1180/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1180/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 25-2-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Μαρίας Βασδέκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1180/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Η. Ο. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Ο. του Ν., κατοίκου ... και 4) Θ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2012 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 25-2-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Μαρίας Βασδέκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ 104)" σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. .../7-1-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τρίπολης Ε. Ν., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι με επιμέλεια αυτού το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκε προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σμυρνιώτη, που εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους στη δίκη ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Εφετείου (άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ), ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (16-3- 2020).
Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΦΕΚ 864 Β715-3-2020). Ακολούθως, με την από 1-9- 2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε οίκοθεν (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020) ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (28-9-2020 και ώρα 09:30'), παράλληλα δε με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 45 και προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (...), στο site του Αρείου Πάγου (...), στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ...) και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020) και δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠοΔ.
Με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 216/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από 13-10-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της με αυτήν εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 163/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, το οποίο, δέχθηκε την από 25-4-2007 ανακοπή, κατ' άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, των αναιρεσίβλητων και ακύρωσε τον με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλόμενο χρηματικό κατάλογο και την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. .../11-9- 2006 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως της ... που αφορούσαν απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, ποσού 92, 219,38 ευρώ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγόμενου, το δε καθ' ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:
α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη δια καταβολής ή δια συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως, γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως, δ) Εάν το χρέος παρεγράφη.
ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Επιπλέον, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως, μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως, λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, μετά από άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Ολ ΑΠ 5/2019).
Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 51-55 και 61 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός Λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κλπ" ρυθμίζονται θέματα νομίμων τίτλων είσπραξης του Δημοσίου, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του β.δ. 757/1969 περί διαρθρώσεων των Δημοσίων Ταμείων κλπ ρυθμίζονται ζητήματα βεβαίωσης των εσόδων στα Δημόσια Ταμεία (ΑΠ 352/2020, ΑΠ 190/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η πρώτη εφεσίβλητη (πρώτη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρία ... σύνηψε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία ..., στην θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση αυτής, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία ..., την 95/2.3.1990 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Με τη σύμβαση αυτή και τις συμβάσεις αύξησης πίστωσης με αριθμούς ...3.1.1991, ....3.1991, ...20.3.1992, ...9.6.1994, .../27.11.1995, .../19.8.1997, ...13.1.1998 και .../26.5.1998 η Τράπεζα ... χορήγησε στην ως άνω πιστούχο εταιρία πίστωση μέχρι το συνολικό ποσό των 88.000.000 δραχμών ή 258.253,85 ευρώ με τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται σε αυτές, όπως τροποποιήθηκαν με τις από 9.6.1994, 27.11.1995, 19.8.1997, 13.1.1998 και 26.5.1998 συμβάσεις τροποποίησης όρων και συμπληρώθηκε με τις από 2.3.1990, 11.4.1990, 10.7.1990, 3.1.1991, 25.2.1991, 27.3.1991, 20.3.1992, 27.11.1995, 19.8.1997, 13.1.1998 και 26.5.1998 επιστολές τόσο της πιστούχου προς την Τράπεζα ..., όσο και της τελευταίας προς την πιστούχο, καθώς και την από 26.5.1998 υποσχετική επιστολή αυτής.
Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης της πιστώτριας Τράπεζας από την αιτία αυτή εγγυήθηκαν οι υπόλοιποι από τους εφεσίβλητους (αναιρεσίβλητους), ..., ..., και ..., ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρία και ως αυτοφειλέτες, αφού παραιτήθηκαν από την ένσταση της διζήσεως και από κάθε σχετική ένσταση.
Η πιστούχος εταιρία έκανε χρήση της πίστωσης αυτής. Την 26.1.2000, η ως άνω Τράπεζα ... κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος είχε εμφανίσει χρεωστικό, σε βάρος της πιστούχου εταιρίας, υπόλοιπο ποσού 27.597.611 δραχμών. Με τη σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων ....4.2005 και την από 13.4.2005 συμπληρωματική σύμβαση, η ως άνω Τράπεζα ...
εκχώρησε προς το εκκαλούν (αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο μέρος της προαναφερόμενης απαίτησης, ποσού 14.000.000 δραχμών, και τους αντιστοιχούντες σ' αυτό εξωλογιστικούς τόκους του χρονικού διαστήματος από τις 27.1.2000 μέχρι τις 24.9.2000, ποσού 1.642.477 δραχμών, ήτοι απαίτηση ποσού 15.642.477 δραχμών ή 45.906,02 ευρώ. Μετά από αυτά, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο προέβη στις 31.7.2006, δια της 25ης Δ/νσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στη βεβαίωση (εν ευρεία εννοία) του οφειλόμενου στο Δημόσιο ποσού για την ως άνω αιτία, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στο μεταξύ με τους αναλογούντες τόκους, με την εγγραφή του στη σχετική τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης φόρου "εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων Τράπεζας ..." και στο σχετικό 35° χρηματικό κατάλογο και στη συνέχεια απέστειλε τα σχετικά αυτά έγγραφα στην αρμόδια κατά τόπο ..., η οποία, αφού τα παρέλαβε, προέβη στη βεβαίωση (εν στενή εννοία) του χρέους στις 19-7-2006, με την καταχώριση στο βιβλίο βεβαίωσης, όπου έλαβε αριθμό τριπλοτύπου βεβαίωσης .../19.7.2006, στη συνέχεια δε η ...
εξέδωσε τις .../13.9.2006 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών, οι οποίες εστάλησαν ταχυδρομικά προς τους εφεσίβλητους. Όμως, στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση .../19.7.2006 της ... και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο υπάρχει όχι σαφής και ακριβής καθορισμός της ένδικης οφειλής, δηλαδή του οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων, αλλά απλή αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου από τους εφεσίβλητους ποσού, χωρίς άλλη περαιτέρω σαφή αναφορά του είδους και της αιτίας της οφειλής, με συνέπεια να επέρχεται ακυρότητα του ως άνω νόμιμου τίτλου, δηλαδή της ταμειακής βεβαίωσης .../19.7.2006 της ...
λόγω αοριστίας αυτής, με τη συνδρομή βλάβης σε βάρος των εφεσίβλητων, η οποία είναι προφανής, αφού οι τελευταίοι δεν μπορούν να προσδιορίσουν την επακριβή αιτία και το ύψος της ένδικης οφειλής, ώστε να αμυνθούν. Ειδικότερα, στην εν λόγω ταμειακή βεβαίωση και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς περιγραφή αυτής, ήτοι χωρίς αναγραφή της αιτίας αυτής, αλλά και χωρίς να γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προσαυξήσεων, όπως και τυχόν άλλων εξόδων, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τους οφειλέτες (εφεσίβλητους), αλλά και από το Δικαστήριο, αφού οι οφειλέτες αμφισβητούν το ποσό αυτό, ούτε υπήρχαν συνημμένα στις διοικητικές αυτές πράξεις έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό της οφειλής.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική αναφορά στον ως άνω χρηματικό κατάλογο περί του ότι η εν λόγω οφειλή αφορά "εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων Τράπεζας ...", καθώς και οι επί αυτού ακόλουθες σημειώσεις: "1. Κατά την είσπραξη θα υπολογίζεται τόκος υπερημερίας και όχι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ΚΕΔΕ" και "2.
Οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου προέρχονται από δάνεια των οφειλετών στην Τράπεζα ... χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου", δεν αποτελούν, κατά τα προεκτεθέντα, ακριβή προσδιορισμό της ένδικης απαίτησης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η αιτία της απαίτησης αυτής, όπως προαναφέρθηκε".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 51-55 του π.δ. 16/1989, επικαλούμενο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έγινε δεκτό ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση πάσχει αοριστία.
Εσφαλμένα, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συγχέει την έννοια του νομίμου τίτλου με την έννοια της ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου και εσφαλμένα υπολαμβάνει, ότι ο νόμιμος τίτλος για εκτέλεση είναι η πράξη ταμειακής βεβαίωσης και ο χρηματικός κατάλογος, στα οποία δεν απαιτείται ακριβής περιγραφή της απαίτησης, ενώ ο νόμιμος τίτλος, εν προκειμένω, συγκροτείται από τις συμβάσεις παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και εγγύησης (αρχική και συμπληρωματικές), που συνήφθησαν μεταξύ των αναιρεσίβλητων (της πρώτης ως οφειλέτιδος και των λοιπών ως εγγυητών) και της Τράπεζας Κρήτης (ως δανείστριας), τη σύμβαση εκχώρησης μεταξύ της διαδόχου της τελευταίας, Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias και του Δημοσίου, σε συνδυασμό με τα λοιπά τραπεζικά έγγραφα (καταγγελίας και κλεισίματος του λογαριασμού, καταγραφής των δόσεων και των τόκων κλπ), που οδήγησαν στην "εν ευρεία εννοία" βεβαίωση του χρέους με τη σύνταξη του οικείου χρηματικού καταλόγου και στη συνέχεια στην "εν στενή εννοία" βεβαίωσή του με την ένδικη ταμειακή βεβαίωση και, ως εκ τούτου, η επίμαχη ταμειακή βεβαίωση, δεν νοείται να πάσχει αοριστίας, εφόσον εκ του νόμου είχε συγκεκριμένο αντικείμενο.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, δεδομένου ότι ναι μεν ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως, λόγω της στενής τους αιτιακής σχέσης, εφόσον ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εξέδωσε κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ΚΕΔΕ η πιο πάνω αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιήθηκε επίσης στους ως άνω οφειλέτες, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην εν λόγω διάταξη στοιχεία, προκειμένου οι οφειλέτες να λάβουν επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης κλπ και γενικά να κατατοπιστούν επαρκώς για την οφειλή τους, η έλλειψη αυτή οδηγεί, ενόψει της άσκησης της ένδικης ανακοπής, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, λόγω και της συνδρομής των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου.
Ειδικότερα, η πιο πάνω έλλειψη επέφερε στους ως άνω οφειλέτες του αναιρεσείοντος αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων τους, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ενόψει του ότι η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης δεν συνοδεύονταν από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή τους, ούτε σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα αυτά γνωστοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στους οφειλέτες πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής τους κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση αυτοί να προβάλουν με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς τους κατά της οφειλής, χωρίς να αρκεί η γενική αναφορά στο χρηματικό κατάλογο ότι η εν λόγω οφειλή αφορά "εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων Τράπεζας Κρήτης".
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ανωτέρω παραδοχή, ότι η ταμειακή βεβαίωση δεν περιείχε ακριβή προσδιορισμό της αιτίας και του ύψους της οφειλής ώστε να λάβουν γνώση οι αναιρεσίβλητοι και να μπορούν να αμυνθούν, με συνέπεια να υποστούν βλάβη στα δικαιώματά τους, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Ειδικότερα, δεν προκύπτει αντίφαση καθώς το δικαστήριο σαφώς επισημαίνει και σε λογική ακολουθία με τα προαναφερόμενα περιστατικά ότι δεν αρκεί γενική αναφορά στον χρηματικό κατάλογο περί του ότι η εν λόγω οφειλή αφορά "εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων Τράπεζας Κρήτης".
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας τους οι αναιρεσίβλητοι δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 216/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ