σωθεί, εάν έφερε προστατευτικό κράνος, το οποίο από δική του εγκληματική αμέλεια δεν είχε μαζί του.
Αντίθετα, καμία αμέλεια δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος οδηγούσε με σύνεση στο δεξιό άκρο της οδού, δεν είχε υπερβεί το ανώτατο όριο ταχύτητας, δεν είχε εισέλθει ακόμα στην αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, ώστε να μειώσει την ταχύτητά του, τροχοπέδησε έγκαιρα αφότου ξεκίνησε την πέδηση σε απόσταση μόλις 4,50 μ. (βοηθούσης στην άμεση ανάσχεση της ταχύτητας αφενός της ελαφράς ανηφορικής κλίσης της οδού, αλλά και της ετοιμότητός του να ανακόψει ταχύτητα ενόψει της αριστερής στροφής) και επιπλέον εκτρέποντας το όχημά του προς τα δεξιά, καταλαμβάνοντας και μέρος του χωμάτινου ερείσματος, με άμεσο κίνδυνο για την προσωπική του ασφάλεια.
Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν τροχοπέδησε το όχημά του στο σημείο της πρόσκρουσης, αλλά με την ταχύτητα που του απέμεινε παρέσυρε τον θανόντα και τη μοτοσικλέτα για ακόμη 2,5 μ. περίπου, εγκλωβίζοντάς τον κάτω από το αμάξωμα και στη συνέχεια τον απελευθέρωσε με οπισθοπορεία, καθώς, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι ζημιές στο φορτηγό εντοπίζονται μόνο στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος αυτού και όχι κάτω από αυτό, επιπλέον δε η πρόσκρουση δεν μπορεί παρά να συνέβη στο σημείο που φαίνεται η κηλίδα αίματος του θανόντος, ενώ δεν υπάρχει κάποια άλλη ένδειξη παράσυρσης της μοτοσικλέτας και του αναβάτη της κάτω από το αμάξωμα.
Αλλά, ακόμα και αν συνέβη η επικαλούμενη από τους ενάγοντες παράσυρση (όχι εγκλωβισμός) της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του θανόντος για ακόμα 2,5 μέτρα, ουδόλως μεταβάλλεται η εκτίμηση περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του θανόντος, καθόσον η μετατόπιση αυτή έλαβε χώρα αποκλειστικά εντός του ρεύματος πορείας του πρώτου εναγομένου.
Την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα αναγνώρισε με την υπ' αριθμ. 1868/2016 απόφασή του και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου και απήλλαξε ομοφώνως τον πρώτο εναγόμενο από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορείτο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία το παρόν Δικαστήριο αντικαθιστά και συμπληρώνει (άρθρο 534 ΚΠολΔ), εκτίμησε κατ' ανάλογο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά και κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον θανόντα απέρριψε την ένδικη αγωγή, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τόσο οι κατ' ιδίαν λόγοι της έφεσης, όσο και η ίδια η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη". Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 146/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 10-12-2014 αγωγή αυτών.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 300 εδ.
α του ΑΚ, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερου και τρίτης εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο οδηγός της μοτοσικλέτας, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι ο εν λόγω οδηγός α) δεν εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ) και επιβαλλόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω του μικρού πλάτους του οδοστρώματος (4 μ πλάτος στο ύψος της στροφής, 3,80 μ στο σημείο της σύγκρουσης), σε συνδυασμό με την κλειστή δεξιά στροφή, η οποία βρισκόταν στο ρεύμα πορείας του, και την εκεί υφισταμένη τσιμεντένια περίφραξη παρόδιας βιοτεχνίας, που απέκλειαν την ορατότητα κατά τη διέλευση από τη στροφή, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει έγκαιρα οποιοδήποτε εμπόδιο εμφανιζόταν μπροστά του κατά την έξοδό του από αυτή.
Αν τηρούσε τον ανωτέρω κανόνα, είναι βέβαιο, ότι θα απέφευγε τη σύγκρουση, καθόσον το εναπομείναν ελεύθερο πλάτος του ρεύματος πορείας του στο σημείο της σύγκρουσης ήταν 1,50 μ, χώρος, που ήταν επαρκής, για να διέλθει με ασφάλεια με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, υπολογιζομένου του πλάτους αυτής εκ 0,76 μ και επιπλέον 0,30 μ ένθεν και ένθεν αυτής, ήτοι συνολικού αναγκαίου χώρου 1,36 μ, β) δεν ρύθμισε την ταχύτητά του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, διότι η είσοδός του σε στροφή, που διέκοπτε την ορατότητα, επέβαλλε τη μείωση της ταχύτητάς του από τα 50 χλμ/ώρα, με την οποία εκινείτο, σε κάτω από 40 χλμ/ώρα σύμφωνα και με την πρόβλεψη του άρθρου 19 παρ. 1 και του ΚΟΚ.
Τούτο διότι θα κατόρθωνε, είτε πραγματοποιώντας πέδηση να ακινητοποιήσει το όχημά του σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων, που τον χώριζε από το σημείο της σύγκρουσης, είτε θα απέφευγε το φορτηγό του πρώτου εναγομένου με ελαφρά κλίση του σώματός του προς τα δεξιά, χωρίς να χάσει την ισορροπία του και θα επανερχόταν άμεσα στον ασφαλή ελεύθερο χώρο του ρεύματος πορείας του, γ) στη θέα του αντιθέτως κινούμενου φορτηγού, (ο οδηγός της μοτοσικλέτας) επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά πραγματοποιώντας δεξιά κλίση του σώματός του και της μοτοσικλέτας του, πλην όμως έχασε την ισορροπία του και η μοτοσικλέτα έπεσε προς τα δεξιά, οπότε μη έχοντας πλέον τη δυνατότητα ελέγχου κινήθηκε πλαγιολισθαίνοντας διαγώνια, εισήλθε ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού.
Ακόμη, σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως το Εφετείο διέλαβε: α) ότι αυτός εκινείτο στο ρεύμα πορείας του, απέχοντας από το δεξιό άκρο αυτού 10 εκ. του ρεύματος πορείας του, αφήνοντας 1,5 μ ελεύθερο πλάτος οδοστρώματος για την ασφαλή διέλευση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, β) δεν είχε υπερβεί το ανώτατο όριο ταχύτητας (των 50 χλμ/ώρα), οδηγώντας με ταχύτητα 48 χλμ/ώρα, ενώ δεν είχε εισέλθει ακόμη στην αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, ώστε να μειώσει την ταχύτητά του, γ) τροχοπέδησε έγκαιρα, αφότου ξεκίνησε την πέδηση σε απόσταση μόλις 4,5 μ και εξέτρεψε το όχημά του προς τα δεξιά, καταλαμβάνοντας και μέρος του χωμάτινου ερείσματος, με άμεσο κίνδυνο για την προσωπική του ασφάλεια, καθόσον μετά από αυτό υπήρχε βάραθρο, το οποίο κατέληγε στην περιφερειακή οδό.
Δεν συντρέχουν, επομένως, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της παράθεσης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών και της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε σχέση με την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής της επέλευσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, στην προσβαλλόμενη: 1) Ενώ εκτίθεται, ότι ο οδηγός της μηχανής εισήλθε στη δεξιά στροφή μη έχοντας ορατότητα προς τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, δεν αναφέρεται στην έλλειψη ορατότητας του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος επίσης είχε μπροστά του οδό, που καμπυλώνεται προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, 2) ενώ γίνεται δεκτό, ότι στον τόπο του ένδικου ατυχήματος το πλάτος του ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος κυμαίνεται μεταξύ 3,70 - 4,00 μ, εκκινεί τη διαφορά του πλάτους αυτής ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και όχι και ως προς την πορεία του φορτηγού, 3) δεν αιτιολογείται, από ποια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, ότι ο οδηγός της μηχανής αντιλήφθηκε το φορτηγό από απόσταση 25 μ περίπου, καθώς και ότι ο μοτοσικλετιστής διαβλέποντας πιθανή μετωπική σύγκρουση, επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά, ενώ δεν αναφέρει από ποια απόσταση όφειλε να αντιληφθεί ο οδηγός του φορτηγού τη μοτοσικλέτα, 4) αντιφατικά αναφέρεται, ότι το φορτηγό εκινείτο στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας του, απέχοντας από το άκρο αυτής 10 εκ., εισερχόμενο αναγκαστικά κατά 0,30 μ στο αντίθετο ρεύμα (2,20 + 0,10 + 1,50 = 3,80 μ), παρότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν εκείνος, που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, 5) αν και έγινε δεκτό, ότι ο μοτοσικλετιστής ανατράπηκε εντός του ρεύματος πορείας του και πλαγιολίσθησε ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο το φορτηγό, αντιφατικά εκτίθεται, ότι το φορτηγό είχε καταλάβει μέρος του ρεύματος πορείας της μοτοσικλέτας, όταν εκείνη ανατράπηκε εντός της πορείας της και ο αναβάτης της απώλεσε την ισορροπία του, 6) αν και προσδίδει υπαιτιότητα στον οδηγό της μοτοσικλέτας, επειδή δεν ευρισκόταν πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται, ότι ο τελευταίος εκινείτο στο εναπομείναν 1,5 μ πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο της σύγκρουσης, 7) έκρινε τις συνθήκες του ατυχήματος μονομερώς από την πλευρά της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του φορτηγού και όχι και από την πλευρά του μοτοσικλετιστή και 8) δεν αιτιολογείται, γιατί συνετέλεσε η νόμιμη, όπως υποστηρίζουν, κίνηση της μοτοσικλέτας στην επέλευση της σύγκρουσης, σε σχέση με τις πολλαπλές οδηγικές παραβάσεις, στις οποίες υπέπεσε ο οδηγός του φορτηγού (κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, αυξημένη ταχύτητα, μη μείωση αυτής ενόψει περιορισμένης ορατότητας και όγκου του φορτηγού, μη παραχώρηση ελεύθερης της κίνησης της μοτοσικλέτας εντός της κανονικής πορείας της).
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Πέραν, βεβαίως, της ουσιαστικής αβασιμότητας της 4ης, 5η και 6ης αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το οδόστρωμα στο σημείο της σύγκρουσης είχε και στα δύο ρεύματα πορείας συνολικό πλάτος 3,80 μ, το πλάτος του φορτηγού ήταν 2,20 μ, έτσι ώστε αυτό, αναπόφευκτα, εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κατά 0,30 μ (3,80 : 2 = 1,90 μ το κάθε ρεύμα), επειδή δε το φορτηγό εκινείτο στο ρεύμα πορείας του απέχοντας 0,10 μ από το δεξιό άκρο αυτού, άφηνε 1,5 μ ελεύθερο πλάτος οδοστρώματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας (2,20 + 0,10 = 2,30 μ, 3,80 - 2,30 = 1,50 μ), ήτοι επαρκή χώρο, για να κινηθεί με ασφάλεια η δίκυκλη μοτοσικλέτα, πλην όμως ο οδηγός αυτής, επιδεικνύοντας την προεκτιθέμενη αμελή συμπεριφορά του, απώλεσε τον έλεγχο της μηχανής, ανατράπηκε εντός του ρεύματος πορείας του και κινούμενος πλαγιολισθαίνοντας διαγώνια, εισήλθε ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού.
Επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 1150/2011).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178 § 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1195/2018, AΠ 192/2016).
Άλλωστε, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 612/2020, ΑΠ 1199/2018). Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναίρεσης, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον (ΑΠ 1448/2022, ΑΠ 427/2022, ΑΠ 438/2012, ΑΠ 31/2011), η έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή διάγραμμα της τροχαίας (ΑΠ 1495/2018, ΑΠ 1794/2017, ΑΠ 1444/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν αποφάνθηκε επί του έκτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί πρόβαλαν την ίδια ως άνω αιτίαση κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, δηλαδή ότι εσφαλμένα δεν συμψηφίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, και επικουρικώς, ότι έπρεπε να επιβληθεί σε βάρος τους μικρότερο ποσό σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, εκτιμώμενος ορθά ως λόγος από τον αριθμό 8β (και όχι από τον αριθμό 9) του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1552/2014, ΑΠ 75/2014), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αφού έκρινε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας και ότι η αγωγή ήταν κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως ομοίως έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, αποφάνθηκε περαιτέρω, ότι "οι κατ' ιδίαν λόγοι της έφεσης, όσο και η ίδια η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη".
Μεταξύ των λόγων της από 14-08-2016 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων ήταν και 6ος λόγος αυτής, ο οποίος λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, και η αντίθετη αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη. Για δε την καταψήφιση των ηττηθέντων εναγόντων στα δικαστικά έξοδα, ύψους 12.000 ευρώ, δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, τόσο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και από το δευτεροβάθμιο, το οποίο επιλήφθηκε κατόπιν ειδικού περί τούτου λόγου έφεσης, ενώ ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά.
Περαιτέρω, ο επικουρικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι έπρεπε να επιβληθεί σε βάρος τους μικρότερο ποσό δικαστικών εξόδων σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι αόριστος, διότι, πέραν των επικαλούμενων διατάξεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεν εκθέτουν κανένα προσδιοριστικό στοιχείο, το οποίο να στηρίζει την παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιδίκαση της δικαστικών εξόδων.
Ακολούθως, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας, του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος της Τροχαίας, του εγγράφου του Τμήματος Οδοποιίας του Δήμου Βόλου, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας "ΣΤ.
ΑΛΑΤΑΣ - ΑΛ. ΓΑΛΑΝΟΣ ΟΕ" και των προσαχθεισών φωτογραφιών του τόπου του ατυχήματος. Όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που πλήττει την έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και την ιδιωτική γνωμοδότηση-τεχνική έκθεση της εταιρείας "ΣΤ. ΑΛΑΤΑΣ - ΑΛ. ΓΑΛΑΝΟΣ ΟΕ", η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή των αναιρεσειόντων και προσκομίσθηκε από αυτούς, είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, γιατί τα ανωτέρω αναφερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων, η παραμόρφωση των οποίων, σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, δύναται να ιδρύσει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ως προς τα λοιπά ανωτέρω έγγραφα, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, αφού τα έλαβε υπόψη, ήχθη σε αντίθετο με τις απόψεις των αναιρεσειόντων αποδεικτικό πόρισμα, μετά από συνεκτίμηση αυτών με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.). Συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 70/19-12-2019) για αναίρεση της 509/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ