1180/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1180/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ.Πολ.Δ.. Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 εδάφ.
Full text
Απόφαση 1180 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1180/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καντιδενό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δήλωσε με τις προτάσεις του ότι διορθώνει το όνομα του αναιρεσείοντος στο ορθό "Π1." από το εσφαλμένο "Π2." που αναγράφεται εκ παραδρομής στην αίτηση αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 2)Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (με αριθμό κατάθεσης 11/2001) και την από 31/7/2001 (με αριθμό κατάθεσης 13/2001) ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση μετ' αγωγής αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σύμης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 316/2005, 258/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 79/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/7/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/2/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή νομίμως με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, διορθώνεται το όνομά του από το εσφαλμένο "Π2." στο ορθό "Π1.", δεδομένου ότι από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή, που οφείλεται σε γραφική παραδρομή δε δημιουργείται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού του διαδίκου, ούτε βλάβη στους αναιρεσιβλήτους.
Κ.Πολ.Δ.. Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 εδάφ.
α' ΚΠολΔ. συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής. Τα στοιχεία αυτά, πλην της νομής ή κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, απαιτούνται και για την πληρότητα της αναγνωριστικής κυριότητος ακινήτου αγωγής.
Αν η τέτοια αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως, αρκεί για να είναι ορισμένη η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής, ανάμεσα σ' αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχο του, συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της. Έτσι, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής.
Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ., να καθορίσει με την προσθήκη στις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους.
Τέτοιες πράξεις νομής αποτελούν, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη και η εμφανής στους περιοίκους επίσκεψη του ακινήτου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σύμης, εξέθετε, ότι με το ...1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της τότε συμβολαιογράφου ..........
που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου, το οποίο περιήλθε στις άμεσες δικαιοπάροχους του πωλήτριες το ίδιο έτος με το αναφερόμενο σ' αυτήν συμβόλαιο που έχει μεταγραφεί νόμιμα, δυνάμει δωρεάς από τον απώτερο δικαιοπάροχο του, ο οποίος το είχε αποκτήσει λόγω άτυπης μεταβίβασης προς ιδιαιτέρα επαγγελματική και οικογενειακή αποκατάσταση από τον πατέρα του το έτος 1976 και από τότε το είχε στη συνεχή και αδιακώλυτη νομή και κατοχή του και έτσι έγινε κύριος (ο απώτερος δικαιοπάροχος) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ότι από τότε που ο αναιρεσείων απέκτησε το ως άνω ακίνητο ασκεί επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες, στη φύση του πράξεις νομής, ως οικοπέδου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, περίφραξη. Ότι τον Ιούνιο του 1998 ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, κατ' εντολή του δεύτερου, ο οποίος έχει την ψιλή κυριότητα του ομόρου, δυτικά του επίδικου ακινήτου, κατέστρεψε, χωρίς να έχει δικαίωμα την ως άνω περίφραξη, αμφισβητώντας έτσι την κυριότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος επ' αυτού.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής του ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του επίδικου ακινήτου. Το Ειρηνοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, επί της εφέσεως δε που άσκησαν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, έκρινε ότι το Ειρηνοδικείο δεν είχε υλική αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε αυτήν ενώπιόν του, ως καθ' ύλην αρμοδίου δικαστηρίου.
Ακολούθως εισήχθη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο με κλήση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος η υπόθεση, το οποίο, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο πλέον, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι έφεση, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν το Εφετείο και με την προσβαλλομένη απόφασή του εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως αόριστη την αγωγή.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως καθ' ύλην αρμοδίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπόθεσης, (άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης της αγωγής αμφισβήτησαν την κυριότητα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο.
Ενόψει της αμφισβήτησης αυτής ο ενάγων, με την από 12-2-2007 προσθήκη των από 8-2-2007 προτάσεων του της πρώτης συζήτησης της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 1-3-2007, παραδεκτά συμπλήρωσε την αγωγή, επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας δηλαδή έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εκθέτοντας ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικά στην αδελφή του απώτατου δικαιοπαρόχου του Γ.
Β., η οποία το μεταβίβασε ατύπως στον ως άνω αδελφό της παραδίδοντας συνάμα και τη νομή του, ότι αυτός το έτος 1976 μεταβίβασε το επίδικο ατύπως, προς ιδιαιτέρα επαγγελματική και οικογενειακή αποκατάσταση στο γιό του και απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ν. Β., παραδίδοντας συνάμα και τη νομή του, οπότε ο τελευταίος άρχισε να νέμεται και να κατέχει έκτοτε το επίδικο με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις, ήτοι επίβλεψη, φροντίδα και συνεχή εποπτεία από κίνδυνο σφετερισμού του από τρίτους μέχρι και το έτος 1997, που μεταβίβασε την κυριότητα τούτου λόγω δωρεάς στις άμεσες παραπάνω δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, πωλήτριες και επομένως, αφού νεμήθηκε το επίδικο για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι, ενόψει της ως άνω ρητής αναφοράς των συγκεκριμένων πράξεων νομής του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας (1976-1997) είναι πρόδηλο ότι αυτός επικαλέστηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός του είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή, με βάση την, κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κατέστη, με την ως άνω παραδεκτή συμπλήρωση της, πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι, παρά την αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, στο επίδικο ακίνητο ο τελευταίος παρέλειψε να συμπληρώσει αυτήν ως προς τον επικαλούμενο καθ' υποφορά στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας αυτού από τον απώτερο δικαιοπάροχό του, της έκτακτης χρησικτησίας, με την αναφορά διακατοχικών πράξεων τούτου στις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, με τις οποίες μόνον ήταν παραδεκτή η συμπλήρωση αυτής και ότι η αναφορά των διακατοχικών πράξεων των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στην προσθήκη των προτάσεων του της πρώτης συζήτησης είναι ανεπίτρεπτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 79/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ