Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to declare annulment due to vague complaint grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's second ground of appeal, finding the appellate court erred by accepting a vague complaint without declaring it void. The appellant argued the complaint lacked specific facts regarding the bank's knowledge of the debtor's prior payment, while the appellate court treated it as sufficiently defined. The court ruled that such procedural defects must be raised in the trial court to constitute a valid ground for annulment under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 K.Pol.Dik.; Art. 562 para. 2 K.Pol.Dik.: An appeal is admissible only if the lower court failed to declare a complaint void for vagueness as required by law, and such defects must be raised in the trial court to be considered valid grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1180 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1180/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Αθανάσιο Ρίζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουλίου 1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6326/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1143/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της ως και τους από 2 Οκτωβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αναίρεσης .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και αυτού του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και την απόρριψη του πρώτου λόγου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται....αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΟλΑΠ 1/1999), προκύπτουν δε αυτές οι ακυρότητες από τα επισκοπούμενα δικόγραφα και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής είναι μία ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. Κ.Πολ.Δικ. και πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔικ) και σαφή έκθεση των γεγονότων (άρθρο 216 ΚΠολΔικ) που στηρίζουν τους λόγους της ανακοπής, για τους οποίους ζητείται η ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 Κ.Πολ.Δικ. για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, εάν δε οι ενστάσεις δεν είναι ορισμένες, η ανακοπή απορρίπτεται λόγω ακυρότητας του δικογράφου της.
Τέλος κατά τα άρθρα 17 του ν. 5325/1932 και 22 του ν.5960/1933, τα υπόχρεα από τους πιστωτικούς τίτλους της επιταγής και συναλλαγματικής πρόσωπα, εναγόμενα από το νόμιμο κομιστή τους, δεν μπορούν να αντιτάξουν ενστάσεις που πηγάζουν από τις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές. Κατ' εξαίρεση όμως επιτρέπεται η προβολή των ανωτέρω ενστάσεων, όταν ο κομιστής, κατά την κτήση του τίτλου, αφενός μεν τελούσε σε γνώση των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των προ αυτού κομιστών, αφετέρου δε ενήργησε έτσι προς βλάβη του οφειλέτη.
Τα στοιχεία αυτά, ότι ο κομιστής ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του οφειλέτη, πρέπει αφενός μεν να αναφέρονται στο δικόγραφο της ανακοπής για να είναι αυτή επαρκώς ορισμένη, αφετέρου δε να αποδεικνύονται για την ουσιαστική ευδοκίμησή της. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Ο αναιρεσίβλητος με το δεύτερο λόγο της από 1-7-2008 ανακοπής του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν με νόμιμη κομίστρια δύο συναλλαγματικών, συνολικού ποσού 1.090.000 δραχμών, αποδοχής εκείνου (αναιρεσιβλήτου), αλλά ο ίδιος "δεν όφειλε τα ποσά των συναλλαγματικών σε κανέναν, αφού πολύ πριν από τη λήξη τους τις είχε εξοφλήσει στην εκδότρια εταιρία (Σ.Ίτσιος ΑΒΕΕ) έναντι αποδείξεως, γενονός γνωστό στην καθ' ης η ανακοπή, αλλά παρά ταύτα η εκδότρια τις παρέδωσε λόγω ενεχύρου στην καθ' ης (αναιρεσείουσα) και η τελευταία εν γνώσει της τις παρέλαβε", ζήτησε δε (και) για το λόγο αυτό την ακύρωση της διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί από την αναιρεσείουσα σε βάρος του.
Αφού απορρίφθηκε ως αόριστος ο ισχυρισμός του αυτός στο Πρωτοδικείο, τον επανέφερε ο αναιρεσίβλητος με λόγο έφεσης στο Εφετείο, ενώπιον του οποίου επανέφερε επίσης και η αναιρεσείουσα τον ισχυρισμό της, που είχε προβάλλει και πρωτοδίκως, περί αοριστίας του ως άνω λόγου ανακοπής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ήταν ορισμένος και νόμιμος ο ανωτέρω λόγος ανακοπής, που δεν περιείχε επίκληση ότι η αναιρεσείουσα όχι μόνον γνώριζε την εξόφληση των συναλλαγματικών, αλλά και ότι ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη, στη συνέχεια δε τον έκανε δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο (περιλαμβάνοντας στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του και τη συνδρομή του ελλείποντος για το ορισμένο της ανακοπής περιστατικού ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε προς βλάβη του αναιρεσιβλήτου) και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ανακοπή.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ως ορισμένη την ανακοπή, στην οποία δεν αναφέρονταν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούσαν προϋπόθεση εφαρμογής του κατ' άρθρο 17 ν. 5325/1932 λόγου αυτής, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, εξαιτίας αοριστίας, του δικογράφου της ανακοπής (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ.
και είναι γι' αυτό βάσιμος ο σχετικός, από τη διάταξη αυτή, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός (εκτιμώμενος ως τοιούτος από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ.) λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Και ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1143/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ