Legislator Case Law & Legislation
1180/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank debt discharge ruling due to late pension payment availability.

Case Number 1180/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against a First Instance Court decision granting a debt discharge to a pensioner. The appellant argued that the First Instance Court erred by accepting late pension payments as a valid offset for the debt, despite the initial application being filed earlier. The Court ruled that the First Instance Court's acceptance of these later payments was legally sound, thereby validating the original discharge order.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 495, 176, 183, 189, 191, 746 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court incorrectly applies the law regarding the timing of pension payments for debt discharge, reversing the lower court's decision to grant the discharge.

Keywords

AI generated
bank debt discharge pension offset timing appeal admissibility debt restructuring civil procedure code judicial reversal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 and 746 section b of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 of Law 3869/2010
Article 63 paragraph 1 of Law 2214/1994
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1180 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1180/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Ν., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και το δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", λόγω συγχώνευσης της τελευταίας με απορρόφηση, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERΝΤΑTIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ως ειδικής διαδόχου της CITIBANK Ν.Α.

Κατάστημα Ελλάδος και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 5-5-2021 δήλωση καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3282/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2020 αίτησή της και τους από 22-3-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 2η και 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 11051γ/16-9-2020, 11070γ/21-9-2020, 11055γ/18-9-2020 και 11056γ/18-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Ι. Χ., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα - οφειλέτρια, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-1-2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη (υπό τις αναγραφόμενες ιδιότητές τους) από τους αναιρεσιβλήτους-πιστώτριες της αναιρεσείουσας, που έλαβαν μέρος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρα 769 και 762 ΚΠολΔ, οι οποίες και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Εισάγονται προς συζήτηση η από 28-1-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 785/61/28-1-2020) αίτηση και οι από 22-3-2021 (αριθμ. καταθ. 31/22-3-2021) πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, για αναίρεση της 3282/23-9-2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4549/14-6-2018, "σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης.

Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται πριν δεκαπέντε ημέρες". Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι επί δικαστικής ρύθμισης των χρεών υπαχθέντος στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3868/2010 οφειλέτη, εάν ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ρύθμιση αυτή και δεν καταβάλει τρεις συνεχόμενες ληξιπρόθεσμες δόσεις ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, τότε κάθε θιγόμενος πιστωτής μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο και να ζητήσει την έκπτωσή του.

Η σχετική αίτηση κατατίθεται εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, η οποία αρχίζει από τη δημιουργία του λόγου της έκπτωσης, ήτοι την παρέλευση του τρίτου μήνα που ο οφειλέτης καθυστερεί την καταβολή ή από τότε που ολοκληρώνεται η επανειλημμένη δυστροπία. Η εν λόγω προθεσμία κατάθεσης της αίτησης (η επίδοση μπορεί να γίνει και αργότερα) είναι αποκλειστική και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επί παρόδου δε αυτής άπρακτης, η αίτηση έκπτωσης είναι απαράδεκτη.

Η απόφαση του διατάσσει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση παράγει αποτελέσματα έναντι όλων των πιστωτών. Στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010 δεν γίνεται λόγος για υπαιτιότητα στη μη τήρηση της ρύθμισης από μέρους του οφειλέτη, πλην όμως, προς αποφυγή της δυσμενούς κύρωσης της έκπτωσης όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι στο πρόσωπο του τελευταίου, που καθιστούν αδύνατη την καταβολή των δόσεων, πρέπει να γίνει δεκτό (όπως και από το όλο πνεύμα των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010 συνάγεται) ότι η έκπτωση δεν επέρχεται όταν η καθυστέρηση καταβολής των δόσεων οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας ή άλλους σοβαρούς λόγους, εκτός της σφαίρας επιρροής και ευθύνης του οφειλέτη, αναφερόμενους στο πρόσωπο του ίδιου ή μέλους της οικογένειάς του, συνεπεία των οποίων μειώθηκαν τα εισοδήματά του ή αυξήθηκαν οι δαπάνες του.

Τέτοιο λόγο, που πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ο οφειλέτης, συνιστά και η σημαντική, από λόγο που ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, μείωση των εισοδημάτων του, εξαιτίας της οποίας αδυνατεί πλέον να καταβάλει τα χρηματικά ποσά που όρισε το δικαστήριο ρυθμίζοντας τα χρέη του, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η επιβίωσή του.

Με το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4549/2018, η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: "Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών.

Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη ρύθμιση έναντι όλων των πιστωτών από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στο φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο.

Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την ανατροπή της έκπτωσής του αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου".

Τέλος, με το άρθρο 68 παρ. 15 των μεταβατικών διατάξεων του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α' 105/14-6-2018) ορίστηκε ότι η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 64 αυτού εφαρμόζεται και σε υποθέσεις επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του, με την προϋπόθεση ότι: α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου (4549/2018) και β) δεν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση έκπτωσης του οφειλέτη, οι δε εκκρεμείς αιτήσεις έκπτωσης του οφειλέτη κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του αυτού νόμου.

Από το συνδυασμό των τελευταίων διατάξεων προκύπτει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 4549/2018 περί έκπτωσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη από τη ρύθμιση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, επί υποθέσεων για τις οποίες έχει ήδη δημοσιευθεί απόφαση περί ρύθμισης των οφειλών πριν την έναρξη ισχύος του, απαιτείται να επιδοθεί εξώδικη όχληση προς τον οφειλέτη μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι μετά τις 14-6-2018 και να μην έχει εκδοθεί (έως τη δημοσίευσή του) απόφαση περί έκπτωσης του οφειλέτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 16-5-2016 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του τελευταίου Δικαστηρίου στις 24-5-2016, ζήτησε την έκπτωση της αναιρεσείουσας από τη ρύθμιση των οφειλών της, στην οποία το ίδιο Δικαστήριο είχε προβεί δυνάμει της 2/2013 απόφασής του, επικαλούμενη καθυστέρηση στην καταβολή προς αυτή των δόσεων των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαίου 2016.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 410/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι ενστάσεις της καθής-αναιρεσείουσας περί εκπροθέσμου της αίτησης και έλλειψης υπαιτιότητάς της, ανακλήθηκε η 2/2013 απόφαση και κηρύχθηκε έκπτωτη η αναιρεσείουσα από τη ρύθμιση. Κατά της παραπάνω 410/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη, 3282/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, προκειμένου να οδηγηθεί στην κρίση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκπτωσής της από τη ρύθμιση, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4549/2018.

Με τους συναφείς τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ερευνώνται ενιαία, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι το δικαίωμα της πρώτης αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκπτωσή της από τη ρύθμιση, λόγω μη καταβολής των δόσεων των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαίου 2016, δεν έχει αποσβεστεί, παρότι η ίδια είχε διακόψει τις πληρωμές από το Δεκέμβριο του 2014 και η ένδικη αίτηση ασκήθηκε το Μάιο του έτους 2016, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν το ν. 4549/2018, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προσδιορίζει ποιο μήνα η ίδια διέκοψε την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, πότε διέκοψε τις πληρωμές προς τους λοιπούς πιστωτές, αν εκδόθηκαν αποφάσεις επί αιτήσεων άλλων πιστωτών, από ποιο μήνα έγινε δεκτό με την 405/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε ως καταχρηστική αίτησή της περί τροποποίησης των μηνιαίων καταβολών λόγω μείωσης των εισοδημάτων της, ότι αυτή καθυστερεί τις πληρωμές και αν στη δίκη εκείνη ήταν διάδικος η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του περί εξόφλησης των δόσεων των μηνών Δεκεμβρίου 2014 έως και Δεκεμβρίου 2015, ως προς τις οποίες η ίδια είχε ισχυριστεί μη καταβολή και περαιτέρω γιατί το Ειρηνοδικείο Πειραιά με αποφάσεις του επί της ίδιας ρύθμισης (405/2017 και 407/2017), δέχτηκε καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων από το Δεκέμβριο του έτους 2014 και όχι από τον Ιανουάριο του έτους 2016.

Ως προς το ως άνω ζήτημα το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας κατά την προκειμένη διαδικασία επί αίτησης της νυν εκκαλούσας-καθής, προς δικαστική ρύθμιση των χρεών της βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010, υποχρεώθηκε η τελευταία σε μηνιαίες καταβολές συνολικού ύψους 1.200 ευρώ, για μία τετραετία με χρόνο έναρξης των καταβολών την επίδοση της εν θέματι απόφασης (29-3-2013) και ειδικότερα ορίστηκε:

α) το ποσό 567,26 ευρώ προς την τραπεζική εταιρεία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", β)...(αναφέρονται αναλυτικά οι πιστωτές και το καταβλητέο προς τον καθένα μηνιαίο ποσό). Παράλληλα εξαιρέθηκε της εκποίησης η κύρια κατοικία της εκκαλούσας...επιβλήθηκε στην εκκαλούσα η υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της κατοικίας, μηνιαίως και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών και τα ποσά α)...η εφεσίβλητη κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την από 16-5-2016 αίτησή της, αιτούμενη να κηρυχθεί έκπτωτη η νυν εκκαλούσα από τη ρύθμιση των οφειλών της, καθόσον δεν έχει καταβάλει τις καθορισθείσες δόσεις για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, ήτοι από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο του 2016, άλλως λόγω του ότι δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ως άνω ρύθμισης.

Από την προσεκτική επισκόπηση, ωστόσο, της ανωτέρω αίτησης, προκύπτει με σαφήνεια το χρονικό διάστημα, το οποίο η εκκαλούσα δεν έχει καταβάλει τις ορισθείσες μηνιαίες δόσεις, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την τελευταία. Περαιτέρω, από το εισφερθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η νυν εκκαλούσα, παρά το γεγονός ότι οχλήθηκε από την εφεσίβλητη, δεν κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις ποσού 126,84 ευρώ εκάστη εξ αυτών για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο Απρίλιο και Μάιο του 2016, γεγονός άλλωστε που συνομολογείται και από την ίδια την οφειλέτρια.

Συνεπώς, αποδείχθηκε η επικαλούμενη καθυστέρηση πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων για χρονικό διάστημα τριών συνεχόμενων μηνών εκ μέρους της εκκαλούσας. Η τελευταία διατείνεται ότι έχει διακόψει την καταβολή των μηνιαίων δόσεων ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 2014, ότε και συνταξιοδοτήθηκε, πλην όμως δεν προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο που να προσεπιβεβαιώνει τον ως άνω ισχυρισμό της, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη ουδόλως συνομολογεί με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις την μη καταβολή των ορισθεισών δόσεων για τους προγενέστερους μήνες και δη από το Δεκέμβριο του έτους 2014...

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα ορθώς η εκκαλουμένη δέχτηκε ότι η εκκαλούσα δεν κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2016 και ως εκ τούτου εμπροθέσμως ασκήθηκε η από 16-5-2016 αίτηση περί κήρυξης σε έκπτωση αυτής, ήτοι εντός τετραμήνου μετά τη συμπλήρωση συνεχούς χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των τριών μηνών, κατά το οποίο ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του." Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4549/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού για την εφαρμογή της απαιτείτο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη, το μεν εξώδικη όχληση της αναιρεσείουσας από τη θιγόμενη πιστώτρια μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4549/2018 (14-6-2018), το δε να μην έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση περί έκπτωσης πριν την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, προϋποθέσεις που, κατά τις παραπάνω παραδοχές, δεν συνέτρεξαν στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον εξώδικη όχληση της αναιρεσείουσας μετά τη δημοσίευση του ν. 4549/2018 δεν έχει λάβει χώρα, ενώ κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4549/2018 είχε ήδη εκδοθεί απόφαση περί έκπτωσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η υπόθεση εκκρεμούσε στο Εφετείο.

Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 64 παρ. 2 του ν. 4549/2018, και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Περαιτέρω αιτιολογίες σε σχέση με τυχόν καθυστέρηση των πληρωμών από μέρους της αναιρεσείουσας και προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους-πιστωτές της, την έκδοση σχετικών δικαστικών αποφάσεων και την τυχόν διαφορετική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί άλλων συναφών (περί της αυτής ρύθμισης) δικών δεν ήταν απαιτούντο.

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί μη απόσβεσης του ένδικου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω παρόδου της νόμιμης προθεσμίας προς άσκησή του, επέβαλε στην ίδια το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 280 του ΑΚ, όφειλε να εξετάσει το ζήτημα αυτό αυτεπαγγέλτως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, επί αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω, επιτρέπεται αναίρεση μόνον για τους απαριθμούμενους σ' αυτή περιοριστικά λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται εκείνος εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Με τον ένατο λόγο αναίρεσης και τον δέκατο, κατά το δεύτερο σκέλος του, που προτάσσονται του όγδοου, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται στην έρευνα από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή της περί έλλειψης υπαιτιότητας στην καταβολή προς την πρώτη αναιρεσίβλητη των δόσεων των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2016 λόγω μείωσης των εισοδημάτων της και διακινδύνευσης της επιβίωσής της, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3869/2010 σε συνδ.

με εκείνη του άρθρου 330 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ως προς την ένσταση αυτή το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας κατά την προκειμένη διαδικασία επί αίτησης της νυν εκκαλούσας-καθής, προς δικαστική ρύθμιση των χρεών της βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010, υποχρεώθηκε η τελευταία σε μηνιαίες καταβολές συνολικού ύψους 1.200 ευρώ, για μία τετραετία με χρόνο έναρξης των καταβολών την επίδοση της εν θέματι απόφασης (29-3-2013) και ειδικότερα ορίστηκε:

α),... β)...(αναφέρονται αναλυτικά οι πιστωτές και το μηνιαίο ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στον καθένα)... Η ανωτέρω εργαζόταν μέχρι και τις 8-12-2014 στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβάνοντας μηνιαίες καθαρές αποδοχές ανερχόμενες σε 2.155,86 ευρώ, ενώ κατόπιν παρακρατήσεων για εξόφληση δανειακών της υποχρεώσεων οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.773,06 ευρώ.

Από τις 9-12-2014 η ανωτέρω οφειλέτρια είναι συνταξιούχος, λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 1.041,69 ευρώ. Τα ετήσια εισοδήματά της για το φορολογικό έτος 2015 ανήλθαν στο ποσό των 11.816,56 ευρώ, ενώ η μηνιαία σύνταξή της από τον Ιανουάριο του έτους 2016 έως και τον Ιούνιο του έτους 2016 ανερχόταν στο ποσό των 939 ευρώ και από τον Αύγουστο του έτους 2016 και εντεύθεν ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.130,70, με την επισήμανση ότι το μήνα Ιούλιο του έτους 2016 έλαβε το ποσό των 6.564,90 ευρώ, λόγω οφειλόμενων αναδρομικών.

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι τα εισοδήματα της εκκαλούσας μεταβλήθηκαν επί τα χείρω λόγω συνταξιοδότησής της. Ωστόσο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν ετέθη σε διακινδύνευση η επιβίωσή της λόγω μείωσης των εισοδημάτων της, καθόσον η επικείμενη συνταξιοδότηση και η συνεπακόλουθη μείωση των εισοδημάτων της ήταν ένα γεγονός το οποίο η ανωτέρω γνώριζε εκ των προτέρων και για το οποίο όφειλε να είχε προνοήσει, με δεδομένο ότι το σχετικά υψηλό εισόδημα που ελάμβανε τα προηγούμενα έτη, της επέτρεπαν να προβαίνει σε αποταμιεύσεις.

Επιπρόσθετα η εκκαλούσα, αν και ήταν υποχρεωμένη κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010, να ενημερώνει τα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε μεταβολή των εισοδημάτων της, παρέλειψε να υποβάλει σχετική δήλωση...παρά την προπεριγραφόμενη μείωση των εισοδημάτων της προέβη στην κατάθεση της αίτησης για μεταρρύθμιση της υπ' αριθμ. 2/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου την 1-9-2016, ήτοι μετά το πέρας χρονικού διαστήματος περίπου δύο ετών (22 μήνες) από την επικαλούμενη μεταβολή των εισοδημάτων της και αφού της είχαν κοινοποιηθεί η ένδικη αίτηση έκπτωσης, καθώς και οι αντίστοιχες αιτήσεις των πιστωτριών εταιρειών "EUROBANK ERGASIAS" και "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ".

Ενόψει τούτων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 405/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, απορρίφθηκε ως καταχρηστική η προδιαληφθείσα αίτηση της νυν εκκαλούσας περί μεταρρυθμίσεως της υπ' αριθμ. 2/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι καίτοι η εκκαλούσα εισέπραξε το μήνα Ιούνιο του έτους 2016 το ποσό των 6.564,90 ευρώ λόγω αναδρομικών και ως εκ τούτου ηδύνατο να εξοφλήσει την επίδικη οφειλή, η ανωτέρω περιορίστηκε να καταβάλει το ποσό των 120 ευρώ για την ανωτέρω αιτία.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ορθώς η εκκαλουμένη απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό περί έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπο της εκκαλούσας, καθόσον από τη συνολική συμπεριφορά της τελευταίας συνάγεται ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς την εφεσίβλητη οφείλεται σε υπαιτιότητά της." Κρίνοντας, όμως, έτσι το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην καθυστέρηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της από την ένδικη ρύθμιση των χρεών της, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας με τον τρόπο αυτό την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, ενώ, κατά τις παραδοχές, α) η αναιρεσείουσα δυνάμει της 2/2013 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία ρυθμίστηκαν τα χρέη της προς τους αναιρεσιβλήτους-πιστωτές της, υποχρεώθηκε να καταβάλει στους τελευταίους το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ κατά μήνα επί τέσσερα έτη, αρχής γενομένης από 29-3-2013, β) τα μηνιαία εισοδήματά της (μετά την παρακράτηση χρηματικών ποσών για την εξόφληση άλλων δανειακών υποχρεώσεων) ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, ανέρχονταν, κατά το χρόνο της ρύθμισης, σε 1.773,06 ευρώ, γ) στις 9-12-2014 αποχώρησε από την υπηρεσία της λόγω συνταξιοδότησης λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.041,69 ευρώ και δ) η μηνιαία σύνταξή της ανήλθε κατά τους μήνες Ιανουάριο έως και Ιούνιο του έτους 2016, στους οποίους περιλαμβάνεται και το επίδικο διάστημα, σε 939 ευρώ, δηλαδή σε ποσό μικρότερο εκείνου που ήταν υποχρεωμένη, βάσει της παραπάνω ρύθμισης, να καταβάλει στους πιστωτές της (1.200 ευρώ μηνιαίως) και από τον Αύγουστο του 2016 σε 1.130,70 ευρώ, εντούτοις, εντελώς αντιφατικά και χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση για το πώς η αναιρεσείουσα μπορούσε να καλύψει τις αναγκαίες για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της δαπάνες στον επίδικο χρόνο, δέχεται ότι δεν τέθηκε σε διακινδύνευση η επιβίωσή της.

Ακόμη, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα υπήχθη στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 το έτος 2013 (οπότε και υπήρχε γενική αδυναμία της να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της) και ότι κατά το χρόνο εκείνο τα μηνιαία εισοδήματά της ανέρχονταν σε 1.773,06, από τα οποία, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους πιστωτές της 1.200 ευρώ κατά μήνα συνολικά, δέχεται παράλληλα ότι αυτή, γνωρίζοντας την επικείμενη συνταξιοδότησή της, όφειλε να προβεί σε αποταμίευση για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών της, χωρίς όμως να διευκρινίζει, με δεδομένο ότι (κατά τις παραπάνω παραδοχές) το απομένον μηνιαίο εισόδημά της ήταν 573,06 ευρώ (1.773,06-1.200), ποιο ποσό απαιτούνταν για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της, ώστε, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, να προκύπτει συγκεκριμένο υπόλοιπο προς αποταμίευση.

Τέλος, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η καθυστέρηση καταβολής των δόσεων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη-αιτηθείσα την έκπτωση αφορά τους μήνες Ιανουάριο έως και Μάιο 2016, εν συνεχεία δέχεται ότι υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης καταβολής αυτών με αναδρομικά ποσά συντάξεων που έλαβε η αναιρεσείουσα σε μεταγενέστερο του επιδίκου χρόνο (Ιούνιο 2016) και αφού είχε ήδη κατατεθεί το Μάιο του έτους 2016 η ένδικη αίτηση περί έκπτωσής της.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Μετά δε την παραδοχή των λόγων αυτών, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, γιατί η αναιρετική εμβέλεια εκείνων που έγινε δεκτοί καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την αναίρεση της εφετειακής απόφασης.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 746 εδ. β' του ΚΠολΔ-μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, καθόσον η τελευταία αφορά δίκες σχετικά με τη ρύθμιση των χρεών υπερχρεωμένου οφειλέτη και την απαλλαγή του από αυτά), μειωμένων, όμως, ως προς το έκτο των αναιρεσιβλήτων, ν.π.δ.δ "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994 σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, γιατί, το τελευταίο, η νομική υπηρεσία του οποίου ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, έχει όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28-1-2020 (αριθμ. καταθ. 785/61/28-1-2020) αίτηση αναίρεσης και τους από 22-3-2021 (αριθμ. καταθ. 36/22-3-2021) πρόσθετους λόγους.

Αναιρεί την 3282/23-9-2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, εκ των οποίων καταβλητέα από το έκτο των αναιρεσιβλήτων (ΤΠΔ) το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ