Supreme Court dismisses appeal on defamation claim by doctors citing legitimate scientific interest defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three doctors against a plaintiff alleging defamation. The defendants argued their statements were defamatory, but the court found they were made based on the conclusions of a medical board report rather than personal knowledge. The court ruled that the doctors acted with legitimate scientific interest to express a contrary opinion on controversial surgical practices, thereby negating the malicious intent required for defamation under Article 367 of the Penal Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 367, 367(2) of the Penal Code; A statement made by professionals based on official reports regarding controversial medical practices constitutes legitimate scientific interest, precluding the malicious intent necessary for defamation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1180/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος - καλούντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κιούση. Των εφεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. Λ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής και 3) Χ. Π., κατοίκου ... Αττικής. Ο 1ος καθών η κλήση παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Λεωνίδα Πεγιάδη, ενώ οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ευστάθιο Ευσταθίου και Λεωνίδα Πεγιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2000 αγωγή του ήδη καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 555/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3038/2003 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 389/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αρ. 3038/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3297/2009 μη οριστική και 4258/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αρ. 4258/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησε ο καλών με την από 9-11-2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 432/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4258/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, διέταξε τη διαγραφή των αναφερομένων στο σκεπτικό φράσεων από την κρινόμενη αίτηση και απέρριψε κατά τα λοιπά την από 9-11-2016 αίτηση του Αντωνίου Κ. για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 15-7-2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-7-2020 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος κατά των εναγομένων-εφεσιβλήτων Α. Λ., Μ. Μ. και Χ. Π. νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η από 21-5-2002 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 555/2002 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την εν μέρει αναίρεση της επ' αυτής εκδοθείσας 4258/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την υπ' αριθ. 432/2020 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (δεύτερη για την ίδια υπόθεση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 389/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προεκδοθείσα επί της εφέσεως υπ' αριθμ. 3038/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1230/2014 ).
Κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:
α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά τον χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.
Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.
Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.
Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει, γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 129/2020).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Ειδικότερα, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361- 363 ΠΚ (ΑΠ 193/2018, ΑΠ 726/2015).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ` αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ` άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Eπίσης, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου [ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008].
Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ` αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, το οποίο, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ., 920 ΑΚ (ΑΠ 1325/2021), προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων (ΑΠ 488/2010). Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως (ΑΠ 712/2016, ΑΠ 121/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-7-2000 αγωγή του (και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα διαδικασία μέρος αυτής) ο ενάγων εξέθετε ότι από το έτος 1984 ήταν άμισθος επίκουρος καθηγητής χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη συνέχεια εξελέγη επίκουρος και μετέπειτα αναπληρωτής καθηγητής χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή Albert Einstein College of Medeicine και State University of New York at Downstate Medical Center, καθώς επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στο New York Hospital -Cornell Medical Center της Νέας Υόρκης.
Οι εναγόμενοι στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται η αγωγή (1995-1998) ήταν: α) Ο πρώτος εξ αυτών [Α. Λ.] άμισθος - επίκουρος καθηγητής νευροχειρουργικής και διευθυντής του νευροχειρουργικού τμήματος του ΓΠΝΑ "Γ.ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", β) Ο τρίτος (Μ. Μ.ς) ιατρός πνευμονολόγος, ο οποίος υπηρέτησε σε σειρά κρατικών νοσοκομείων και από το 1989 ήταν διευθυντής του ΕΣΥ του πνευμονολογικού τμήματος στο αντικαρκινικό νοσοκομείο "ΜΕΤΑΞΑ" και γ) Η πέμπτη (Χ.
Π.) ιατρός βιοπαθολόγος, τέως πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ. Ότι μετά από έγγραφη καταγγελία του δευτέρου εναγομένου ιατρού Ν. Π. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) σε βάρος του ενάγοντος ιατρού περί διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τον τελευταίο, διατάχθηκε με απόφαση του Δ.Σ του νοσοκομείου "ΜΕΤΑΞΑ" η διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, η οποία ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα ή μη των καταγγελιών του δευτέρου εναγόμενου.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος, μετά από εξέταση μαρτύρων, και τη μελέτη των κατατεθέντων σε αυτόν εγγράφων, εξέδωσε πολυσέλιδο πόρισμα, το οποίο υπεβλήθη α) στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του Ε.Σ.Υ. του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, β) στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, με το ερώτημα της οριστικής παύσεως και ανακλήσεως της αδείας του ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος από τον ενάγοντα και γ) στην Εισαγγελία Πειραιώς ως μηνυτήρια αναφορά, προς ποινική διερεύνηση είκοσι πέντε περιπτώσεων ασθενών, για τους οποίους ο πρώτος εναγόμενος τον κατήγγειλε ότι είχε διαπιστώσει ότι προκάλεσε τον θάνατό τους.
Ότι περαιτέρω διοχετεύθηκε στον τύπο και δημοσιεύθηκε σχετικό άρθρο σε βάρος του ενάγοντος στην ημερήσια εφημερίδα τα ΝΕΑ της 28/7/1995 με τίτλο "Θάνατο σκορπούσε γιατρός". Ότι στη συνέχεια οι ως άνω εναγόμενοι με προφορικές δηλώσεις τους στον τύπο, ισχυρίσθηκαν και διέδωσαν σε τρίτους, εν γνώσει τους ψευδείς κατηγορίες που είχαν ως συνέπεια να προσβληθεί η τιμή, η υπόληψη, η επαγγελματική του πίστη και η εν γένει προσωπικότητά του, ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω εναγόμενοι είναι υπόχρεοι στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 160.000.000 δραχμών ο πρώτος και η πέμπτη εξ αυτών και 140.000.000 δραχμών ο τρίτος εναγόμενος.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 555/2002 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσε ο ενάγων με την από 21-7-2002 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 3038/2003 απόφασή του απέρριψε την έφεση κατ' ουσία. Κατόπιν τούτου άσκησε την από 1-6-2004 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2005 πρόσθετους λόγους.
Με την υπ' αριθ. 389/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 3038/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Με την υπ' αριθ. 4258/2015 απόφαση απορρίφθηκε ομοίως κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος. Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησε ο προαναφερόμενος τη δεύτερη από 9-11-2016 αναίρεσή του και με την υπ' αριθ. 432/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο, τρίτο και πέμπτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων- αναιρεσιβλήτων, προσάπτοντας σ' αυτήν την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ απορρίφθηκε για τους λοιπούς.
Συνεπώς, μετά την εν μέρει αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο τμήμα σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Στο άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν" και στο άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 84/2017).
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 634/2016).
Ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Στην αντίθετη περίπτωση παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (ΑΠ 644/2017, ΑΠ 503/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 4258/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Ενόψει, λοιπόν, του ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 21-5-2002 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 555/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού είχε εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε κρατηθεί η υπόθεση και είχε δικαστεί η από 19-7-2000 αγωγή, το Δικαστήριο αυτό της παραπομπής πρέπει να ερευνήσει τη βασιμότητα της αγωγής του ενάγοντος - εκκαλούντος, στα πλαίσια της ως άνω αναιρετικής απόφασης, Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, τις με επίκληση προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 19039 και 19041/8-11-2001 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που λήφθηκαν νόμιμα κατ' άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Αγγελικής Δεμέστιχα, οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα ύστερα από κλήτευση του ενάγοντα (βλ.
την υπ' αριθ. 1576/5-8-2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.), τις από 16-12-1997, 1-4-1997 και 3-4-1999 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Δημ. Τσιφτσή, Γ. Οικονόμου και Γ. Μπλάντζα ως και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή χειρουργικής Μιχαήλ Φιλιππάκη και από όλα γενικώς και ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις αυτής της συζήτησης, ήτοι τις απομαγνητοφωνήσεις μαγνητοταινίας-βιντεοταινίας συνεντεύξεων και δηλώσεων των εναγομένων προς τα Μ.Μ.Ε., τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Από το έτος 1984 ο ενάγων ήταν άμισθος επίκουρος καθηγητής χειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με σπουδές και διακρίσεις στην Αμερική στην χειρουργική ογκολογία (συμμετείχε σε διεθνείς διαγωνισμούς, διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης της αμερικανικής αντικαρκινικής εταιρίας και ερευνητής στα διανοσοκομειακά προγράμματα κλινικής έρευνας NSABP, χειρουργός στα νοσοκομεία Maimonides Medical Center, Monteflore Medical Center, Bronx Municipal Hospital κλπ) κ.λ), και Διευθυντής του Β' χειρουργικού τμήματος του Γενικού Περιφερειακού Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Πειραιώς "ΜΕΤΑΞΑ" .
Οι εναγόμενοι στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται η αγωγή (1995-1998) ήταν: α) Ο πρώτος εξ αυτών [Α. Λ.] άμισθος - επίκουρος καθηγητής νευροχειρουργικής και διευθυντής του νευροχειρουργικού τμήματος του ΓΠΝΑ "Γ.ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", β) Ο τρίτος (Μ. Μ.ς) ιατρός πνευμονολόγος, ο οποίος υπηρέτησε σε σειρά κρατικών νοσοκομείων και από το 1989 ήταν διευθυντής του ΕΣΥ του πνευμονολογικού τμήματος στο αντικαρκινικό νοσοκομείο "ΜΕΤΑΞΑ" και γ) Η πέμπτη (Χ.
Π.) ιατρός βιοπαθολόγος, με σπουδές στο Παρίσι στον τομέα της αιματολογίας, της ανθρώπινης βιολογίας και της καρκινολογίας και με εξειδίκευση την εργαστηριακή αιματολογία και τη δημόσια υγεία. Διετέλεσε πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ (1992-1997), γενική γραμματέας καταναλωτή στο Υπουργείο Ανάπτυξης (1998-2000), πρόεδρος του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (2000-2004), Διοικητής της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και νήσων Αιγαίου (2010-2012) και γενική γραμματέας δημόσιας υγείας στο Υπουργείο Υγείας (2012-2015).
Μετά από έγγραφη καταγγελία του δευτέρου εναγομένου ιατρού (Ν. Π.-μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) σε βάρος του ενάγοντος ιατρού περί διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τον τελευταίο, με την υπ` αριθ. 53/15-12-1994 απόφαση του Δ.Σ του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ διατάχθηκε η διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, η οποία ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο, Α.
Λ. προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα ή μη των καταγγελιών του ιατρού Ν. Π.. Η καταγγελία αφορούσε: α) γενικώς διοικητική δυσλειτουργία του Β` χειρουργικού τμήματος του άνω νοσοκομείου, στο οποίο διευθυντής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, β) διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών του τμήματος αυτού, γ) λανθασμένες, κατά την επιστημονική του κρίση, ιατρικές πράξεις του ενάγοντος, οι οποίες συνίσταντο σε λανθασμένες ιατρικές εκτιμήσεις, ιατρικά λάθη, ιατρική αμέλεια και εσφαλμένες, αδόκιμες, πειραματικές και επιθετικές χειρουργικές επεμβάσεις, με συνέπεια την από αμέλεια επέλευση σωματικών βλαβών και θανάτων σε ασθενείς της χειρουργικής κλινικής.
Ο πρώτος εναγόμενος, στον οποίο είχε ανατεθεί η διενέργεια της Ε.Δ.Ε, μετά από εξέταση (20) μαρτύρων, κυρίως ιατρών του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ και τη μελέτη των κατατεθέντων σε αυτόν εγγράφων, εξέδωσε εντός επτά μηνών, στις 13/7/1995, πολυσέλιδο (173 σελίδες) πόρισμα, στο οποίο, κατά τα κύρια σημεία του, διατυπώνονταν τα ακόλουθα συμπεράσματα: 1) Υπάρχει σοβαρή διοικητική και επιστημονική δυσλειτουργία στο Β` χειρουργικό τμήμα και οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών του έχουν διαταραχθεί σε επικίνδυνο βαθμό, όπως φαίνεται από τις συνεχείς αντιπαραθέσεις του Διευθυντή του τμήματος προς τα στελέχη της κλινικής του.
Κύρια αιτία είναι η όλη πρακτική του κ. Κ. (ενάγοντος) στη διοίκηση του τμήματος και, σύμφωνα με τις καταθέσεις, η δεσποτική, αντιδεοντολογική και συχνά υβριστική συμπεριφορά του προς τους συνεργάτες του, 2) Οι φάκελοι των ασθενών δεν ενημερώνονται πλήρως, πολλοί φάκελοι των ασθενών λείπουν από το αρχείο, άλλοι φάκελοι εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται μυστηριωδώς, τα βιβλία πρακτικών του χειρουργείου δεν τηρούνται κανονικά, υπάρχουν σελίδες σχισμένες, στις περισσότερες σελίδες δεν αναφέρεται τίποτε όσον αφορά τα ευρήματα κατά την εγχείρηση και την χειρουργική τεχνική, το βιβλίο του 1994 είναι σχεδόν λευκό, ο ενάγων διατηρεί δακτυλογραφημένα βιβλία πρακτικών, ανυπόγραφα και όχι επίσημα του νοσοκομείου και το πρόγραμμα του χειρουργείου εκπονείται και κοινοποιείται καθυστερημένα. 3) Υπάρχει συνεχής αντιδικία του κ.
Κ. με όλα τα θεσμοθετημένα όργανα του νοσοκομείου, που έχει ιδιαίτερα οξυνθεί το τελευταίο διάστημα, όπως φαίνεται από τις πλείστες μηνύσεις που ο κ. Κ.ς έχει υποβάλλει εναντίον τους και την εξ αυτών καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια πλείστων ιατρών, υπαλλήλων και άλλων για μαρτυρικές καταθέσεις. 4) Υπάρχει καθημερινή επί μήνες ενασχόληση δεκάδων υπαλλήλων του νοσοκομείου όλων των βαθμίδων, στη σύνταξη, εκτύπωση και κυκλοφορία των σχετικών εγγράφων, που ανέρχονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδες σελίδες. 5) Ο κ.
Κ.ς ακολουθεί εξαιρετικά ριψοκίνδυνη - επικίνδυνη χειρουργική τακτική στην αντιμετώπιση των ασθενών του, όπως επιβεβαιώνεται και από πλείστους θανάτους που αναφέρθηκαν και περιλαμβάνονται στο πόρισμα [παρατίθεται ικανός αριθμός συγκεκριμένων περιστατικών ασθενών] και ειδικότερα: α) υποβάλλει σε βαρύτατες επεμβάσεις ασθενείς με γενίκευση του καρκίνου τους (πνευμονικές, ηπατικές κ.λ.π μεταστάσεις) που, ως εκ τούτου, είναι πέραν αυτού του είδους των χειρουργικών χειρισμών, β) Υποβάλλει σε βαρύτατες εγχειρήσεις υπερήλικες ή βαρέως πάσχοντες καρκινοπαθείς, εγχειρήσεις που η βιολογική αντοχή αυτών των ασθενών δεν τις επιτρέπει, γ) Πραγματοποιεί εκτεταμένες βιοψίες ή και εξαιρέσεις οργάνων με σκοπό αποκλεισμό τυχόν νεοπλασίας ή υποτροπής και χωρίς να υπάρχουν τα ανάλογα παρακλινικά ή εγχειρητικά στοιχεία, δ) Εκτελεί βαρείες επεμβάσεις και εξαιρέσεις οργάνων σε ασθενείς με καλοήθεις παθήσεις, επεμβάσεις πολύ μεγαλύτερες από ό,τι επιβάλλει η πάθησή τους, ε) Προβαίνει σε εκτεταμένες αφαιρέσεις δέρματος και καλύψεις με αντίστοιχους μυοδερματικούς κρημνούς και σε σειρά επανεπεμβάσεων, που ενίοτε υπερβαίνουν τις 10, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι ανάλογες επιπλοκές, στ) Για τη χειρουργική προετοιμασία όλων αυτών των ασθενών και για τις βαρύτατες και εξαιρετικά αιμορραγικές επεμβάσεις στις οποίες υποβάλλονται, χορηγούνται τεράστιες ποσότητες αίματος και πλάσματος.
Κατά μέσο όρο στους εξετασθέντες ασθενείς χορηγήθηκαν 22 μονάδες αίματος και 27 μονάδες πλάσματος, ζ) Οι αμφισβητούμενες ιατρικές πράξεις του κ. Κ. και η διοικητική δυσλειτουργία του τμήματος, που προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά του, έχουν δημιουργήσει σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των στελεχών του Β` χειρουργικού τμήματος, η) Όλα τα ανωτέρω συνεπάγονται, εκτός των άλλων, και σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για το ίδρυμα, ενώ έχουν προκαλέσει συνολικά την απώλεια χιλιάδων ημερών εργασίας που δυστυχώς αφαιρούνται από αυτούς που την έχουν περισσότερη ανάγκη, από του πάσχοντες καρκινοπαθείς, θ) Ο κ.
Κ.ς έγινε η αιτία ώστε τα προβλήματα που δημιούργησε με τη συμπεριφορά του και την ιατρική του πρακτική να τείνουν να αποδιοργανώσουν όλο το νοσοκομείο. Το εν λόγω πόρισμα υποβλήθηκε στο ΔΣ του άνω νοσοκομείου και έλαβαν γνώση πλείστοι όσοι υπάλληλοι, ιατροί και μέλη του ΔΣ του νοσοκομείου, ενώ κάποιο άγνωστο πρόσωπο το διοχέτευσε στον τύπο και δημοσιεύθηκε σχετικό άρθρο σε βάρος του ενάγοντος στην ημερήσια εφημερίδα τα ΝΕΑ, της 28/7/1995, με τίτλο "Θάνατο σκορπούσε γιατρός".
Το άνω νοσοκομείο, με την υπ` αριθ. 32/1995 απόφαση του ΔΣ του, υπέβαλε το πόρισμα της Ε.Δ.Ε.: α) Στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του ΕΣΥ του Υπουργείου Υγείας ως παραπεμπτήριο πειθαρχικό έγγραφο, β) στο ΔΣ του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών ως πειθαρχικό κατηγορητήριο με το ερώτημα της οριστικής παύσης και ανάκλησης της άδειας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος από τον ενάγοντα και γ) στην Εισαγγελία του Πειραιά ως μηνυτήρια αναφορά προς ποινική διερεύνηση (25) περιπτώσεων ασθενών.
Ακολούθως ενημερώθηκε το ΔΣ του σωματείου της ΕΙΝΑΠ περί των ιστορούμενων στην άνω Ε.Δ.Ε. πραγματικών περιστατικών και της υποβολής του πορίσματος στη διοίκηση του νοσοκομείου, καθώς και για καταγγελίες ασθενών και συγγενών τους και επιστημονικών επιτροπών - οργάνων του νοσοκομείου. Σημειωτέον, ότι από το έτος 1992 μέχρι το έτος 1996 είχαν γίνει πολλές καταγγελίες ασθενών και συγγενών θανόντων ασθενών μετά από επεμβάσεις του ενάγοντος χειρουργού ιατρού και είχαν εκδοθεί και άλλα προηγούμενα πορίσματα Ε.Δ.Ε..
Τελικώς, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων Α) με την υπ' αριθ. 1/1997 απόφαση της Ολομέλειας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (Ι.Σ.Α.) απηλλάγη όλων των συναφών κατηγοριών για αδόκιμες χειρουργικές επεμβάσεις και παράβαση των κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, για τις οποίες είχε υποβληθεί η σε βάρος του καταγγελία.
Β) Επίσης από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. κατά τη συνεδρίασή του στις 16-12-1998 τιμωρήθηκε κατά πλειοψηφία με έγγραφη επίπληξη μόνο για ατελή συμπλήρωση των φακέλων ιστορικού των ασθενών και για πλημμελή τήρηση πρακτικών χειρουργείου. Μάλιστα κατόπιν απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ και πριν αυτό λάβει απόφαση αν θα πρέπει να τιμωρήσει τον ενάγοντα, ανατέθηκε στον αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής του Α.Π.Θ.
Γ. Μ. και διευθυντή του Α' Χειρουργικού Ογκολογικού Τμήματος του αντικαρκινικού νοσοκομείου ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ Θεσσαλονίκης και στον Κ. Οικονόμου, επίκουρο καθηγητή χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντή της Γ' χειρουργικής κλινικής του αντικαρκινικού νοσοκομείου ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ, να γνωματεύσουν σχετικά με τις πρακτικές που ακολουθούσε ο ενάγων κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως χειρουργού.
Με τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν, αποφάνθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος εξ αυτών ότι "ο κ. Κ.ς διεύρυνε τις ενδείξεις για εγχείρηση με αποτέλεσμα να επιχειρήσει εκτομές εκεί που ή δεν επιβάλλονταν ή δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν. Έτσι οι ασθενείς οδηγήθηκαν σε βαριές μετεγχειρητικές καταστάσεις με κακή ποιότητα υπολοίπου ζωής ή και τον θάνατο" και ο δεύτερος "είναι άστοχος στην επιλογή κατάλληλων ασθενών να εφαρμόσει την τακτική του (επιθετικός χειρουργός), διότι το τελικό αποτέλεσμα τον προδίδει".
Αντίθετα ο πραγματογνώμονας Δ. Τ., καθηγητής Χειρουργικής Ογκολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης αποφάνθηκε με την έκθεσή του ότι "μερικές από τις επεμβάσεις θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως αρκετά βαριές για την έκταση της νόσου και τη γενική κατάσταση του ασθενή...", αλλά όπως και ο πραγματογνώμονας Μ.
Φ. αποφάνθηκαν ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πειραματικές, αδόκιμες ή μη ενδεδειγμένες επεμβάσεις. Γ) Με το υπ' αριθ. 834/1995 πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενήργησε κατ' εντολή του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας η επιθεωρήτρια του Υπουργείου Ι. Κλώντζα κρίθηκε ότι ο ενάγων είχε ενεργήσει διοικητικώς ορθά.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το ΔΣ της ΕΙΝΑΠ, της οποίας το 1995 ήταν πρόεδρος, ως προαναφέρθηκε, η πέμπτη εναγομένη ιατρός, όταν έλαβε γνώση του πορίσματος της άνω Ε.Δ.Ε. και ενημερώθηκε για τις γενόμενες σε βάρος του ενάγοντος καταγγελίες ιατρών και ασθενών και τον γενόμενο θόρυβο στον τύπο, ήλθε σε επαφή με πέντε ιατρούς του άνω νοσοκομείου που συγκροτούσαν την αιρετή επιστημονική επιτροπή και την 1/8/1995 εκδόθηκε ένα σχετικό δελτίο τύπου, το οποίο υπογράφηκε από τη πέμπτη εναγομένη και τον πρόεδρο της επιστημονικής επιτροπής, τέταρτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), το οποίο διένειμαν σε δημοσιογράφους σε σχετική συνέντευξη τύπου που έλαβε χώρα στο αμφιθέατρο του εν λόγω νοσοκομείου.
Παράλληλα δε, μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της άνω Ε.Δ.Ε., αλλά πριν από την έκδοση των αποφάσεων του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ, στο οποίο ήταν ενταγμένος ο ενάγων, οι εναγόμενοι φέρονται ότι προέβησαν στις ακόλουθες δηλώσεις στα Μ.Μ.Ε αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος και της υπέρβασης εκ μέρους του των ορίων της επιτρεπτής χειρουργικής ριζικότητας στις επεμβάσεις που πραγματοποιούσε σε καρκινοπαθείς ασθενείς:
Συγκεκριμένα: Ι) Όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο: Στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ και στο φύλλο της 1-8-1995, δημοσιεύθηκε άρθρο του δημοσιογράφου Α. Αναγνώστου με τον εξής τίτλο και περιεχόμενο: ΛΕΥΚΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ" "... Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ. ο νευροχειρουργός κ.
Λ. που διενήργησε την επίμαχη Ε.Δ.Ε., αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του "ΜΕΤΑΞΑ" Μ. Μ.". Όπως αναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος, συντάσσοντας το πόρισμα της Ε.Δ.Ε. και με τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε, διατύπωσε πράγματι διαφωνίες σχετικά με τις ιατρικές χειρουργικές πρακτικές του ενάγοντος.
Ωστόσο, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ότι o ανωτέρω εναγόμενος προέβη στην επίμαχη αυτή δήλωση, δεδομένου ότι στο δημοσίευμα, το οποίο έλαβε χώρα πριν την συνέντευξη τύπου της 1-8-1995, δεν γίνεται αναφορά ότι πρόκειται για συγκεκριμένη δήλωση στην ως άνω εφημερίδα ούτε και στις ειδικότερες συνθήκες, από απόψεως τρόπου και χρόνου, υπό τις οποίες αυτή εκφέρθηκε από τον ως άνω εναγόμενο.
Ενόψει της κατά τρόπο αόριστο απόδοσης σ' αυτόν της επίμαχης αυτής δήλωσης, το δικαστήριο κρίνει ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα συνιστούν συμπέρασμα και ερμηνεία του συντάκτη του άνω άρθρου, ο οποίος μετέφερε με λεκτική ελευθερία και με υπερβολικούς χαρακτηρισμούς το περιεχόμενο του πορίσματος της Ε.Δ.Ε.
Η δευτερογενής αυτή επεξεργασία και απομόνωση στοιχείων του διαρρεύσαντος πορίσματος από τον συντάκτη του δημοσιεύματος αποδίδει εσφαλμένα ή αφήνει να υπονοηθεί ότι αποτελούν δηλώσεις του πρώτου εναγομένου, πράγμα το οποίο, όμως, δεν αποδείχθηκε. Επίσης, στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ και στο φύλλο της 2-8-1995, δημοσιεύθηκε άρθρο του δημοσιογράφου Λ.
Κ. με τίτλο " Η ΕΙΝΑΠ ΖΗΤΑ ΝΑ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ Η ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ" και με υπότιτλο "ΩΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΡΙΤΣΕΛΗ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΜΕΤΑΞΑ". Επίσης στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται επί λέξει τα εξής; "... Σκληρή γλώσσα όμως, χρησιμοποίησε και ο Πρόεδρος της επιτροπής χειρουργείου του νοσοκομείου Μεταξά, Α. Λ., ο οποίος ήταν εκείνος που διενήργησε την Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Αναφερόμενος, λοιπόν, στον Αντώνη Κ.
χαρακτήρισε ως "εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και αντιδεοντολογική τη θεραπευτική τακτική που ακολουθούσε". Για του λόγου το αληθές επικαλέστηκε μάλιστα τις μαρτυρίες αναισθησιολόγων οι οποίοι είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν με τον κ. Κ....". Καθίσταται σαφές ότι στο εν λόγω δημοσίευμα περιλαμβάνονται δηλώσεις του πρώτου εναγομένου κατά την συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε την 1-8-1995, ο οποίος ήταν ο συντάκτης του πορίσματος, στο οποίο είχε διατυπώσει τα συμπεράσματά του από την έρευνα που πραγματοποίησε εξετάζοντας ως μάρτυρες κυρίως ιατρούς του Νοσοκομείου.
Με τις προαναφερόμενες δηλώσεις του ο πρώτος εναγόμενος διατύπωσε τις επιστημονικές του κρίσεις, με βάση τα όσα είχε ήδη καταγράψει στο πόρισμα της Ε.Δ.Ε., που συνέταξε στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων του, κατά την έρευνα της υπόθεσης που ο ίδιος πραγματοποίησε, όπου, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των όσων είχαν περιληφθεί σ' αυτό, προέκυπταν από το γενικότερο περιεχόμενό του δυσμενείς αναφορές σε βάρος του ενάγοντος.
Όλες οι σχετικές δηλώσεις γίνονταν υπ' αυτά τα δεδομένα, ο δε πρώτος εναγόμενος, ακολουθώντας τις επιστημονικές πρακτικές που εφαρμόζονται στην Ελλάδα, προέβη στις ανωτέρω εκτιμητικές κρίσεις και αξιολογήσεις, χαρακτηρίζοντας τις μεθόδους του ενάγοντος ριψοκίνδυνες, που δεν συνάδουν με τους ισχύοντες και αποδεκτούς τρόπους αντιμετώπισης των νεοπλασιών, προς αντίκρουση, ουσιαστικά, των ισχυρισμών του ενάγοντος, ο οποίος θεωρούσε ως πλέον ενδεδειγμένες για την αντιμετώπιση των διαφόρων μορφών καρκίνου τις μεθόδους χειρουργικής που ο ίδιος ακολουθούσε.
Καθίσταται, ως εκ τούτου, πρόδηλο, ότι τα προαναφερόμενα δεν αποτελούσαν γεγονότα.
Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εν λόγω δημοσίευμα και στις δηλώσεις του πρώτου εναγομένου δεν περιελήφθησαν συκοφαντικά για το πρόσωπο του ενάγοντος γεγονότα, αλλά ούτε και σκοπός δυσφήμησης ή εξύβρισης του ενάγοντος προέκυψε, καθόσον τα ως άνω στοιχεία αποτελούσαν έκφραση των επιστημονικών κρίσεων του πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου, στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ και στο φύλλο της 2-8-1995, δημοσιεύθηκε άρθρο υπό τον τίτλο: "ΕΥΘΥΝΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΥΓΕΙΑΣ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΣΟΚ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ" και υπό τον υπότιτλο "ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ" ο συντάκτης του άρθρου Θ. Α. αναφέρει επί λέξει: "... Ο αναισθησιολόγος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση της ασθενούς πολύ βαριά και δεν συμφώνησε για να μπει στο χειρουργείο.
Το ίδιο και η ασθενής, η οποία έλεγε και ξανάλεγε ότι μια στις χίλιες οι πιθανότητές της να βγει ζωντανή από το χειρουργείο. Παρόλα αυτά ο κ. Κ.ς προχώρησε στην επέμβαση. Αποτέλεσμα: Η ασθενής πέθανε. Είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις για τις οποίες κατηγορείται ο κ. Α. Κ. έτσι όπως την περιέγραψε ο νευροχειρουργός του νοσοκομείου Μεταξά κ.
Θ. Λ. (φωτό-αναφέρεται φωτογραφία του Α.Λ., η οποία δημοσιεύεται σε κεντρική θέση του άρθρου). Ο άνθρωπος που έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, παρουσίασε με τα μελανότερα χρώματα την δραστηριότητα του διευθυντή της Β` Χειρουργικής κλινικής αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι έφτασε στο σημείο να κάνει επεμβάσεις ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση συγγενών.
Ο κ. Κ.ς - είπε ο νευροχειρουργός - έκανε εγχειρήσεις που η βιολογική κατάσταση πολλών ασθενών δεν το επέτρεπε. Έκανε αφαίρεση οργάνων, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Υπήρξαν επίσης, δύο περιπτώσεις θανάτων που οφείλονται σε λανθασμένες εκτιμήσεις...". Όμως, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος έδωσε προσωπικά ο ίδιος συνέντευξη στον ως άνω δημοσιογράφο της προαναφερομένης εφημερίδας.
Πρόκειται για τις ίδιες δηλώσεις αυτού, που έγιναν την 1-8-1995, με τις οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, διατύπωσε τις επιστημονικές του απόψεις, με βάση τα όσα είχε ήδη περιλάβει στο πόρισμα της Ε.Δ.Ε., το οποίο συνέταξε στο πλαίσιο άσκησης νομίμων καθηκόντων του και στα συμπεράσματα του οποίου, γινόταν λόγος, όπως αναφέρθηκε, για υποβολή βαρέως πασχόντων υπερηλίκων καρκινοπαθών σε βαρύτατες εγχειρήσεις και για πραγματοποιούμενες εκτεταμένες βιοψίες και εξαιρέσεις οργάνων.
Επανέλαβε δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος, με τις δηλώσεις του, τις αξιολογικές κρίσεις του πορίσματος, χωρίς να αναφέρεται σε συκοφαντικά για τον ενάγοντα γεγονότα και χωρίς να προκύπτει σκοπός δυσφήμησης ή εξύβρισης του ενάγοντος. Τούτο ενισχύεται και από τις συνεντεύξεις που έδωσε προσωπικά ο πρώτος εναγόμενος, στις οποίες διατυπώνονται αυτούσιες οι δηλώσεις του (ΝΕΑ της 29-7-1995 και ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ της 30/7/1995] αναφορικά με τον ενάγοντα, ήτοι :1) Στα ΝΕΑ της 29/7/1995 "Εμένα μου ανέθεσε το ΔΣ του νοσοκομείου να εξετάσω κάποιες συγκεκριμένες καταγγελίες που έχουν γίνει από γιατρούς της Β` χειρουργικής κλινικής.
Υπήρχαν καταγγελίες για διοικητική δυσλειτουργία τον τμήματος, για διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και για λανθασμένες ιατρικές πράξεις από τον διευθυντή της κλινικής κ. Κ.. Από την ΕΔΕ προέκυψε ότι υπήρξαν περιπτώσεις ασθενών με καλοήθεις παθήσεις, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε βαριές εγχειρήσεις.
Υπήρξαν 5-6 τέτοιες περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάποια από τα ιατρικά δεδομένα δεν εκτιμήθηκαν σωστά από τον κ. Κ.. Κάποιες από τις ιατρικές ενέργειες στις οποίες προέβη θα μπορούσαν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες πρέπει να ερευνηθούν γιατί ενδεχομένως δεν τηρήθηκαν ιατρικοί κανόνες" και 2) στο ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ της 30/7/1995 "Κατέθεσα το πόρισμα πριν από τρεις εβδομάδες στο ΔΣ του νοσοκομείου.
Στη συνέχεια στάλθηκε στον υπουργό Υγείας, στον εισαγγελέα και στους ιατρικούς συλλόγους. Τα παραπτώματα που βαρύνουν τον κ. Κ. είναι υπέρβαση των ορίων της ιατρικής. Μ` αυτά που αναφέρω στο πόρισμα δεν διεκδικώ το αλάθητο. Το έκανα με βάση τα στοιχεία που έψαξα. Μπορεί να φέρει αύριο ο κ. Κ.ς κάποια άλλα στοιχεία που να τα ανατρέπει αυτά, που εγώ δεν τα βρήκα ή δεν τα πρόσεξα.
Ή κάποιος άλλος γιατρός να εκτιμήσει ότι στη Ν. Υόρκη ή αλλού εφαρμόζεται αυτή η τεχνική. Αυτό δεν μπορώ να το αποκλείσω". Προκύπτει, συνεπώς, από τις ως άνω προσωπικές του συνεντεύξεις ότι ο πρώτος εναγόμενος επαναλαμβάνει πάντοτε τα συμπεράσματά του από τη διενεργηθείσα από αυτόν Ε.Δ.Ε., χρησιμοποιώντας μια μετριοπαθή γλώσσα, χωρίς να αναφέρεται σε συκοφαντικά ή δυσφημιστικά γεγονότα σε βάρος του ενάγοντος ή να προβαίνει σε μειωτικούς χαρακτηρισμούς αυτού.
Αποδεικνύεται, έτσι, ότι τα περαιτέρω αναφερόμενα ως περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεών του αποτελούν, κατά βάση, αυτοτελή δημοσιογραφική εργασία του συντάκτη του επίμαχου άρθρου, στο οποίο έχουν καταχωρισθεί στοιχεία του διαρρεύσαντος στον τύπο πορίσματος της Ε.Δ.Ε., αποδόθηκαν όμως στον πρώτο εναγόμενο και συνδέθηκαν με τις δηλώσεις του στη συνέντευξη τύπου της 1-8-1995, γιατί αυτός διενήργησε την Ε.Δ.Ε., κάτι που προκύπτει από την αντιπαραβολή της άνω φερόμενης δηλώσεως και του περιεχομένου του πορίσματος της Ε.Δ.Ε.
και, επίσης, από το γεγονός ότι ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος παρέθεσε μία σύνοψη των όσων διαλαμβάνονται στις σελίδες 83-87 του εν λόγω πορίσματος και των συμπερασμάτων της Ε.Δ.Ε. Ενόψει αυτών, δεν αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος αναφέρθηκε στις δηλώσεις του σε επεμβάσεις του ενάγοντος χωρίς τη συγκατάθεση των ασθενών, σε κάθε δε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος αυτού, ενόψει και της άμεσης σύνδεσής του με τα ανωτέρω συμπεράσματα του πορίσματος σχετικά με την υποβολή βαρέως πασχόντων ασθενών σε βαρύτατες εγχειρήσεις.
ΙΙ) Όσον αφορά τον τρίτο εναγόμενο Μ. Μ., αυτός φέρεται ότι προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ραδιοφωνικά μέσα και στον έντυπο τύπο αναφορικά με τον ενάγοντα: α) Στις 31-7-1995 δήλωσε προς τους δημοσιογράφους τηλεοπτικών καναλιών τα ακόλουθα, τα οποία μεταδόθηκαν στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών ΑΝΤΕΝΝΑ, ΜΕGΑ κ.λπ.:
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (ΑΝΤΕΝΝΑ): Ο γιατρός Μ. Μ. ένας από τους συντάκτες του πορίσματος χαρακτήρισε τον γιατρό Κ. επικίνδυνο. Μ. Μ.: "Με βάση τα στοιχεία, εγώ προσωπικά... δεν μπορώ προσωπικά... λέω ότι... αρχικά ... ότι ... είναι αρκετά συγκροτημένα τα στοιχεία της ΕΔΕ". ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό σημαίνει ότι είναι επικίνδυνος όντως.
Μ. Μ.: Είναι μία προσωπική γνώμη... έτσι; που θα πω αυτή τη στιγμή. Το πόρισμα της επιστημονικής επιτροπής είναι σαφές προς αυτή τη κατεύθυνση". Μ.Μ.: "Όταν εγώ, σαν εκπρόσωπος της επιστημονικής επιτροπής πήγα στην Εισαγγελία με αυτό το πόρισμα που ήτανε σαφές, έτσι; η Εισαγγελία χωρίς κατά την γνώμη μου ε... ε...
ε... την ανάλογη υπευθυνότητα... έτσι; τότε... έβαλε στο αρχείο αυτή την υπόθεση...", β] Στην εφημερίδα ΑΥΡΙΑΝΗ της 1ης Αυγούστου 1995 σε άρθρο με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ - ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ" αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "... Ένας από τους πρώτους γιατρούς που κατηγόρησαν τον κ. Κ. ο Μ. Μ. με χθεσινές δηλώσεις του συνέχισε να υποστηρίζει τις απόψεις του, ότι ο χειρουργός προχωρούσε σε επεμβάσεις με πειραματικό και επικίνδυνο τρόπο", γ] Στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ της 1ης Αυγούστου 1995 σε άρθρο τον δημοσιογράφου του Α.
Αναγνώστου με τίτλο "ΛΕΥΚΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ" αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Επικίνδυνο και υπεύθυνο για τους θανάτους των ασθενών, χαρακτηρίζουν τον κ. Κ., ο νευροχειρουργός κ. Λ. που διενήργησε την επίμαχη ΕΔΕ, αλλά και ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του ΜΕΤΑΞΑ κ.
Μ. Μ.. Μάλιστα ο κ. Μ. υποστήριξε ότι στο παρελθόν η Εισαγγελία Πειραιά χωρίς υπευθυνότητα έβαλε στο αρχείο τις παρόμοιας μορφής καταγγελίες που είχαν γίνει εις βάρος του κ. Κ.". Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα έχουν ως σημείο αναφοράς το ίδιο βιοτικό συμβάν, ήτοι τις φερόμενες δηλώσεις στις 31-7-1995. Δηλαδή ο τρίτος εναγόμενος δεν έκανε τρεις ξεχωριστές δηλώσεις σε τρία διαφορετικά έντυπα εφημερίδων, αλλά μία στις 31-7-1995.
Στη δήλωσή του αυτή ο ανωτέρω εναγόμενος εξέφρασε την "προσωπική του γνώμη" ως προς τη βασιμότητα και αξιοπιστία του πορίσματος της Ε.Δ.Ε, η οποία, όμως, συνιστά μια αξιολογική κρίση, που δεν είναι ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει προσβολή του προσώπου τού ενάγοντος. Επικαλέστηκε τις αξιολογικές κρίσεις του πορίσματος χωρίς να χρησιμοποιήσει κάποιου είδους επιθετικό προσδιορισμό ή συγκεκριμένο χαρακτηρισμό σε βάρος του ενάγοντος και χωρίς να περιλάβει κάποιο ψευδές γεγονός.
Έκανε απλή αναφορά στη διενεργηθείσα Ε.Δ.Ε., το περιεχόμενο της οποίας ήταν ήδη γνωστό και στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος εναγόμενος. Τα περαιτέρω αναφερθέντα στα εν λόγω δημοσιεύματα, του ηλεκτρονικού τύπου και στις εφημερίδες, οι εν γένει ερμηνείες, τα δημοσιογραφικά σχόλια και τα συμπεράσματα (π.χ. ο γιατρός Μ.
Μ., ένας από τους συντάκτες του πορίσματος, χαρακτήρισε το γιατρό Κ. επικίνδυνο) δεν αποδείχθηκε ότι συνιστούν δηλώσεις του τρίτου εναγομένου, αλλά αποτελούν αυτοτελή και πρωτότυπη δημοσιογραφική εργασία, στην οποία υπάρχει δευτερογενής επεξεργασία και δημοσιογραφική απόδοση των δηλώσεων εναγομένου.
Η θέση δε της αναφοράς περί θέσης στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς του πορίσματος της επιστημονικής επιτροπής, συνιστά αληθές γεγονός και η εκφορά, ενόψει του πορίσματος, κρίσης για την ενέργεια αυτή δεν κατέτεινε σε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αλλά στην ευαισθητοποίηση των αρμοδίων φορέων για την διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού η επισήμανση κατ` επανάληψη της δυσλειτουργίας του Β` χειρουργικού τμήματος δεν είχε οδηγήσει στην επίλυση του προβλήματος.
Τέλος, όσον αφορά τη συνέντευξη την 1-8-1995 στο αμφιθέατρο τον νοσοκομείου προς τους υγειονομικούς συντάκτες των Μ.Μ.Ε [MEGA, ΑΝΤΕΝΝΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΝΕΑ κλ.] ο ανωτέρω, αναφερόμενος στο πρόσωπο τον ενάγοντος, είπε μεταξύ άλλων, "Εδώ κριτικάρουμε και καταδικάζουμε εδώ στην Ελλάδα και την ευθανασία ακόμα. Αυτός [δηλαδή ο ενάγων] δεν έκανε καν ευθανασία.
Έκανε κακοθανασία..."· Η δήλωση αυτή παρουσιάσθηκε την ίδια ημέρα {01/8/1995} στο κεντρικό (βραδινό) δελτίο ειδήσεων τον τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤΕΝΝΑ με το εξής εισαγωγικό σχόλιο του δημοσιογράφου: "Το επιστημονικό προσωπικό του νοσοκομείου πέρασε στην αντεπίθεση και περιέγραψε με τα πιο μελανά χρώματα τον χειρουργό κ.
Αντώνη Κ.. Όπως αναφέρθηκε, στη διενεργηθείσα ΕΔΕ ερευνήθηκαν, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, περιπτώσεις ασθενών που απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της εγχείρισης ή περιπτώσεις οι οποίες από άλλους ιατρούς κρίνονταν ως ογκολογικά ανεγχείρητες λόγω της μεγάλης έκτασης των νεοπλασιών.Η ως άνω δε έκφραση αποτελεί μία δυσμενή και οξεία έκφραση γνώμης του τρίτου εναγομένου αναφορικά με τις εν λόγω ιατρικές επιθετικές επεμβάσεις του ενάγοντος σε καρκινοπαθείς ασθενείς,με βάση ακριβώς τα αναφερόμενα στο πόρισμα, χωρίς να υπάρχει ειδικός σκοπός δυσφήμισης ή εξύβρισης του ενάγοντος.
ΙΙΙ) Η πέμπτη εναγομένη Χ. Π., μεταξύ άλλων, φέρεται ότι δήλωσε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 02/8/1995 σε άρθρο του Θ. Λ. με τίτλο "ΝΑ ΤΕΘΕΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ" και τον υπέρτιτλο "ΕΙΝΑΠ: ΤΟΝ ΚΑΛΥΠΤΑΝ ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΜΕΤΑΞΑ" τα ακόλουθα "...Όλες οι πράξεις του γιατρού Κ. κάλυπταν οι διοικήσεις του νοσοκομείου και η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, η οποία γνώριζε τα πάντα για τις παράνομες ιατρικές ενέργειες του χειρουργού, ενώ όλες οι σε βάρος του ΕΔΕ δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής ούτε και από τη Δικαιοσύνη. Κοινό τόπο όλων των πορισμάτων αποτελεί η ασυνήθης παράδοξη μέχρι επικινδυνότητας αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική συμπεριφορά του ιδίου συναδέλφου απέναντι σε ασθενείς και σε συνεργάτες του..". Οι εν λόγω δηλώσεις και πάλι στηρίζονται στις αξιολογικές κρίσεις του πορίσματος της Ε.Δ.Ε.. Η θέση της αναφοράς περί θέσης στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς του πορίσματος της επιστημονικής επιτροπής, συνιστά αληθές γεγονός και η εκφορά κρίσης για την ενέργεια αυτή δεν προσβάλλει την προσωπικότητα του ενάγοντος.
Συνεπώς, όσα δήλωσε η πέμπτη εναγομένη αποτελούσαν επανάληψη των διαπιστώσεων της Ε.Δ.Ε. και περαιτέρω ζητούσε να τεθεί σε προσωρινή διαθεσιμότητα ο ενάγων, για τόσο χρονικό διάστημα όσο απαιτείτο για την οριστική διαλεύκανση της υπόθεσης, για να μην υφίσταται οποιαδήποτε σκιά όσον αφορά τη λειτουργία του νοσοκομείου και των υπηρεσιών που προσφέρονταν, που σε κάθε περίπτωση με όσα είχαν έλθει στο φως της δημοσιότητας είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Καθίσταται σαφές, ότι η πέμπτη εναγομένη δεν ανέφερε κάποιο ψευδές γεγονός ή ισχυρισμό μειωτικό της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος και όσα δήλωσε κατά την ως άνω συνέντευξη αντανακλούσαν το ενδιαφέρον της να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του νοσοκομείου, στις υπηρεσίες του οποίου θα προσέφευγαν και πάλι οι ασθενείς χωρίς επιφυλάξεις. Μάλιστα με τη συνδικαλιστική της ιδιότητα και με τις προτάσεις της ζήτησε να διαλευκανθεί η υπόθεση άμεσα και να διαφυλάξει έτσι όλη την ιατρική κοινότητα από ενδεχόμενο διασυρμό.
Πέραν των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ` αριθ. 120-120Α/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο (μη διάδικος πλέον) δεύτερος εναγόμενος ιατρός, Ν. Π. που είχε καταγγείλει τον ενάγοντα και είχε καταθέσει ως μάρτυρας στις Ε.Δ.Ε. αθωώθηκε της κατηγορίας της ψευδορκίας μάρτυρος και έπαυσε οριστικά η κατ` αυτού ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος - εγκαλούντος, λόγω ανάκλησης και αποδοχής, μετά από σχετική δήλωση του κατηγορουμένου - εναγομένου ότι "η κατάθεσή του αποδίδει επιστημονικές αξιολογήσεις, που ίσως αποδόθηκαν με τόνο υπερβολής και δεν είχε πρόθεση να μειώσει την προσωπικότητα του εγκαλούντος ιατρού".
Με την υπ` αριθ. 983/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, αθωώθηκε ο επιμελητής ιατρός του Β` χειρουργικού τμήματος του νοσοκομείου Γ. Μ. για την κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρος κατά την άνω Ε.Δ.Ε. του πρώτου εναγομένου και για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος - εγκαλούντος, για τον λόγο ότι όσα κατέθεσε ο άνω μηνυόμενος επιμελητής ιατρός, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή και κατέθεσε όσα κατέθεσε, σχετικά με την εγχείρηση του ασθενούς Μ.
Γ., από καθήκον μαρτυρίας αλλά και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής και του νοσοκομείου, που υπηρετούσε, χωρίς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος - εγκαλούντος. Εξάλλου, με την υπ` αριθ. 7497/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο πρώτος εναγόμενος αθωώθηκε από την κατηγορία της ψευδούς καταμήνυσης του ενάγοντος και έπαυσε οριστικά η κατ` αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος με το ως άνω πόρισμα της Ε.Δ.Ε.
που διενήργησε. Συγκεκριμένα κατά τη συνεδρίαση του ως άνω Δικαστηρίου ο πρώτος εναγόμενος ως κατηγορούμενος δήλωσε τα ακόλουθα: "...2) Λόγω του μεγάλου εύρους των καταγγελιών, των αντικειμενικών δυσχερειών και των συνεχών πιέσεων του Δ.Σ. να περατωθεί σύντομα η Ε.Δ.Ε., δεν κατέστη δυνατό να εξετασθούν μάρτυρες - ιατροί, τους οποίους πρότεινε ο μηνυτής, και αποδέχθηκα τις εκτιμήσεις των εξετασθέντων της ειδικότητας του μηνυτή. 3) Για τους παραπάνω λόγους δεν κατέστη δυνατόν να ερευνήσω ενδελεχώς ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε ο μηνυτής κατά τη μακροχρόνια ενώπιον μου κατάθεσή του.
Οι δυσχέρειες αυτές επιτάθηκαν από τη μη πληρότητα όλων των φακέλων των ασθενών, οι οποίοι τέθηκαν στη διάθεσή μου από τα αρμόδια όργανα του Νοσοκομείου. 4) Ύστερα από τα γεγονότα που μεσολάβησαν από την έκδοση του επίμαχου πορίσματος μέχρι σήμερα, αναγνωρίζω, ότι ορισμένα από τα συμπεράσματα της Ε.Δ.Ε.
περιείχαν υπερβολές, οι οποίες όμως δεν περιλήφθηκαν με πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας του μηνυτή, αλλά από εκτιμήσεις δεδομένων, τα οποία αποδείχθηκαν ανεπαρκή". Μετά τη δήλωση αυτή, ο ενάγων ανακάλεσε την έγκλησή του για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά του κατηγορουμένου και δήλωσε "ότι παραιτείται πάσης κατ` αυτού απαιτήσεώς του ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, επιφυλασσόμενος παντός δικαιώματος και πάσης αξιώσεώς του κατά των λοιπών εναγομένων".
Μετά την αποδοχή της δήλωσης ανάκλησης του εγκαλούντος από τον κατηγορούμενο και τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ο τελευταίος με την υπ` αριθμό 7497/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κηρύχθηκε αθώος της πράξης αυτής και έπαυσε οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη για τη συκοφαντική δυσφήμηση λόγω ανακλήσεως της εγκλήσεως και αποδοχής αυτής.
Επίσης με δήλωσή του ο ενάγων προέβη σε παραίτηση από οποιαδήποτε αστική απαίτησή του αναφορικά με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησής του για τα αναφερόμενα στο από 13-7-1995 πόρισμα Ε.Δ.Ε. του πρώτου εναγομένου. Από όλα τα προεκτεθέντα περιστατικά αποδεικνύεται, ότι τα όσα, πράγματι, ανέφεραν οι πρώτος, τρίτος και πέμπτη των εναγομένων, με τις τοποθετήσεις τους τόσο κατά τη συνέντευξη τύπου που έλαβε χώρα την 1-8-1995 στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ, όσο και με τις δηλώσεις τους στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, δεν αποτελούν γεγονότα, αλλά έκφραση επιστημονικής γνώμης, με δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις και εκτιμήσεις για τις ενέργειες του ενάγοντος, οι οποίες πρόδηλα διέφεραν από τις απόψεις του τελευταίου, και οι οποίες εκφέρθηκαν ενόψει του θορύβου που δημιουργήθηκε από τη δημοσιοποίηση του πιο πάνω πορίσματος της Ε.Δ.Ε.
και, αποκλειστικά, με βάση τα περιλαμβανόμενα σ' αυτό περιστατικά και τα αντίστοιχα συμπεράσματα, χωρίς την επίκληση και αναφορά γεγονότων, των οποίων είχαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι άμεση προσωπική αντίληψη. Από το όλο δε περιεχόμενο των παραπάνω δηλώσεων, δεν μπορεί να συναχθεί σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού, αφού ανεξάρτητα από τις υπερβολές που περιέχουν κάποιες από τις δηλώσεις, όπως αυτές ανωτέρω εξειδικεύτηκαν,οι έντονοι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησαν οι εναγόμενοι δεν παύουν να αποτελούν απλώς αξιολογικές κρίσεις, που δεν υπερέβησαν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την απόδοση των σκέψεών τους και των σοβαρών επιστημονικών διαφωνιών τους σχετικά με την ακολουθούμενη ιατρική χειρουργική πρακτική του ενάγοντος στην αντιμετώπιση των ασθενών του, την οποία χαρακτήρισαν, εκφράζοντας έτσι με έντονο τρόπο τις επιφυλάξεις τους όσον αφορά την επιστημονική ορθότητά της, εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και επικίνδυνη.
Κινήθηκαν δηλαδή ως επιστήμονες από δικαιολογημένο ενδιαφέρον εξαιτίας του θορύβου που δημιουργήθηκε σε βάρος του νοσοκομείου και της ανησυχίας της κοινής γνώμης μετά από τις έγγραφες καταγγελίες και μηνύσεις πολιτών - ασθενών και οικείων θανόντων ασθενών εγχειρισθέντων από τον ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε θεωρηθεί, ότι οι εν λόγω αξιολογικές κρίσεις συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά, που μπορούσαν να εμφανίσουν τον ενάγοντα ως άτομο και ιατρό διακατεχόμενο από τάσεις περιφρονητικές της ανθρώπινης ζωής, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας αυτών, ή ότι υπαιτίως αγνοούσαν αυτά, αφού, όπως αναφέρθηκε, οι δηλώσεις τους έγιναν όχι με την επίκληση γεγονότων που είχαν άμεση αντίληψη, αλλά αποκλειστικά με βάση τα συμπεράσματα του πορίσματος της ΕΔΕ, ορισμένα από τα οποία, όπως παραδέχθηκε και ο συντάκτης αυτού πρώτος εναγόμενος, περιείχε υπερβολές, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις ευθύνης των εναγομένων εκ του άρθρου 920 ΑΚ να μη στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Και στην περίπτωση, αυτή, όμως, με βάση όσα εκτέθηκαν, και ενόψει των διισταμένων απόψεων στην επιστημονική ιατρική κοινότητα σχετικά με τις ακολουθητέες πρακτικές στη χειρουργική αντιμετώπιση των νεοπλασιών, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο άδικος χαρακτήρας των επίμαχων δηλώσεων των εναγομένων ως απλών δυσφημηστικών αίρεται, κατ' άρθρο 367 ΠΚ, καθόσον προεβλήθησαν από τους τελευταίους από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την ιδιότητά τους ως επιστημόνων και λόγω του δημιουργηθέντος θορύβου, όπως πιο πάνω αυτό λεπτομερώς αναλύθηκε και όχι με σκοπό τον επιστημονικό, επαγγελματικό και κοινωνικό στιγματισμό του ενάγοντος.
Καταφάσκουν, δηλαδή, τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, την ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής ένστασης των εναγομένων και δη ότι αυτοί προέβησαν στις συγκεκριμένες δηλώσεις όχι με πρόθεση να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά αποκλειστικώς και μόνο από δικαιολογημένο επιστημονικό ενδιαφέρον προς έκφραση της σαφούς αντίθετης άποψης αυτών, χωρίς οι επίμαχες αναφορές, το ύφος και ο τρόπος διατυπώσεως αυτών να υποδηλώνουν, όπως ήδη εκτέθηκε, σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, αφού τα συμπεράσματα του πορίσματος σχετικά με την ακολουθούμενη από αυτόν επιθετική χειρουργική πρακτική, μη αποδεκτή από την πλειοψηφία των χειρουργών, δικαιολογούσαν την άσκηση οξείας κριτικής ακόμη και με την έκφραση δυσμενών κρίσεων και χαρακτηρισμών, ενόψει της συγκεκριμένης ιδιότητάς του, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προς κατάλυση της παραπάνω (από το άρθρο 367 παρ 1 ΠΚ) ενστάσεως προταθείσης αντενστάσεως του ενάγοντος από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αυτού.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων-εναγομένων αυτού του βαθμού σε βάρος του εκκαλούντος- ενάγοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την έφεση κατά της υπ' αριθ. 555/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ