Supreme Court partially allows appeal against lower court's refusal to return bank draft due to breach of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to retain a bank draft as security. The lower court had rejected the claim because the contract was terminated early by the plaintiff, causing the security to lapse. However, the Supreme Court found the lower court ignored the plaintiff's argument that the termination was due to the defendant's bad selection of a store location and improper licensing, which constituted a breach of good faith. Consequently, the case was remitted for further examination regarding the return of the draft.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; If a lower court fails to consider an independent claim regarding a breach of good faith that significantly affects the case outcome, the decision is partially annulled and remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1180/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Βασίλειο Μαρεντάκη, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." και 2) Β. Μ. του Χ. ατομικά, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-5-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι διορθώνει το Α.Φ.Μ. της εταιρείας στο ορθό ...72 από το εσφαλμένο ...60, που αναγράφηκε από παραδρομή στην αίτηση αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) Ξ. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε δε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4548/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2934/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης και η αυτοπροσώπως παρασταθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 556, 558, 566 § 1, 62 εδάφ. α', 73 ΚΠολΔ, 35 ΑΚ και των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για τη διάλυση των νομικών προσώπων προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νόμιμα, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφώμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρεία (απορροφώσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφώσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφώμενης και εξομοιούμενη, ως εκ τούτου, με καθολική διάδοχό της, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, λόγω μη ειδικής αμφισβητήσεως, η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη, ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου, εταιρείας (ΑΠ 763/2016, ΑΠ 904/2010).
Στην παρούσα περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "... ", όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αρ. πρωτ. ...00 και ...747/29-12-2017 ανακοινώσεις για την καταχώρηση στο Γ.Ε.ΜΗ., ήδη συγχωνεύθηκε (μετά την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου μέσου) με απορρόφησή της από την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία και συνεχίζει τη δίκη, ύστερα και από τη σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς του.
ΙΙ. Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising), για την οποία δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 85 ΣΛΕΕ, νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προωθήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις:
α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαιδεύσεώς του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ'όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρεώσεως διαφημίσεως των προϊόντων του συστήματος και της συντηρήσεως των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω συμβάσεως ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ'όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ'όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα.
Όπως συνάγεται από την φύση της συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσεως διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ.
ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πωλήσεως του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πωλήσεως και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ.
Η μη ομαλή εξέλιξη της συμβάσεως αυτής ως διαρκούς ενοχής δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρ. 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρεώσεως (ΑΠ 1043/2015). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1801/2011).
Ειδικότερα, προκειμένου για τη σύμβαση δικαιόχρησης, η παραβίαση της γενικότερης αυτής, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου, συνιστά πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής του από τη σύμβαση.
Περαιτέρω, προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία συμβάσεως δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος αλλά και η παράβαση της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου και τέλος εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, πράγμα που συμβαίνει π.χ.
όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας. Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως υπέρ του καταγγείλαντος.
Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της συμβάσεως (ΑΠ 1043/2015).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των αγωγικού δικογράφου, το οποίο απηύθυναν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά: 1) της δικαιοπαρόχου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και μετά την έναρξη της δίκης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, εκπροσωπούμενη από την παραστάσα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως Ξ.
Μ.), και 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ισχυρίσθηκαν τα εξής: Ότι μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, της οποίας ο δεύτερος ενάγων, Β. Μ., -μετά την είσοδό της στο στάδιο της εκκαθάρισης- τυγχάνει νόμιμος εκκαθαριστής, και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, το πλειοψηφικό πακέτο της οποίας ανήκε στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, καταρτίστηκε η από 26.4.2007 έγγραφη σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην πρώτη ενάγουσα όλη τη γνώση και την τεχνογνωσία, που αφορά στη λειτουργία πρατηρίου ειδών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, εφοδιάζοντας αυτήν παράλληλα με όλα τα απαραίτητα προϊόντα της, η ενάγουσα δε, έχοντας καταβάλει το ποσό των 17.850 ευρώ (τέλος εισόδου), απέκτησε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το όνομα και το σήμα "..." στο κατάστημα, που η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να βρει για λογαριασμό της στην ….
Ότι το κατάστημα (επί της οδού ...), που υποδείχθηκε από την 1η εναγομένη και στη συνέχεια εκμισθώθηκε από την πρώτη ενάγουσα, αποτελούσε ουσιαστικά συνένωση δύο ξεχωριστών ισογείων καταστημάτων μετά των υπογείων και παταριών τους, τα οποία όμως στερούνταν πολεοδομικής άδειας συνένωσης, και ότι οι ενάγοντες υποβλήθηκαν στα αναφερόμενα στην αγωγή έξοδα, προκειμένου να προμηθευτούν τη σχετική άδεια, ώστε να ξεκινήσουν οι εργασίες διαμόρφωσης του καταστήματος, παρότι από την πρώτη εναγομένη είχαν ενημερωθεί ότι το κατάστημα δεν είχε προβλήματα.
Ότι μετά τις εργασίες αυτές το κατάστημα λειτούργησε εν τέλει τον Ιούλιο του 2007. Ότι ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ενάγουσας από τη σύμβαση δικαιόχρησης ήταν να πωλεί εντός του καταστήματος ψωμί, το οποίο προμηθευόταν ως προψημένο από τη δεύτερη εναγομένη και λάμβανε την τελική του μορφή εντός του καταστήματος με τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού (bake off)".
Ότι για τη δραστηριότητα αυτή έπρεπε, τουλάχιστον κατά το χρόνο που συνήφθη η μίσθωση, το κατάστημα να διαθέτει άδεια αρτοποιίας, ενώ η άδεια λειτουργίας του καταστήματος, την έκδοση της οποίας επιμελήθηκαν οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, αφορούσε τη λειτουργία "Πρατηρίου γάλακτος και ειδών ζαχαροπλαστικής - Πρατηρίου άρτου", η οποία όμως κάλυπτε μόνο την πώληση συσκευασμένου άρτου, βουτημάτων, γλυκών, αναψυκτικών και γάλακτος και όχι τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", επιπλέον δε δεν κάλυπτε ούτε την πώληση ασυσκεύαστου ψωμιού, το ψήσιμο και τη διάθεση σφολιατοειδών, την παρασκευή και πώληση σάντουιτς και ροφημάτων, τα οποία υποχρεωτικά από τη σύμβαση δικαιόχρησης η ενάγουσα έπρεπε να διαθέτει, αποτελούσαν δε το 55-65% του συνολικού τζίρου του καταστήματος.
Ότι, σύμφωνα με το ν. 3526/2007 (ΦΕΚ Α 24) για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τη διαδικασία της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", απαιτείται για τα καταστήματα, που εφαρμόζουν αυτή τη διαδικασία, επιφάνεια τουλάχιστον 32 τ.μ. για τον αρτοκλίβανο, την οποία (επιφάνεια) δεν διέθετε το συγκεκριμένο κατάστημα, που επέλεξε η πρώτη εναγομένη για την ενάγουσα, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη δραστηριότητα να είναι απαγορευτική γι' αυτήν.
Ότι η διαμόρφωση του χώρου του καταστήματος από την κατασκευαστική εταιρία "....", η οποία υποδείχθηκε στους ενάγοντες δεσμευτικά από την πρώτη εναγομένη, παρουσίαζε ελλείψεις και κακοτεχνίες, με αποτέλεσμα να μην είναι λειτουργικός ο χώρος, προσθέτως δε δεν συμβάδιζε με τις υγειονομικές διατάξεις, καθώς δεν υπήρχε ξεχωριστός χώρος για τη διάθεση φρέσκου άρτου και τη διάθεση αρτοπαρασκευασμάτων από κατεψυγμένη ζύμη.
Ότι η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να βρίσκονται εκτεθειμένοι σε συνεχείς καταγγελίες και ελέγχους από τις υγειονομικές υπηρεσίες. Ότι εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η πρώτη ενάγουσα με την από 8.12.2009 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - γνωστοποίηση, η οποία κοινοποιήθηκε προς τις εναγόμενες στις 10 και 9.12.2009, αντίστοιχα, προχώρησε στην έκτακτη καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης.
Ότι εξαιτίας της κακόπιστης, καταχρηστικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία, που ειδικώς αναλύουν στην αγωγή τους, καθώς και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατά περιορισμό του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν:
Α) στην πρώτη ενάγουσα: α) το χρηματικό ποσό των 216.812,62 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη συνολική περιουσιακή ζημία που υπέστη, καθώς για τη λειτουργία της επίδικης συμβάσεως υποβλήθηκε σε κατασκευαστικά έξοδα (δαπάνες αγοράς επαγγελματικού εξοπλισμού), έξοδα για την έκδοση πολεοδομικής άδειας συνένωσης, καθώς και λοιπά έξοδα (ενοίκια δύο μηνών που κατέβαλε, για όσο χρονικό διάστημα καθυστέρησε η έναρξη λειτουργίας του καταστήματος), "αέρα" και μεσιτική αμοιβή, ήτοι 188.672,06 + 6.540,56 + 21.600 €), β) το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μείωση της φήμης, του καλού ονόματος και της χρηματοπιστωτικής της ικανότητας λόγω των συνεχών ελέγχων των υγειονομικών υπηρεσιών και της συνακόλουθης ζημιογόνας πορείας του καταστήματος, που οδήγησαν στη σφράγιση αυτού από τις αρμόδιες αρχές, περίπου δυόμισι έτη από την έναρξη της λειτουργίας του, Β) στο δεύτερο ενάγοντα:
α) το ποσό των 64.737,60 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αμοιβές - μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές, που η πρώτη ενάγουσα θα κατέβαλε για την παροχή υπηρεσιών υπεύθυνου καταστήματος για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2007 έως τον Οκτώβριο του 2009, υπηρεσίες τις οποίες ο ίδιος παρείχε από ελευθεριότητα χωρίς να λάβει ουδεμία αμοιβή από τις εναγόμενες, β) το ποσό των 126.128,45 ευρώ και 21.851,75 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει ως νοσήλια για την εισαγωγή του δύο φορές σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, καθώς εξαιτίας των προβλημάτων της επιχείρησης και της κακής οικονομικής της πορείας, υπέστη την 27.4.2009 ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο, εισήχθη δε σε νοσοκομείο, όπου και υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις, γ) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων, των συνεχιζόμενων παρανομιών, που προκαλούσαν τις συνεχείς επισκέψεις των αρχών, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική του αφαίμαξη και τη βλάβη της υγείας του, καθώς υπέστη σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο.
Τα ανωτέρω ποσά οι ενάγοντες αιτήθηκαν με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης καθώς και με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι οι εναγόμενες εν γνώσει τους απέκρυψαν από αυτούς: α) την έλλειψη πολεοδομικής άδειας συνένωσης του μισθίου καταστήματος, β) τη έλλειψη της απαραίτητης κατά το νόμο επιφάνειας για τη λειτουργία τη διαδικασίας της "τελικής έψησης προψημένου ψωμιού", γ) την -εξαιτίας της εκδόσεως ακατάλληλης άδειας λειτουργίας- αδυναμία πώλησης των ειδών, που με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να πωλεί στο κατάστημα, απόκρυψη η οποία συνιστά το αδίκημα της απάτης σε βάρος των εναγόντων, αφού εάν γνώριζαν τα παραπάνω δεν θα είχαν προχωρήσει στη σύναψη της επίδικης σύμβασης και δεν θα είχαν υποστεί τις ως άνω ζημίες.
Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να της αποδώσει το σώμα της, λευκής ως προς την ημερομηνία, υπ' αρ. ...617-1 επιταγής της ..., ποσού 30.000 €, εκδόσεως της ενάγουσας, την οποία η τελευταία παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη προς διασφάλισή της για την ακριβή τήρηση των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως δικαιόχρησης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 4548/2013 οριστική απόφασή του έκρινε μη νόμιμο το αίτημα για την επιδίκαση του ποσού των 216.812,62 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, τόσο ως προς την αποδιδόμενη ενδοσυμβατική και όσο και ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αόριστο το αίτημα για επιδίκαση στην ίδια χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μη νόμιμα τα αιτήματα για καταβολή των ποσών των 64.737,60 ευρώ, 126.128,45 ευρώ και 21.851,75 ευρώ, ως και το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ενώ, τέλος, έκρινε μεν νόμιμο το αίτημα για απόδοση της υπ' αριθμ. ...617-1 επιταγής της ...
στην ενάγουσα, στη συνέχεια όμως απέρριψε το αίτημα αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο. Η έφεση που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες έγινε δεκτή μόνο κατά το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως που έκρινε αόριστο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας, το οποίο όμως, αφού κρίθηκε ορισμένο και νόμιμο, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της εφέσεως ως αβάσιμης.
Ήδη οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των άρθρων 288, 298, 343 ΑΚ, με τον ισχυρισμό ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών το δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημιώσεως, ποσού 216.812,62 €, μη δεχόμενο ότι στη γενικότερη υποχρέωση της δικαιοπαρόχου (franchisor) για ένταξη και διαρκή υποστήριξη της δικαιοδόχου (franchisee), που πηγάζει από την επίμαχη σύμβαση, ορθά ερμηνευόμενη με βάση την αρχή της καλής πίστης, εντάσσεται και η υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία, προκειμένου το κατάστημα που μίσθωσε με υπόδειξή της η πρώτη αναιρεσείουσα και στο οποίο θα χρησιμοποιείτο ως διακριτικός τίτλος το σήμα "...", να λειτουργήσει με το σύστημα "bake off", την οποία υποχρέωση δεν τήρησε αυτή, με συνέπεια να ευθύνεται για τη ζημία που έχει υποστεί η δικαιοδόχος από το οριστικό κλείσιμο του καταστήματος.
Ο λόγος είναι βάσιμος, δεδομένου ότι κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή περιστατικά με τη σύμβαση δικαιόχρησης η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη της ενάγουσας στο σύστημα του franchising ούτως ώστε το κατάστημά της να ανταποκρίνεται στις συνθήκες της αγοράς και να αποτελεί λειτουργικό κρίκο στην επιχειρηματική δραστηριότητα των εναγομένων, και κατά συνέπεια η εκ μέρους τους παραβίαση των υποχρεώσεων τους, που συνάγονται σε κάθε περίπτωση και από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συνιστά πλημμελή εκ μέρους της δικαιοπαρόχου εκπλήρωση της κύριας παροχής από τη σύμβαση και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, εάν δεν είχαν αποσιωπηθεί παρανόμως από τις εναγόμενες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση άδειας λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος, ώστε να λειτουργήσει αυτό σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως, και να διαθέτει προς πώληση, πλήν των άλλων, προϊόντα άρτου με το σύστημα bake off, καθώς και σφολιάτες, καφέδες κ.λπ.
δυνατότητες που δεν παρείχε το συγκεκριμένο κατάστημα λόγω εμβαδού, η πρώτη ενάγουσα δεν θα είχε προβεί στη συγκεκριμένη επένδυση και συνακόλουθα στις απαιτούμενες γι'αυτήν δαπάνες. IV. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ, επί αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει μόνον ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή την παράλειψη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (Ολ.
ΑΠ 18/2004). Έτσι σε περίπτωση που η παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως αποτελεί και αδικοπραξία που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι οι κατ' ιδίαν εταίροι ή μέτοχοι που τυχόν υφίστανται και αυτοί ζημία, αφού αυτοί είναι εμμέσως ζημιωθέντες, εκτός αν η συμπεριφορά του αδικοπρακτούντος, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά και ως προς αυτούς είτε αδικοπραξία είτε αυτοτελή λόγο υποχρεώσεως για αποζημίωση (ΑΠ 1802/2014).
Στην κρινόμενη περίπτωση με τον 5ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο δεύτερος αναιρεσείων, ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της πρώτης αναιρεσείουσας, μέμφεται την εφετειακή απόφαση για παραβίαση των ως άνω διατάξεων, αφού αυτή, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το απορριπτικό της σκέλος που αφορούσε:
α) τα κονδύλια αποζημιώσεώς του 126.128,45 ευρώ και 21.851,75 ευρώ, δηλ. ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτός ως νοσήλια για την εισαγωγή του δύο φορές σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, καθώς, εξαιτίας των προβλημάτων της επιχείρησης και της κακής οικονομικής της πορείας, υπέστη την 27.4.2009 ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο, εισήχθη δε σε νοσοκομείο, όπου και υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις, και β) το κονδύλιο των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ίδιος εξαιτίας της ιστορούμενης στην αγωγή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας ότι τα κονδύλια αυτά δεν περιλαμβάνονται στην αποκαταστατέα ζημία, αφού αυτός δεν είναι αμέσως ζημιωθείς.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, που συνιστά αδικοπραξία, έγινε εις βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας, που υπέστη και τη σχετική ζημία, και όχι εις βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος, τον οποίο θεώρησε ορθώς ως εμμέσως ζημιωθέντα, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις.
V. Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας κατ' ουσία το αγωγικό αίτημα αποδόσεως της τραπεζικής επιταγής, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Η ενάγουσα παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη μία ακόμη επιταγή της ... με αριθμ. ...617-1, ποσού 30.000 ευρώ, η οποία ήταν λευκή ως προς την ημερομηνία έκδοσης και σύμφωνα με τον όρο 4.12 της σύμβασης δόθηκε για την ακριβή εκ μέρους της ενάγουσας τήρηση των όρων του προαναφερθέντος συμφωνητικού με τη ρητή συμφωνία ότι είτε θα συμπληρωθεί από την πρώτη εναγομένη και θα εμφανιστεί στην πληρώτρια τράπεζα σε περίπτωση που ανακύψει οποιαδήποτε αξίωση της πρώτης εναγομένης κατά της ενάγουσας, είτε ότι θα επιστραφεί στην ενάγουσα κατά τη λήξη της σύμβασης, εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι της σύμβασης και δεν έχει συντρέξει περίπτωση κατάπτωσης του ποσού της επιταγής.
Επίσης, με τον ίδιο ως άνω όρο 4.12 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πρόωρη, από την πλευρά της ενάγουσας, καταγγελία της σύμβασης συνεπάγεται την κατάπτωση της άνω εγγυητικής επιταγής υπέρ της πρώτης εναγομένης. Η σύμβαση δικαιόχρησης λειτούργησε για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών, οπότε η ενάγουσα με την από 8.12.2009 εξώδικη καταγγελία - δήλωση -γνωστοποίησή της προς αμφότερες τις εναγόμενες, που κοινοποιήθηκε σε αυτές την 9.12.2009, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης, επικαλούμενη λόγους αναγόμενους στη συνεχή κακή πορεία της επιχείρησης, η οποία προκλήθηκε από την επιλογή καταστήματος ακατάλληλου για την άσκηση της σχετικής επιχείρησης σε αυτό και από την έκδοση ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν ήδη, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πρόωρα από την ενάγουσα με καταγγελία, η επιταγή που δόθηκε ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και πιστής τήρησης των όρων του συμφωνητικού κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού δικαιόχρησης θα κατέπιπτε υπέρ της πρώτης εναγομένης". Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αιτήματός της για απόδοση της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, κρίνοντας ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη την παρακρατεί με νόμιμη αιτία, εφόσον αυτή είχε δοθεί ως εγγύηση και, σύμφωνα με σχετικό όρο της μεταξύ τους συμβάσεως, η εγγύηση αυτή είχε καταπέσει λόγω πρόωρης -εκ μέρους της αναιρεσείουσας- καταγγελίας.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της πρώτης ενάγουσας, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως franchising έγινε για σπουδαίο λόγο, και ειδικότερα λόγω της συνεχούς κακής πορείας της επιχειρήσεως, η οποία προκλήθηκε από την με υπόδειξη της αναιρεσίβλητης επιλογή καταστήματος ακατάλληλου για την άσκησή της σε αυτό και από την έκδοση ακατάλληλης άδειας για τη λειτουργία του καταστήματος, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση, οπότε και κατ'εκτίμηση των αναφερομένων στην αγωγή, που επαναφέρθηκαν με λόγο εφέσεως, η παρακράτηση της επιταγής συνιστά υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προβαλλόμενη απόφαση για την παραβίαση της διατάξεως αυτής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου κατά το οικείο μέρος αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση αυτή, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των τρίτου και τετάρτου λόγων και του δευτέρου κατά τα λοιπά μέρη, που αφορούν τα αυτά κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν οι ηττηθείσες αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2934/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ