Legislator Case Law & Legislation
1180/2011 AI generated

1180/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1180/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1180/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1180 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1180/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Λ. του Δ. και 2. Μ. Λ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 9-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.

Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και επί αναψηλαφήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 551ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, που δίκασε την από 17-12-2007 αναψηλάφηση κατά της 44/2008 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Λευκάδας), το οποίο είχε δικάσει ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ως άνω αναψηλάφηση των ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου: "Το πρώτο κρίσιμο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες είναι η υπ' αριθμ.

…/28-2-1969 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Κ. Σ. Π. και Β. Ν. Γ. ληφθείσα ενώπιον του τότε Ειρηνοδίκη Λευκάδας Στέφανου Γουλή, η οποία όμως αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο και όχι έγγραφο για να θεμελιώσει λόγο αναψηλάφησης σε κάθε δε περίπτωση η εν λόγω βεβαίωση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο μόνο ως δικαστικό τεκμήριο, αφού λήφθηκε χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους με συνέπεια να μην αποτελεί αυτή κρίσιμο έγγραφο για πλήρη απόδειξη.

Επίσης το δεύτερο και το έκτο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες, ήτοι το υπ' αριθμ. …/19-2-1969 πιστοποιητικό και η από 12-9-1962 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Νομού Λευκάδας περί ιδιοκτησίας επί ακινήτων, δεν αποτελούν έγγραφα με αποδεικτική δύναμη, εφόσον ο Πρόεδρος της Κοινότητας είναι αναρμόδιος να βεβαιώσει για την περιουσιακή κατάσταση των κατοίκων της περιοχής του, επιπλέον δε τα έγγραφα αυτά αποτελούν βεβαιώσεις τρίτου, οι οποίες εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως εκ τούτου κατά τα προλεχθέντα στη μείζονα σκέψη η μη έγκαιρη προσκομιδή τους από τους αιτούντες στο Δικαστήριο δεν θεμελιώνει λόγο αναψηλαφήσεως.

Το τρίτο και τέταρτο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες είναι το από 27-2-1969 πιστοποιητικό και η από 5-3-1969 περίληψη εγγραφής υποθήκης του Υποθηκοφύλακα Λευκάδας, τα οποία αποτελούν έγγραφα πιστοποίησης υποθηκών και κατασχέσεων επί ακινήτων καταχωρημένων στα δημόσια βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας, στα οποία έχουν ευχερή πρόσβαση όλοι οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι αιτούντες, η δε επικαλούμενη άγνοια της ύπαρξης των εγγράφων αυτών από τους αιτούντες δεν συνιστά ανώτερη βία, διότι οι τελευταίοι με επιμελή έρευνα θα μπορούσαν να πληροφορηθούν την ύπαρξη αυτών και να λάβουν αντίγραφα για την έγκαιρη προσαγωγή τους στο Δικαστήριο.

Αναφορικά με το πέμπτο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες δηλαδή την από 12-9-1962 υπεύθυνη δήλωση της Σ. Λ., αυτό αποτελεί ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο το οποίο όμως θα μπορούσε να χρησιμεύσει στο Δικαστήριο ως μαρτυρία τρίτου, χωρίς ωστόσο να αποτελεί κρίσιμο έγγραφο για πλήρη απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού.

Τέλος, η επίκληση του εβδόμου εγγράφου, ήτοι του υπ' αριθμ. .../1-10-1962 χρεολυτικού ενυπόθηκου δανείου μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της δικαιοπαρόχου των αιτούντων Σ. Λ. και της συνοδεύουσας αυτό από 1-10-1962 περίληψης μεταγραφής του, δεν δύναται να οδηγήσει σε παραδοχή της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, αφού δεν προκύπτει η ύπαρξη ανώτερης βίας η οποία εμπόδισε τους αιτούντες να το προσκομίσουν στο Δικαστήριο, καθόσον το εν λόγω έγγραφο αφενός μεν έχει καταχωρηθεί στα δημόσια βιβλία υποθηκών της περιφέρειας του Δήμου και Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας, αφετέρου δε οι αιτούντες μπορούσαν με επιμελή έρευνα να πληροφορηθούν την ύπαρξή του και να λάβουν αντίγραφο για την έγκαιρη προσαγωγή του, αφού αυτό αφορά σύμβαση της δικαιοπαρόχου μητέρας τους Σ.

Λ., η οποία ήταν διάδικος στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη". Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την αναψηλάφηση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 (και όχι, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο από το άρθρο 559 αριθ. 1) ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν τις ως άνω παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, προβάλλουν την αιτίαση, ότι με βάση τις παραδοχές αυτές, παραβιάστηκε η προαναφερθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 544 αρ.7 ΚΠολΔ).

Η αιτίαση αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε, ανελέγκτως, α) ότι εκ των πιο πάνω εγγράφων, η …/1969 ένορκη βεβαίωση, το …/1969 πιστοποιητικό, η από 12.9.1962 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Κατούνας, καθώς και η από 12.9.1962 υπεύθυνη δήλωση της Σ.

Λ., δεν αποτελούν κρίσιμα έγγραφα, με την έννοια που προαναφέρθηκε και β) ότι την ύπαρξη των εγγράφων, ήτοι του .../1962 δανειστικού χρεωλυτικού ενυπόθηκου δανείου μεταξύ της Σ. Λ. και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τον από 27-2-1969 πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακος Λευκάδος και της από 5-3-1969 περίληψης εγγραφής υποθήκης, μπορούσαν οι αναιρεσείοντες με επιμελή έρευνα, να πληροφορηθούν, να προσκομίσουν δε τα εν λόγω έγγραφα στο Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε και επί της αναψηλαφήσεως, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριμένα: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ1 ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην ίδια ως άνω απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Οι επικαλούμενες και με τους δύο ως άνω λόγους πλημμέλειες, δεν θεμελιώνουν κανένα λόγο αναιρέσεως από τους ανωτέρω περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και, συνεπώς, είναι απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.9.2008 αίτηση του Π. Δ. Λ. και του Μ. Δ. Λ., για αναίρεση της 44/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ