Supreme Court dismisses appeal on ownership acquisition via usucapion due to insufficient evidence and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence proving the defendant did not exercise dominion over the property, citing a prior ruling declaring similar transfers void. The court rejected this claim, finding the appellate court had properly evaluated all submitted documents and that the appellant's arguments suffered from procedural improprieties and lack of specificity regarding the evidentiary record.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1045, 974, 1051 A.K.; Art. 559(11)(c) C.P.D.: Usucapion requires twenty years of possession with intent of ownership, and an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it weighed all documents and the appellant fails to specify how the evidence was invoked during the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1180/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Φράγκο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "KANTINT ΙΝBΕΣΤΜΕΝΤΣ ΚΟΡΠΟΡΕΪΣΟΝ" (CANDIDE INVESTMENTS CORPORATION) που εδρεύει στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-11-1995 και 8-4-1996 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3530/1997 μη οριστική 1558/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8178/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τις αντίθετες ένδικες αναγνωριστικές της κυριότητας ακινήτου αγωγές των διαδίκων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία, που μεταγράφηκε νόμιμα, η υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε", που είχε έδρα τον ..., μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στην ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρεία, μεταξύ άλλων ακινήτων, που βρίσκονται στη νήσο ...
των Κυκλάδων, και το επίδικο ακίνητο, μετά του δικαιώματος δουλείας διόδου επί της οδού πλάτους 2 μέτρων, ήτοι έναν αγρό, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 1092 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρησή του 1.167,22 τ.μ., με τους επ' αυτού δύο ερειπωμένους οικίσκους, επιφανείας 83 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Λιμένος ... (...) του τέως Δήμου ...
και ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... και ο οποίος συνορεύει γύρω-γύρω με ιδιοκτησία Φ1 και Φ3 συζ. Φ4, ήδη ενάγοντος-εναγομένου. Ο αγρός αυτός, που απεικονίζεται στο από μηνός Μαίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ1 με αριθμούς 1-2-3-4-1, βρίσκεται εκτός σχεδίου και είναι μη άρτιος και οικοδομήσιμος, σύμφωνα με την συνημμένη στο συμβόλαιο αυτό βεβαίωση του πιο πάνω μηχανικού.
Με το ίδιο συμβόλαιο η ανωτέρω πωλήτρια εταιρεία μεταβίβασε στην ενάγουσα και άλλα τρία αγροτεμάχια, που βρίσκονται ανατολικά του επιδίκου στην ευρύτερη περιοχή του Λιμένα ..., τα οποία η πωλήτρια είχε αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Πρωτοπαππά, που έχει μεταγράφηκε νόμιμα κατόπιν εισφοράς τους από το ιδρυτικό μέλος αυτής, την εταιρεία με την επωνυμία "Aνώνυμος Ναυτική και Εμπορική Εταιρεία Ε".
Στην τελευταία είχε περιέλθει το επίδικο με αγορά, δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κέας Νικ. Γιαβρούδη, οι πωλήτριες Φ1 συζ. Φ2 και Φ3 συζ. Φ4, αμφότερες το γένος .... Στο επίδικο ακίνητο οι προαναφερόμενες δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και στη συνέχεια εκείνη ασκούσαν αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που συνίσταντο σε επίβλεψη, οριοθέτηση, ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων στη μείζονα ακίνητη περιουσία τους την εκετεινόμενη ανατολικά μετά το ...
περιοχή του Λιμένος ..., και ειδικότερα από το έτος 1922 μέχρι το έτος 1938 η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας "Ανώνυμος Ναυτική και Εμπορική Εταιρεία Ε", στη συνέχεια από το έτος 1938 η άμεση δικαιοπάροχος αυτής "Aνώνυμος Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε" μέχρι της κατά το έτος 1988 μεταβίβασής του στην ενάγουσα και ακολούθως η τελευταία από της κατά τα ανωτέρω κτήσεως του επιδίκου μέχρι την άσκηση της αγωγής της.
Έτσι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο αγοράς, που μεταγράφηκε νόμιμα), όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό η ίδια, μαζί με τις ως άνω δικαιοπαρόχους της, με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ειδικότερα οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, οι οποίες εμπορεύονταν γαιάνθρακες, χρησιμοποιούσαν το επίδικο ακίνητο και τους επ' αυτού δύο οικίσκους, ενόψει της θέσεώς του, αφού βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του λοφίσκου της χερσονήσου, η οποία οδηγεί στο φάρο του ..., ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της, ως σηματορείο και σηματογράφο, αντίστοιχα, για τα εισερχόμενα στο Λιμάνι της ...
και εξερχόμενα από αυτό πλοία, τα οποία έπλεαν προς τις εγκαταστάσεις της στη θέση "..." για τον εφοδιασμό τους με κάρβουνο. Από τους πιο πάνω δύο οικίσκους ο ένας αποτελούσε κατάλυμα για τους μόνιμους εργάτες-σηματορούς, οι οποίοι λάμβαναν τα σχετικά σήματα καθοδήγησης των πλοίων, και ο άλλος οικίσκος χρησιμοποιείτο για την αποθήκευση και αρχειοθέτηση των σχετικών σημάτων, ήταν δε γνωστή η χρήση τους σε όλους τους μόνιμους κατοίκους της ..., καθώς και ότι το επίδικο αποτελούσε ιδιοκτησία των παραπάνω εταιρειών.
Από τις αρχές, όμως, της δεκαετίας του 1940 η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας ("Ανώνυμος Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε"), έπαψε να ασκεί την πιο πάνω εμπορική της δραστηριότητα, της προμήθειας των πλοίων με γαιάνθρακες, με συνέπεια, εξαιτίας της παρόδου του χρόνου και της έλλειψης συντήρησής τους, οι ανωτέρω οικίσκοι να ερειπωθούν.
Όμως, τόσο το επίδικο ακίνητο, όσο και τα υπόλοιπα ακίνητά της με τις εγκαταστάσεις τους στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες βρίσκονται στις ειδικότερες θέσεις "...", φυλάσσονταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τους φύλακες που κατά καιρούς η εταιρεία αυτή προσλάμβανε από μόνιμους κατοίκους του νησιού, όπως από τους Β1,Β2,Β3 και Ζ1.
Στη συνέχεια η ενάγουσα, αφότου αγόρασε τα ακίνητα, η ενάγουσα προσέλαβε ως φύλακα της ευρύτερης ακίνητης περιουσίας της και των εγκαταστάσεών της σ' αυτήν, τον ..., μετά τη συνταξιοδότησή του ως ναυτικού και συγκεκριμένα για το διάστημα από το έτος 1988 μέχρι το έτος 1992, μετά δε το έτος αυτό προσέλαβε ως φύλακα το γιό του τελευταίου ....
Οι δύο τελευταίοι προσλήφθηκαν από τον τότε εκπρόσωπο της ενάγουσας ..., ο οποίος διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία στο νησί της .... Ακόμη η ενάγουσα από της κτήσεως των ακινήτων προέβη σε εμβαδομετρήσεις και αποτυπώσεις τους, με σχεδια-γράμματα για το επίδικο και την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της, που εκπονήθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό Μ8με συνεχείς επισκέψεις του στα ακίνητα, προκειμένου η ενάγουσα να προβεί στη συνέχεια σε αξιοποίησή τους, ενόψει της τουριστικής ανάπτυξης της νήσου ..., και ειδικότερα των ακινήτων που απέκτησε με το προαναφερόμενο ...
συμβόλαιο. Τα ακίνητα δε αυτά επικοινωνούσαν με το επίδικο με λιθόστρωτη διάβαση πλάτους 2 περίπου μέτρων, την οποία είχε κατασκευάσει η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, την οποία ρητά είχαν προβλέψει στο συμβόλαιο οι αρχικές ιδιοκτήτριες Φ1 και Φ3 επί του μείζονος ακινήτου τους, το οποίο συνορεύει με το επίδικο και από τις τρεις πλευρές του.
Το μείζον αυτό ακίνητο έχει περιέλθει πλέον στον εναγόμενο-ενάγοντα. Εξάλλου, η ιδιοκτησία της ενάγουσας οριοθετείται από τη μείζονα όμορη ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων της στις τέσσερις γωνίες της με λιθόκτιστο τοιχίο, σε ορθή γωνία, πλάτους 0,50 μ., ύψους 0,60 μ. και μήκους ενός μέτρου η κάθε πλευρά. Τα τρία από τα εν λόγω τοιχία διασώζονταν μέχρι προσφάτως, ενώ το τέταρτο στο Β.Δ.
άκρο του έχει καταρρεύσει, μαζί με ένα τμήμα του επιδίκου, λόγω κατολίσθησης προς τη θάλασσα, με την οποία συνορεύει από τη βόρεια πλευρά του. Έτσι, σύμφωνα με τη νέα καταμέτρησή του από τον διορισθέντα πραγματο-γνώμονα, η συνολική επιφάνεια του επιδίκου, το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ, ανέρχεται σε 1.167,22 τ.μ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική έκταση του επιδίκου ακινήτου ήταν 1.200 τ.μ., και, όπως αυτή περιγράφεται στα προαναφερόμενα ... συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, έχει πλάτος τριάντα μέτρα και μήκος σαράντα μέτρα, συμπεριλαμβανομένου και του χώρου του οικίσκου. Σύμφωνα δε με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα ως πραγματο-γνώμονα πολιτικού μηχανικού Μ2, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται ολόκληρο στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της ενάγουσας, καθώς και στα ... συμβόλαια, που αποτελούν τους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων της, αλλά και στα υπ' αριθμ. ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κέας Ν. Γιαβρούδη, τα οποία αποτελούσαν τους τίτλους κτήσεως του μείζονος ακινήτου των αρχικών ιδιοκτητριών Φ1 συζ Φ2 και Φ3 συζ.
Φ4, από το οποίο πώλησαν το επίδικο ακίνητο. Επισημαίνεται ότι στο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της ενάγουσας, αναφέρεται ότι τα πωλούμενα ακίνητα περιήλθαν στην πωλήτρια (ανώνυμη εταιρία "Ανώνυμος Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε") με το υπ' αριθμ.... καταστατικό συμβόλαιο, ενώ το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 1092 τ.μ.
κατά τον τίτλο, περιήλθε σ' αυτήν με τον ίδιο τίτλο σε συνδυασμό με τα υπ' αριθμ. ... συμβόλαια του ως άνω συμβολαιογράφου Κέας Νικ. Γιαβρούδη, δεδομένου ότι στο πιο πάνω καταστατικό συμβόλαιο δεν γινόταν ιδιαίτερη μνεία του επιδίκου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μητέρα του ενάγοντος-εναγομένου ... συζ. Ζ2, με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μαρίας-Θηρεσίας Σινογιώργου, σε συνδυασμό με την 900/17-10-1990 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον ενάγοντα-εναγόμενο ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο), συνολικής έκτασης 31.000 τ.μ., μετά των επ' αυτού υπαρχόντων παλαιών ερειπωμένων και κατεδαφιστέων κτισμάτων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας ...
και συνορεύει βόρεια-ανατολικά με ιδιοκτησία ενάγουσας-εναγομένης, ανατολικά και δυτικά με θάλασσα και νότια νοτιοδυτικά με περιοχή ..., όπως το ακίνητο αυτό απεικονίζεται στο προσαρτημένο στο άνω διορθωτικό συμβόλαιο από μηνός Φεβρουαρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ3 με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΑ.
Η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, ως τίτλο κτήσης του παραπάνω ακινήτου που μεταβίβασε σ' αυτόν, ανέφερε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κέας Ιωάννη Πετρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο που περιήλθε στην τελευταία, με αγορά από τον Κ, περιγράφεται ως εξής "έχει έκταση περίπου τεσσάρων εξαγίων ή όσης έκτασης είναι μη δυναμένης να προσδιορισθεί επακριβώς λόγω του ανωμάλου και πετρώδους εδάφους αρχόμενου από του μέσου του άξονος ..., ένθα ευρίσκεται οικία της εταιρείας Ε επονομαζομένη του ...
και καταλήγων μέχρι του φάρου του ... κατ' αμφοτέρας τας πλευράς του ακροατηρίου από ... συνορεύοντα γύρωθεν με ακίνητα της εταιρείας Ε και κατά τας τρείς πλευράς αυτού με την θάλασσαν, πλην του εν τω αγρώ τούτω ευρισκομένου οικίσκου μετά της έξωθεν περιοχής αυτού του άλλοτε χρησιμοποιουμένου ως σηματοφορικού σταθμού ανήκοντος κατά κυριότητα και κατοχήν εις την εταιρείαν Ε".
Στο ίδιο δε συμβόλαιο αναφέρεται περαιτέρω ότι "ο πωλητής τον αγρόν τούτον ως εστί και ευρίσκεται μεθ' όλων των εν αυτώ εμπεριεχομένων, πλην του εν αυτώ οικίσκου μετά της έξωθεν αυτού περιοχής χωριζομένης δι' οροθεσίας από του όλου αγρού του χρησιμοποιουμένου ως σηματοφορικού σταθμού παρά της εταιρείας Ε και άνευ ουδεμίας ετέρας εξαιρέσεως πωλεί....
προς την αγοράστριαν". Αλλά και στο υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέας Ιωάννη Πετρίδη, που μνημονεύεται στο παραπάνω συμβόλαιο αγοράς ως τίτλος κτήσης του απωτέρου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Κ από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου Φ1 (προικοδότρια), το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν περιγράφεται με τον ίδιο ως άνω τρόπο και εξαιρέθηκε ρητά από το μεταβιβαζόμενο ως προίκα ακίνητο το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα που χρησιμοποιείται ως σηματοφορικός σταθμός και ανήκει στην εταιρεία Ε, το οποίο και ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο.
Από τις προαναφερόμενες περιγραφές των τίτλων των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος προκύπτει με σαφήνεια ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εξαιρέθηκε από τις γενόμενες πιο πάνω μεταβιβάσεις, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας, ο οποίος και αποφαίνεται ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα ...
συμβόλαια. Κατά συνέπεια ο ενάγων που ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε το εν λόγω ακίνητο με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής, δεν κατέστη κύριος αυτού με τον εν λόγω παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησε από μη κύριο, δεδομένου ότι και η δικαιοπάροχος μητέρα του δεν ήταν κυρία του επιδίκου. Άλλωστε στο ίδιο συμβόλαιο δεν αναφέρεται ότι αυτή απέκτησε το ανωτέρω μεταβιβαζόμενο ακίνητο με άλλο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου ούτε με τακτική χρησικτησία, αφού η σαφής, κατά τα ανωτέρω, εξαίρεση του επιδίκου από τη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου προς την άμεση δικαιοπάροχό του από τον Κ, αποκλείει την ύπαρξη στο πρόσωπό της του απαιτούμενου στοιχείου της καλής πίστης, ενώ από τότε που έγινε η μεταβίβαση προς αυτόν (ενάγοντα) προς αυτόν (ενάγοντα) του μείζονος ακινήτου (έτος 1190) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν παρήλθε η απαιτούμενη δεκαετία.
Επομένως τόσο η βάση της αγωγής, η στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο, όσο και η βάση αυτής περί κτήσεως της κυριότητας από τον ενάγοντα με τακτική χρησικτησία κρίνονται αβάσιμες. Περαιτέρω και η βάση της αγωγής του, η στηριζόμενη στον ισχυρισμό ότι έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας του, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα για τη θεμελίωση αυτής της αγωγικής βάσης ο ενάγων ισχυρίσθηκε, ότι από το έτος 1946 έως το 1951 το μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, το κατείχε, για λογαριασμό της συζύγου του Ζ3, ο πατέρας του Ζ2, ο οποίος σταύλιζε τα ζώα του στους οικίσκους, ότι από το έτος 1951 έως το 1989 νοίκιαζε το όλο κτήμα ο ..., που επίσης σταύλιζε τα ζώα του στους οικίσκους, ότι από το έτος 1989 έως τον Οκτώβριο του 1990 η μητέρα του εκμίσθωσε το ακίνητο στον Ζ1, ο οποίος και σταύλιζε τα ζώα του στους οικίσκους, ότι το μείζον ακίνητο ήταν περίκλειστο και μέσω αυτού περνούσαν μόνο οι φαροφύλακες κατόπιν αδείας της μητέρας του, καθώς και ότι από το έτος 1986 με την προοπτική της μελλοντικής μεταβίβασης του μείζονος ακινήτου στον ίδιο, αυτός το επισκεπτόταν, ανέθετε την εκπόνηση μελετών στον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ4 για την αξιοποίησή του, την αναπαλαίωση των οικίσκων, την έκδοση σχετικών αδειών από την πολεοδομία, την αρχαιολογική υπηρεσία και τη δασική υπηρεσία και τέλος ότι ανέθεσε τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος στον Μ7 και τον Οκτώβριο του 1990 άρχισε να επισκευάζει το δρόμο που οδηγεί από τον άνω ...
στα παλιά κτίσματα. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του αυτών εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή η Χρ. Τίγκα, δικηγόρος, πρώτη εξαδέλφη του και η Κ1, συνταξιούχος υπάλληλος της Δ.Ο.Υ., οι οποίες επιβεβαίωσαν τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, όπως και οι μάρτυρες ..., (πατέρας του ενάγοντος) και ..., κατά τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους, οι οποίες εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Ωστόσο, οι καταθέσεις των ανωτέρω, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι οι τέσσερις εξ αυτών είναι συγγενείς του ενάγοντος, δεν κρίνονται πειστικές. Άλλωστε, οι καταθέσεις αυτές αναιρούνται κατά τα κύρια σημεία τους από τις πειστικές και αντίθετες κατά το περιεχόμενό τους ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ..., πολιτικού μηχανικού και Μ5, φύλακα στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας στο λιμάνι ..., αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις των ...., που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Επιπλέον οι καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ενισχύονται και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα έγγραφα, δηλαδή το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης και την επισκόπηση των ενσωματωμένων σ' αυτήν φωτογραφιών της ευρύτερης περιοχής του λοφίσκου στη θέση " ...", όπου βρίσκονται το μείζον ακίνητο του ενάγοντος και το επίδικο, την από του μηνός Ιανουαρίου 2006 έκθεση Φωτοερμηνευτικής έρευνας των τεσσάρων φωτοζευγών αεροφωτογραφιών, που λήφθηκαν από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού και το ΥΠΕΧΩΔΕ, ετών λήψης ετών λήψης 1960, 1978, 1984 και 1992, την οποία σύνταξε ο τοπογράφος Μ6 και τα τοπογραφικά διαγράμματα (ΓΥΣ) με αριθμούς ..., που αφορούν την ευρύτερη περιοχή του επιδίκου και το ίδιο το επίδικο.
Ενισχύονται ακόμη οι καταθέσεις αυτές και από την επισκόπηση των φωτοαντιγράφων των έγχρωμων φωτογραφιών της ίδιας περιοχής, οι οποίες έχουν ληφθεί πρόσφατα κατά το χρόνο της αντιδικίας και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε. Στις φωτογραφίες αυτές αποτυπώνεται η χαμηλή βλάστηση και σε κάποια σημεία της περιοχής η θαμνώδης βλάστηση, τα ερειπωμένα σημεία της σταθερής οριοθέτησης του επιδίκου από το ακίνητο του ενάγοντος και οι ερειπωμένοι και ημιτελείς στην αναπαλαίωσή τους οικίσκοι από τις πρόσφατες επεμβάσεις του τελευταίου, καθώς και ο ημιτελής, και σε διαφορετική πλέον χάραξη, πλακόστρωτος δρόμος που οδηγεί από το λαιμό της χερσονήσου στους επίδικους οικίσκους, ο οποίος εξυπηρετούσε την επικοινωνία των ακινήτων της ενάγουσας με τις μόνιμες εγκαταστάσεις τους στα ανατολικώς κείμενα ακίνητά της που αγόρασε με το ίδιο προαναφερόμενο ...
συμβόλαιο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι οι επί του επιδίκου οικίσκοι που, όπως προεκτέθηκε, χρησιμοποιούνταν από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας εταιρίας ως σηματορεία προπολεμικά, χρησιμοποιήθηκαν από τους προαναφερθέντες βοηθούς νομής της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ως σταύλοι, καθόσον, εξαιτίας της πολυετούς αχρησίας τους κατά τη δεκαετία 1949-1950, η στέγη τους είχε καταρρεύσει και δεν προσφέρονταν για τέτοια χρήση.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι περί τις αρχές του έτους 1987, ο ενάγων ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Μ7 τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος και στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση για την έκδοση πολεοδομικής άδειας αναπαλαίωσης των επιδίκων οικίσκων και για τη σχετική έγκριση από την αρχαιολογική υπηρεσία. Στη συνέχεια, αφού εκδόθηκαν οι σχετικές άδειες το Νοέμβριο του 1991, επωφελούμενος της σχετικής απομόνωσης του νησιού λόγω του επερχόμενου χειμώνα, κατέλαβε αυθαίρετα το επίδικο και άρχισε να επισκευάζει τους δύο οικίσκους, για τη μεταφορά δε των οικοδομικών υλικών δημιούργησε δρόμο πλάτους 4 μέτρων περίπου ανάμεσα στην ιδιοκτησία της αντιδίκου του με νέα χάραξη σε σχέση με τον προϋπάρχοντα λιθόστρωτο δρόμο, που είχε κατασκευάσει η απώτερη δικαιοπάροχός της ενάγουσας, ο οποίος οδηγούσε από το επίδικο στην υπόλοιπη ιδιοκτησία της, τον οποίο και ανέσκαψε.
Κατόπιν ενεργειών των οργάνων της ενάγουσας έγινε διακοπή των εργασιών, τις οποίες ο ενάγων είχε αρχίσει να εκτελεί αυθαίρετα στο επίδικο ο ενάγων-εναγόμενος και με το ... έγγραφο της Α' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ανεστάλησαν οι προαναφερόμενες εργασίες. Ακολούθως η ενάγουσα με αίτησή της προς το Ειρηνοδικείο Λαυρίου ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της νομής της στο επίδικο ακίνητο και εκδόθηκε η 58/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου αυτού, που απέρριψε την αίτησή της, κρίνοντας ότι η αξίωσή της είχε υποπέσει στην ετήσια παραγραφή.
Κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου άσκησε έφεση η ενάγουσα και εκδόθηκε η 9703/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, δέχθηκε την αίτηση της ενάγουσας, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και αναγνώρισε αυτήν προσωρινά νομέα του επιδίκου ακινήτου.
Από τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και η δικαιοπάροχός του νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μιάς τουλάχιστον εικοσαετίας πριν από την άσκηση των ένδικων αγωγών. Ως εκ τούτου ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ούτε με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο είναι ουσιαστικά βάσιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής, της στηριζόμενες στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τον παράγωγο τρόπο της σύμβασης αγοράς και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και ότι η αντίθετη αγωγή περί αναγνωρίσεως κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά τη βάση της επικαλούμενης, από παράγωγο τρόπο, κτήσης από αυτόν της κυριότητας τού επιδίκου ακινήτου, όσο και κατά τη βάση τη στηριζόμενη στους πρωτότυπους τρόπους κτήσης της κυριότητας, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε απορρίψει την αγωγή του. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού από τον αναιρεσείοντα με παράγωγο τρόπο, ή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, η άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "Ανώνυμος Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε" νεμήθηκε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο από το έτος 1938 μέχρι της κατά το έτος 1988 μεταβίβασής του στην αναιρεσίβλητη, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες συγκεκριμένες εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, οι οποίες συνιστούν αναμφίβολα πράξεις νομής, και ακολούθως νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου η αναιρεσίβλητη από της κατά τα ανωτέρω κτήσεως του μέχρι την άσκηση της αγωγής της, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής όλες οι απαιτούμενες από τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο από τον αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους του και κατά συνέπεια την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας τούτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).
Εξάλλου αντίφαση προς την παραδοχή ότι η άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "Ανώνυμος Γαιαν-θρακεμπορική Εταιρία Ε" από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 έπαψε να ασκεί την εμπορική της δραστηριότητας της προμήθειας των πλοίων με γαιάνθρακες, με συνέπεια, εξαιτίας της παρόδου του χρόνου και της έλλειψης συντήρησής τους, οι υπάρχοντες στο επίδικο δύο οικίσκοι να ερειπωθούν, δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι το επίδικο, καθώς και τα υπόλοιπα στην ευρύτερη περιοχή ακίνητα της ανωτέρω δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, φυλάσσονταν για λογαριασμό της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τους φύλακες που αυτή κατά καιρούς προσλάμβανε από μόνιμους κατοίκους του νησιού, όπως από τουΒ1,Β2,Β3 και Ζ1, αφού η πρώτη παραδοχή, που αναφέρεται στην εγκατάλειψη μόνο της εμπορικής δραστηριότητας που ασκούσε μέχρι τότε η ανωτέρω εταιρεία, δεν αποκλείει το γεγονός της επίβλεψης στη συνέχεια από αυτήν του επιδίκου, με ανάθεση της φύλαξής του στα παραπάνω αναφερόμενα πρόσωπα.
Επομένως οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί ασκήσεως της νομής του επιδίκου από τη δικαιοπάροχό της από το έτος 1940 έως το έτος 1988 και σε σχέση με τους αγωγικούς ιχυρισμούς του περί ασκήσεως νομής επί του επιδίκου από τον ίδιο και τη δικαιοπάροχο μητέρα του, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ανωτέρω ζητήματα, ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι: "1) δέχθηκε ότι στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης "Ανώνυμη Γαιανθρακεμπορική Εταιρία Ε" περιήλθε το επίδικο ακίνητο με το υπ' αριθμ. ...
καταστατικό συμβόλαιο, σε συνδυασμό με τα υπ' αριθμ.... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κέας Νικ. Γιαβρούδη, ενώ στο άνω καταστατικό συμβόλαιο δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία του επιδίκου ακινήτου και 2) δεν εξηγεί για ποιο λόγο η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν αντιλήφθηκε τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσε στο επίδικο ο αναιρεσείων και η οικογένειά του, γιατί οι καταθέσεις των αναφερομένων μαρτύρων του δεν κρίνονται πειστικές και σε ποια σημεία αυτές αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αντιδίκου του, γιατί η χαμηλή θαμνώδης βλάστηση στο επίδικο αποτελεί απόδειξη της ανυπαρξίας πράξεων νομής της δικαιοπαρόχου του, γιατί η υφιστάμενη παλαιά οριοθέτηση του επιδίκου με λιθόκτιστα ορόσημα ενισχύει τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του και γιατί η εμφαινόμενη σε μεμονωμένες αεροφωτογραφίες ανυπαρξία μόνιμης στέγης αποδεικνύει τη μη άσκηση πράξεων νομής από μέρους αυτού και της δικαιοπαρόχου του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται με σαφήνεια.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο, μέρος πρώτο, και τρίτο, μέρος πρώτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που παραδεκτώς προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους προταθέντες από αυτόν ισχυρισμούς: 1) "ότι από το έτος 1940 μέχρι το έτος 1988 η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανώνυμη εταιρία δεν άσκησε καμιά πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου" και 2) "ότι η μεταβίβαση στην ενάγουσα, με το υπ' αριθμ....
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία, του επιδίκου ακινήτου ήταν άκυρη, λόγω απώλειας, ήδη από δεκαετίες, της κυριότητας του επιδίκου από μέρους της δικαιοπαρόχου της, αλλά και διότι, με την υπ' αριθμ. 6859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε άλλη δίκη, κρίθηκε ότι η μεταβίβαση τριών άλλων ακινήτων, που έγινε προς την ενάγουσα με το ίδιο συμβόλαιο, ήταν άκυρη, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη".
Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης και δή των θεμελιούντων τις βάσεις της αγωγής ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, πέραν του ότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός ότι κρίθηκε ως άκυρη η μεταβίβαση προς την ενάγουσα τριών άλλων ακινήτων που έγινε με το ως άνω συμβόλαιο, αποτελεί επιχείρημα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε για την υποστήριξη των απόψεών του, και συνεπώς όλοι ο πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ.
β' ΚΠολΔ. Γι' αυτό οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, κατά την παράγραφο 1 εδ. α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Κατά δε την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Επομένως, οι πρώτος, μέρος τρίτο, και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα α) τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο υπ' αριθμ. 3957, 3958 και 3963/1992 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχαν ληφθεί σε προηγούμενη μεταξύ των διαδίκων δίκη ασφαλιστικών μέτρων και β) την από μηνός Ιανουαρίου 2006 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του τοπογράφου μηχανικού Μ6, τις οποίες η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του με τις προτάσεις της απαραδέκτως, γιατί η μη έγκαιρη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγινε από βαριά αμέλεια αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν απέκρουσε τα εν λόγω έγγραφα ως απαράδεκτα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, και συνεπώς παραδεκτά τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί μη ασκήσεως πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, ανώνυμη εταιρία "ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ε", και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 6859/31-8-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί άλλης αγωγής και με την οποία κρίθηκε ότι η μεταβίβαση προς την αναιρεσείουσα από την ίδια δικαιοπάροχό της τριών άλλων ακινήτων, η οποία έγινε με το υπ'αριθμ....
πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία, ήταν άκυρη, λόγω αντίθεσης της στα χρηστά ήθη. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, μαζί με τα αναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, τόσο με το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο όσο και με έκτακτη χρησικτησία, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον ωφελούμενο διάδικο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τους τρίτο, μέρος δεύτερο και πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις από 25-11-1996 προτάσεις της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας "ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ε", τις οποίες εκείνη κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εναγόμενη στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, καθώς και την περιεχόμενη στις εν λόγων προτάσεις ομολογία αυτής ότι από το έτος 1940 εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση διότι οι προτάσεις διαδίκου που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποτελούν διαδικαστικό έγγραφο και όχι αποδεικτικό μέσο, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε στο Εφετείο την ως άνω ομολογία της δικαιοπαρόχου αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8178/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ