Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's finding of employment contract over independent contractor claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's ruling that the plaintiff was an employee rather than an independent contractor. The lower court found sufficient evidence of subordination, including salary deductions and inclusion in payroll records, despite the plaintiff's arguments regarding initiative and reporting frequency. The Court held that the lower court's reasoning was clear and consistent, rejecting the appellant's claims of procedural defects as insufficient grounds for reversal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 19 KPolD; Art. 648 et seq., Art. 6 of Law 765/1943: An appeal based on alleged violation of substantive law regarding the characterization of a labor relationship is inadmissible if the lower court provided clear, complete, and non-contradictory reasoning supporting its factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 117 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 117/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Σταματόπουλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αντιγόνης Κίσσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθώς και την ασκηθείσα προφορικά στο ακροατήριο, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσίβλητης του σωματείου "..." που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν η 1804/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6425/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28.4.2021 και με αριθ. κατάθ. 2661/337/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6425/24.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 1.2.2019 με αριθ.
καταθ. 10470/721/4.2.2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 1804/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 25.6.2015 με αριθ. καταθ. 74724/2479/2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επί της ασκηθείσας, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, πρόσθετης, υπέρ της ενάγουσας, παρέμβασης του σωματείου με την επωνυμία "..." (Ε.Σ.Η.Ε.Α.).
Με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνδέθηκε με την εναγόμενη με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1.6.1995 έως 15.5.2012 και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών, για αποζημίωση απόλυσης και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναγραφόμενα σ'αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με την εναγόμενη με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση της ενάγουσας και την ασκηθείσα, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, πρόσθετης, υπέρ αυτής, παρέμβασης του ιδίου ως άνω σωματείου, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσό των 46.728 ευρώ για διαφορές αποδοχών και για επιδόματα εορτών και αδείας και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σ'αυτή το ποσό των 15.000 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), χωρίς να είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησής της η κλήτευση του ως άνω προσθέτως, υπέρ της ενάγουσας, παρεμβάντος στο Δικαστήριο της ουσίας σωματείου (Ε.Σ.Η.Ε.Α), εφόσον η πρόσθετη παρέμβαση αυτού απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη (ΑΠ 1036/2022, 572/2022, 749/2020, 591/2018).
Η αίτηση αναίρεσης είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, 953/2020).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 9/2023, 1034/2020, 849/2020), που υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 351/2021, 953/2020).
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, 850/2022, 953/2020).
Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Επίσης συνεκτιμώνται ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότης του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ (ΑΠ 953/2020, 710/2019, 1110/2017).
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας (ΑΠ 953/2020, 793/2013, 1508/2010).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 9/2023, 13/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 989/2022, 42/2020, ΑΠ 531/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1933/2022, 1551/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 906/2022, 764/2021) Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 906/2022, 666/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Το ... συνιστά τον εθνικό δημοσιογραφικό οργανισμό ειδήσεων, που ιδρύθηκε κατά το έτος 1905, μέχρι δε το έτος 1994, που μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... " και με τον διακριτικό τίτλο "ΑΠΕ-Α.Ε. ", δυνάμει των διατάξεων του π.δ. 150/1994, λειτουργούσε ως sui generis νομικό πρόσωπο υπό την εποπτεία του Κράτους.
Ο σκοπός της ως άνω εταιρείας, όπως αυτός διαγράφεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω, 150/1994 π.δ/τος, είναι, μεταξύ άλλων, η συλλογή, επεξεργασία και αξιολόγηση εσωτερικών ή διεθνών ειδήσεων, φωτογραφιών, καθώς και ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού υλικού και η διανομή τους σε όλα τα ΜΜΕ της Ελλάδας, Κύπρου και της Ομογένειας, καθώς και η ενημέρωση των αλλοδαπών, είτε αυτοί κατοικούν στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό της χώρας και η μετάδοση ειδήσεων σχετικά με τα κύρια πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά και αθλητικά γεγονότα που συμβαίνουν στην Ελλάδα.
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ως άνω σκοποί, το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει τη χρησιμοποίηση υπηρεσιών εμπείρων δημοσιογράφων και ειδικών επιστημόνων, τη διατήρηση δικτύου ανταποκριτών και συνεργατών σε πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, την οργάνωση ειδικών αποστολών συνεργατών της σε περιοχές που απαιτούν ειδική δημοσιογραφική κάλυψη και τη συνεργασία με διεθνή ή εθνικά πρακτορεία ειδήσεων.
Ειδικά για το δημοσιογραφικό προσωπικό της παραπάνω εταιρίας που διαμένει σε χώρες της αλλοδαπής και παρέχει ειδησεογραφικές υπηρεσίες σχετικά με αυτές τις χώρες προβλέπεται στο άρθρ. 26 παρ. 3 του καταστατικού της (Π.Δ. 150/1994) ότι: α) Η εταιρεία μπορεί να συνάψει συμβάσεις εργασίας με δημοσιογράφο μόνιμο ανταποκριτή, βάσει της οποίας ο τελευταίος υποχρεούται να προσφέρει πλήρη ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων της χώρας όπου διαμένει και των γειτονικών χωρών ή μια ομάδα κρατών στα οποία περιοδεύει, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της εταιρείας σχετικά με την έκταση και το είδος της παρεχόμενης ειδησεογραφικής κάλυψης, χωρίς όμως καμία παρέμβαση στο περιεχόμενο των ειδήσεων.
Οι δημοσιογράφοι μόνιμοι ανταποκριτές, πλέον του καθοριζομένου από τις συλλογικές συμβάσεις μισθού, λαμβάνουν ειδικό επίδομα αλλοδαπής, που το ύψος του καθορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες διαβίωσης στη χώρα όπου διαμένει, αναπροσαρμοζόμενο κάθε τρία χρόνια, β) Η εταιρεία μπορεί να συνάπτει συμβάσεις παροχής ειδησεογραφικών υπηρεσιών με δημοσιογράφο συνεργάτη, βάσει των οποίων ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να μεταδίδει προς την εταιρεία ειδήσεις σχετικές με τη χώρα όπου διαμένει ή τις γειτονικές της χώρες, οι οποίες κατά την κρίση του είναι σπουδαίες και αξιοποιήσιμες από την εταιρεία.
Ακολούθως, κατά το έτος 2006, το "..." συγχωνεύθηκε με το "... ", κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 του Ν. 3444/2006, και προήλθε η ήδη εναγομένη, η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευθεισών εταιρειών, και συνεπώς και της ΑΕ "...", ως οιονεί καθολική διάδοχός της κατ' άρθρο 13 παρ. γ του ανωτέρω νόμου (3444/2006).
Η εναγομένη, διέπεται από τις διατάξεις του Π.Δ. 191/2008 ["... "] και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 Π.Δ. 191/2008, έχει πανομοιότυπο σκοπό με αυτόν της "..." και εποπτεύεται από τον Υπουργό στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (άρθρο 13 παρ. 1 β του ν. 3444/2006), το δε μετοχικό της κεφάλαιο ανήκει στο Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας μόνον ονομαστικός, αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή).
Ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 191/2008 προβλέφθηκε ότι "Το κάθε είδους και κατηγορίας προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του ν 3444/2006 στο .... και στο ... με οποιαδήποτε έννομη σχέση, μεταφέρεται με την ίδια σχέση στην Εταιρεία. 2. Το προσωπικό αυτό κατατάσσεται αυτοδίκαια στις θέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 του παρόντος".
Η ενάγουσα, πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επαγγελματίας δημοσιογράφος από το έτος 1986, έχουσα εργασθεί τόσο σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά, αλλά και ραδιοφωνικούς σταθμούς, μόνιμη κάτοικος ... από το 1989, στις 16-5-1995 είχε καταρτίσει με την ΑΕ "...", την από ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη σύμβαση, τιτλοφορούμενη ως "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύμβασης Έργου".
Δυνάμει της σύμβασης αυτής, ανατέθηκε στην ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από 01-06-1995 μέχρι 31-05-1996, η "εργασία των υπηρεσιών της ως ανταποκρίτριας του ΑΠΕ στο ... του ...". Κατά τη συμφωνία τους, οι παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας περιελάμβαναν "την εκ μέρους της αποστολή έγκαιρα ειδήσεων, πληροφοριών, ανταποκρίσεων και κάθε χρήσιμης πληροφορίας, -κατά την κρίση της- εις τρόπον ώστε το ...
να μπορεί να τις αξιοποιεί για την καλύτερη δυνατή κάλυψη των πληροφοριακών αναγκών του". Ως αμοιβή της ορίστηκε το ποσό των 500 δολαρίων μηνιαίως, καταβλητέου "κατ' ελεύθερη επιλογή της ενάγουσας είτε με την εκτέλεση του έργου είτε και τμηματικά κάθε μήνα". Μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως αυτή ανανεώθηκε διαδοχικά πολλές φορές με ταυτόσημο περιεχόμενο και ειδικότερα καταρτίστηκαν:
α) Η από 01-01-1996 σύμβαση με τον ίδιο τίτλο ("Ιδιωτικό Συμφωνητικό Σύμβασης Έργου"), με συμβατική διάρκεια από 01-01-1996 μέχρι 31-12-1996, με την οποία ορίστηκε ότι η αμοιβή της ενάγουσας θα ανέρχεται στο ποσό των 600 δολαρίων μηνιαίως, πλέον αποζημίωσης για έξοδα (με προσκομιδή σχετικών δικαιολογητικών) εκ ποσού 100 δολαρίων, β) Η από 01-01-1997 σύμβαση με τον ίδιο τίτλο, με συμβατική διάρκεια από 01-01-1997 μέχρι 31-12-1997, με την οποία ορίστηκε ότι η αμοιβή της ενάγουσας θα ανέρχεται στο ποσό των 750 δολαρίων μηνιαίως, πλέον αποζημίωσης για έξοδα (με προσκομιδή σχετικών δικαιολογητικών) εκ ποσού 150 δολαρίων, γ) η από 01-01-1998 σύμβαση, η οποία τιτλοφορείτο "Συμφωνητικό Σύμβασης Μίσθωσης Έργου", δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην τελευταία, για το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 μέχρι 31-05-1998 το έργο της επιλογής πληροφοριών, ειδήσεων και κυρίως κατά την κρίση της αναλύσεων και αποστολή σχετικών άρθρων ειδικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα από τον ..., το οποίο έργο θα καλύπτει τις ανάγκες του ΑΠΕ γιε την καλύτερη πληροφόρηση των συνδρομητών του, με την παροχή των ως άνω ειδήσεων και αναλύσεων από τη συγκεκριμένη χώρα του ..., με συνολική αμοιβή της στο ποσό των 9.000 δολαρίων ΗΠΑ πλέον αποζημίωσης εξόδων εκ ποσού 1.800 δολαρίων, με απαραίτητη την προσκόμιση δικαιολογητικών.
Ορίστηκε δε, όπως και στις προηγούμενες συμβάσεις, ότι η παραπάνω αμοιβή θα καταβληθεί στην ενάγουσα τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο του έργου, δ) Η από 01-01-1999 σύμβαση για το διάστημα 01-01-1999 μέχρι 31-12-1999, με την οποία απλώς μειώθηκε η αποζημίωση για έξοδα στο ποσό των 1.300 ευρώ, ε) Η από 01-01-2001 σύμβαση με διάρκεια από 01-01-1999 μέχρι 31-12-1999, με την οποία απλώς μειώθηκε η αποζημίωση για έξοδα στο ποσό των 1.100 ευρώ, στ) Η από 01-01-2002 όμοια σύμβαση με διάρκεια από 01-01-2002 μέχρι 31-12-2002, ζ) Η από 01-01-2003 όμοια σύμβαση με διάρκεια από 01-01-2003 μέχρι 31-12-2003 και η) Η από 01-01-2004 όμοια σύμβαση με διάρκεια από 01-01-2004 μέχρι 31-12-2004. 'Εκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανανέωση της σύμβασης της ενάγουσας, πλην όμως η τελευταία συνέχισε να παρέχει στην εναγομένη τις υπηρεσίες της κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και προηγούμενα, μετά δε την προαναφερθείσα συγχώνευση των εταιριών "...." και "...'' στην εναγομένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 191/2008, που προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκε στην εναγομένη με την ίδια έννομη σχέση, περί ης κατωτέρω, και συνέχισε να απασχολείται μέχρι την 15-05-2015, που η εναγομένη της δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται εφεξής τις υπηρεσίες της.
Με βάση τη συμφωνία που είχε συνάψει με τον τότε εκπρόσωπο της ..., η ενάγουσα εργάσθηκε ως μόνιμη ανταποκρίτρια της εναγομένης στον .... Συγκεκριμένα, αυτή είχε την υποχρέωση να ανευρίσκει ειδήσεις, να παρακολουθεί καθημερινά την ειδησεογραφία στον ..., όπως αυτή αποτυπωνόταν σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τόσο αναφορικά με την Ελλάδα και τους ομογενείς του ..., όσο και αναφορικά με θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, και να καλύπτει δημοσιογραφικά τα γεγονότα που όριζε η εναγομένη.
Επί των θεμάτων αυτών, που είτε της είχε εξαρχής ζητηθεί να συλλέξει, είτε έλαβε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την ειδικότερη εντολή να ασχοληθεί, συνέτασσε τις ανταποκρίσεις της, τις οποίες έστελνε στην εναγομένη, είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είτε μέσω της ειδικής ιστοσελίδας ..." που υπήρχε γι' αυτό το σκοπό -χρησιμοποιώντας τους προσωπικούς της κωδικούς εισόδου στο σύστημα- ακολούθως δε, ο Προϊστάμενος της ενάγουσας τις αξιολογούσε, τις τιτλοφορούσε και αποφάσιζε εάν τελικά θα τις εντάξει ή όχι στην καθημερινή ειδησεογραφική ροή.
Η απασχόλησή της ήταν καθημερινή, ενίοτε πολλές ώρες την ημέρα λόγω της πληθώρας των θεμάτων, ή και της ανάγκης να μεταβεί, κατ' εντολή του Προϊσταμένου της, σε άλλες πόλεις του ..., προκειμένου να καλύψει συγκεκριμένο γεγονός, οι εντολές δε που είχε, ήταν η πλήρης ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων της χώρας που διέμενε, στην οποία δεν υπήρχε άλλος ανταποκριτής ή συνεργάτης της εναγομένης.
Η ενάγουσα, μάλιστα, ήταν διαπιστευμένη σε όλες τις υπηρεσίες του ..., ως επίσημη ανταποκρίτρια της εναγομένης, ενώ με την ιδιότητα αυτή αναφερόταν στην ιστοσελίδα της τελευταίας. Τα γεγονότα, εξάλλου, του ενδιαφέροντος της εναγομένης, με τα οποία όφειλε να ασχοληθεί η ενάγουσα, απαιτούσαν άμεση δημοσιογραφική κάλυψη, ταχύτητα ενεργειών εκ μέρους της, ώστε να ετοιμάσει τις ανταποκρίσεις της μέσα σε στενά χρονικά πλαίσια, να τις αποστείλει στους προϊσταμένους της, με τους οποίους και συνεννοείτο εάν η εναγομένη επιθυμούσε ευρύτερη κάλυψη του γεγονότος, με συνεχιζόμενες ή ογκωδέστερες ανταποκρίσεις.
Το αντικείμενο εργασίας της, περαιτέρω, ήταν μόνιμο, καθ' όσον υπήρχε πληθώρα ειδήσεων που καθημερινά δημοσιεύονταν σε μια τόσο μεγάλη χώρα, τις οποίες όφειλε να μελετήσει και σταχυολογήσει η ενάγουσα -παρακολουθώντας ανελλιπώς τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο- και ακολούθως να επιλέξει τα θέματά της, καλύπτοντας αυτά υπό τις εντολές και τις οδηγίες της εναγομένης.
Γι' αυτό και η τελευταία, προέβαινε επί πολλά έτη σε συνεχείς ανανεώσεις της σύμβασης της ενάγουσας. Είναι, οπωσδήποτε, γεγονός, ότι η ενάγουσα απολάμβανε κάποιας ελευθερίας ως προς την επιλογή των θεμάτων, για τα οποία έστελνε ανταποκρίσεις, τούτο όμως είναι λογικό, εφόσον αναγόταν στα καθήκοντά της αυτή καθαυτή η ανεύρεση ειδήσεων, για τις οποίες ετοίμαζε την ανταπόκρισή της, ενώ εξάλλου, πολλές φορές, η εναγομένη της ζητούσε να ασχοληθεί με συγκεκριμένο γεγονός ενδιαφέροντός της και να ερευνήσει την ειδησεογραφία σχετικά με αυτό.
Σε περιπτώσεις, περαιτέρω, επισκέψεων Ελλήνων αξιωματούχων ή άλλων σημαντικών προσώπων (όπως του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Οικουμενικού Πατριάρχη) στον ..., η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να καλύπτει πλήρως δημοσιογραφικά το συγκεκριμένο γεγονός, ακολουθώντας το επίσημο πρόγραμμα, έστω και αν αυτό σήμαινε για την ίδια πολύωρη ενασχόληση και συνεχείς μετακινήσεις σε διάφορα μέρη της χώρας, αλλά και αποστολή πολλαπλών ανταποκρίσεων, ανάλογα με τις συναντήσεις και τις επισκέψεις των προσώπων αυτών κάθε ημέρα.
Το αυτό συνέβαινε και σε περίπτωση επίσκεψης Καναδού αξιωματούχου στην Ελλάδα, τον οποίο η ενάγουσα, κατ' εντολή της εναγομένης, όφειλε να ακολουθήσει στην επίσκεψή του (όπως κατά την επίσκεψη του Καναδού Πρωθυπουργού στην Ελλάδα στο τέλος Μαΐου 2011). Σε σχέση, εξάλλου, με το χρόνο που όφειλε να εργάζεται, η ενάγουσα δεν είχε ιδιαίτερη δέσμευση, πλην όμως είχε την καίρια υποχρέωση να προβαίνει σε έγκαιρη παράδοση του υλικού στον προϊστάμενό της, προκειμένου να προλάβει αυτό να ελεγχθεί και ακολούθως να ενσωματωθεί στη ροή των επίκαιρων ειδήσεων, πράγμα που συνεπαγόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεχή και πολύωρη παρακολούθηση της τρέχουσας ειδησεογραφίας του ...
καθημερινά και ακολούθως εκπόνηση των κειμένων και αποστολή τους. Μόνιμη εγκατάσταση, περαιτέρω, της εναγομένης στη συγκεκριμένη χώρα δεν υπήρχε, γιαυτό και η ενάγουσα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που είχε την εντολή να μεταβεί σε συγκεκριμένο τόπο για κάλυψη γεγονότος, μπορούσε η ίδια να επιλέξει το πού θα εργασθεί.
Σε σχέση, εξάλλου, με καθαυτό το περιεχόμενο των ειδήσεων που επρόκειτο να αποστείλει στην εναγομένη, η ενάγουσα δεν είχε κάποια δέσμευση, καθ' όσον τέτοια παρέμβαση της εναγομένης δεν ήταν επιτρεπτή (26 παρ. 3 α του π.δ.150/1994). Ωστόσο, τα κείμενά της ελέγχονταν από τον προϊστάμενό της, με τον οποίο βρισκόταν σε συνεχή συνεννόηση και ο οποίος ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα για λογαριασμό της εναγομένης, επιλέγονταν ή όχι προς δημοσίευση, καθ' όσον αρκετές φορές απορρίπτονταν επειδή δεν κρινόταν σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν (δημοσιευθούν), ενώ άλλοτε περιορίζονταν ως προς τον όγκο τους και ακολούθως εντάσσονταν στη ροή των ειδήσεων.
Η ενάγουσα, εξάλλου, παρά την κατ' επίφαση τιτλοφόρηση των συμβάσεών της ως "συμβάσεων έργου", είχε μηνιαίες αποδοχές καθοριζόμενες σε συγκεκριμένο ποσό και μη εξαρτώμενες από οποιαδήποτε απόδοσή της, δηλ. παραγωγή οποιουδήποτε έργου ή υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η αναφορά στις συμβάσεις ότι η αμοιβή μπορεί να είναι καταβλητέα "με την εκτέλεση του έργου", δεν είχε κάποια πρακτική σημασία.
Η συμπερίληψη της φράσης περί αποστολής πληροφοριών "κατά την κρίση της" στις υπογραφείσες συμβάσεις, έγινε προκειμένου να δικαιολογηθεί ο γενόμενος χαρακτηρισμός τους, ως συμβάσεων έργου, ενώ κάτι τέτοιο ούτε ανταποκρινόταν στην αληθή βούληση των μερών, ούτε ήταν η πραγματική τους συμφωνία, ούτε βέβαια εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός της ενάγουσας ως "ανταποκρίτριας", έστω και χωρίς την αναγραφή της λέξης "μόνιμης", καταδεικνύει τη βούληση των μερών για σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του άρθρου 26 παρ.3α του π.δ. 150/1994, που προαναφέρθηκε, η οποία και πράγματι συνήφθη. 'Αμεσα, εξάλλου, η εναγομένη την περιέλαβε στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της, παρακρατούσε τις εισφορές για τα ασφαλιστικά της ταμεία και κατέβαλλε και η ίδια τις εργοδοτικές εισφορές, καθώς επίσης παρακρατούσε και το Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών και όλες τις σχετικές υπέρ Δημοσίου επιβαρύνσεις (μεταξύ των οποίων και η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, όταν θεσπίστηκε), την ασφάλισε στο ασφαλιστικό Ταμείο των δημοσιογράφων (Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης-ΤΣΠΕΑΘ) και στο Ταμείο Υγείας τους και της χορηγούσε μισθοδοτικές καταστάσεις.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η πρακτική αυτή ακολουθείτο προς διευκόλυνση και μόνον των δημοσιογράφων, κάποιοι εκ των οποίων δεν διέθεταν "μπλοκάκι" (αποδείξεις παροχής υπηρεσιών), ουδόλως αποδείχθηκε, καθ' όσον ουδέποτε τέθηκε στην ενάγουσα ότι όφειλε να εκδίδει τέτοιες αποδείξεις και ότι αυτή τέτοιες δεν διέθετε, πολλώ δε μάλλον, ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι αυτή θα εμφανίζεται εικονικά και μόνον ως απασχολούμενη με εξαρτημένη εργασία (σημειώνεται ότι, κατά την κοινή πείρα, συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο).
Περαιτέρω, η ενάγουσα, ως υποκείμενη στον έλεγχο της εναγομένης και ως προς το χρόνο παροχής της εργασίας της, ζητούσε και ελάμβανε άδειες αναψυχής, οι οποίες εγκρίνονταν από τους εκάστοτε προϊσταμένους της. Η εναγομένη, ισχυρίζεται ότι οι συγκεκριμένες αιτήσεις της ενάγουσας αποτελούσαν κατ' ουσίαν απλές γνωστοποιήσεις προς την ίδια ότι η ενάγουσα σκόπευε να απουσιάσει.
Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα ήταν αναγκαία και η ενημέρωση της υπεύθυνης Προσωπικού της εναγομένης Μ. Λ., η οποία δεν είχε κάποια σχέση με τη ροή των ειδήσεων, ούτε υπήρχε κάποιος λόγος υπαγορευόμενος από την καλή πίστη προς ενημέρωσή της. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα, κατά την εκτέλεση της εργασίας της τελούσε υπό τη διαρκή εποπτεία της εναγομένης, τόσο σε σχέση με τον τρόπο, όσο και με τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας της.
Ειδικότερα, αυτή υφίστατο τον διαρκή, έστω και χαλαρό, λόγω της φύσεως των υπηρεσιών της, έλεγχο των προϊσταμένων της για το είδος και την έκταση των κειμένων της, για τα οποία ελάμβανε κατευθυντήριες και δεσμευτικές οδηγίες, που είχαν σχέση με τη βαρύτητα και την έκταση που όφειλε να προσδώσει σε κάποια θέματα κρίσιμης σημασίας που ενδιέφεραν περισσότερο την εργοδότριά της και -κατά την κρίση της τελευταίας- και την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, αλλά και τη συχνότητα των ανταποκρίσεών της, συμμορφούμενη πάντοτε με τις εντολές τους, ενώ δεν μπορούσε να απόσχει από το ημερήσιο πρόγραμμά της χωρίς ενημέρωση της εναγομένης.
Τα βασικά αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό και με τις ενδείξεις εξάρτησης, που προαναφέρθηκαν (συμπερίληψή της στις μισθοδοτικές καταστάσεις, ασφάλισή της, παρακράτηση φόρων κλπ, χορήγηση αδειών), αποδεικνύουν ότι η ενάγουσα εκτελούσε εξαρτημένη εργασία και όχι ανεξάρτητη. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το αν η ενάγουσα είχε τη συμβατική ελευθερία να παράσχει τις δημοσιογραφικές της υπηρεσίες και σε άλλον εργοδότη, αφού κάτι τέτοιο εν γένει δεν απαγορεύεται στους δημοσιογράφους (34/1964 και 14/1966 ΔΑ, ως και άρθρ.14 παρ.15 ν.2328/1995), ενώ θα πρέπει να λεχθεί ότι, σε κάθε περίπτωση,δεν υπήρξε καν παράλληλη απασχόληση της ενάγουσας σε άλλο μέσο (βλ.
πλην άλλων και τη βεβαίωση ασφάλισής της που εκδόθηκε από το ΤΣΠΕΑΘ), αφού η ενασχόλησή της με την εργασία της στην εναγομένη εξαντλούσε όλο τον διαθέσιμο εργασιακό της χρόνο. Επίσης, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι, υπό το καθεστώς εφαρμογής του π.δ. 164/2004, το ΑΣΕΠ, κατόπιν εισηγήσεως της υπηρεσίας της εναγομένης -και δη μετά από απόφαση του ΔΣ αυτής- αποφάσισε ότι η ενάγουσα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις κατάταξης σε θέση εργασίας αορίστου χρόνου, καθ' όσον οι αποφάσεις της ως άνω διοικητικής Αρχής (ΑΣΕΠ) δεν υποκαθιστούν τη δικαστική κρίση, ούτε ως προς το χαρακτηρισμό μιας σχέσεως απασχόλησης ως τοιαύτης εξηρτημένης εργασίας ή όχι (...).
Μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης της ενάγουσας, την 31-12-2004, αυτή συνέχισε ν' απασχολείται με τους ίδιους ακριβώς όρους στην εναγομένη, και συνεπώς η σύμβασή της κατέστη πλέον αορίστου χρόνου -άλλωστε η σύναψη αλλεπάλληλων επί σειρά ετών συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, χωρίς η φύση των συμβάσεων να μπορεί να δικαιολογήσει τη διάρκεια αυτή, είχε γίνει σκοπίμως εκ μέρους της εναγομένης προς καταστρατήγηση των σχετικών με την καταγγελία της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου (άρθρ. 8 ν. 2112/20).
Τέλος, δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής, ότι κατά το έτος 2006, κατά το οποίο συντελέσθηκε και η συγχώνευση των δύο εταιριών "..." και "... ", οι αποδοχές της ενάγουσας, η οποία, όπως αμέσως ανωτέρω εκτέθηκε, συνέχισε ν' απασχολείται με τα ίδια καθήκοντα, υπερδιπλασιάστηκαν σιωπηρά και μονομερώς από την εναγομένη, εγγίζουσες τις αποδοχές που αυτή (ενάγουσα) θα ελάμβανε εάν είχε κανονικά ενταχθεί στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο της υπηρεσίας της, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε από 7-3-2006 ΣΣΕ, πράγμα που εχώρησε πιθανότατα ενόψει ενδεχόμενου (ή ακόμη και χωρήσαντος) οικονομικού ελέγχου που είχε σχέση με τη συγχώνευση των εταιρειών.
Επομένως, με βάση τα προαναλυθέντα, επρόκειτο εξαρχής για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα απασχολήθηκε από 01-01-1996 έως 15-5-2015, που η εναγομένη της δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας έτσι την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση (άρθρ.3 ν.2112/20).
Τονίζεται ότι, ενόψει του χρόνου κατάρτισης της αρχικής της σύμβασης, ο χαρακτηρισμός της σχέσης που τη συνέδεε με την εργοδότριά της, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ουδόλως απαγορεύεται από τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις (103 Σ).....". Κατόπιν των ως άνω παραδοχών το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι οι διάδικοι ουδέποτε συνδέθηκαν με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και είχε απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας ως κατ' ουσία αβάσιμη, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ του ΑΚ και 6 ν. 765/1943, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, εξ αρχής, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Εξάλλου, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "η ενάγουσα κατά την εκτέλεση της εργασίας της τελούσε υπό τη διαρκή εποπτεία της εναγομένης, τόσο σε σχέση με τον τρόπο, όσο και με τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας της, ότι ειδικότερα αυτή υφίστατο τον διαρκή, έστω και χαλαρό, λόγω της φύσεως των υπηρεσιών της, έλεγχο των προϊσταμένων της για το είδος και την έκταση των κειμένων της, για τα οποία ελάμβανε κατευθυντήριες και δεσμευτικές οδηγίες, που είχαν σχέση με τη βαρύτητα και την έκταση που όφειλε να προσδώσει σε κάποια θέματα κρίσιμης σημασίας που ενδιέφεραν περισσότερο την εργοδότριά της και, κατά την κρίση της τελευταίας, την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, αλλά και τη συχνότητα των ανταποκρίσεών της, συμμορφούμενη πάντοτε με τις εντολές τους, ενώ δεν μπορούσε να απόσχει από το ημερήσιο πρόγραμμά της χωρίς ενημέρωση της εναγομένης και ότι τα ως άνω βασικά αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό και με τις ενδείξεις εξάρτησης, που αναφέρθηκαν (συμπερίληψή της στις μισθοδοτικές καταστάσεις, ασφάλισή της, παρακράτηση φόρων κλπ, χορήγηση αδειών), αποδεικνύουν ότι η ενάγουσα εκτελούσε εξαρτημένη εργασία και όχι ανεξάρτητη", δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγόμενη ήταν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι δε επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ανεπάρκειες και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας της αναιρεσίβλητης, κατά το περιεχόμενό τους είτε αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, είτε συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας ότι, δηλαδή, η αναιρεσίβλητη συνδεόταν με αυτή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με συνέπεια να μην ιδρύουν σχετικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν απαιτείτο η μνεία περισσότερων στοιχείων ως προς το στοιχείο της εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγόμενη και δεδομένου ότι η ανάπτυξη πρωτοβουλίας της ενάγουσας ως προς τα θέματα των ανταποκρίσεων, τον, χρόνο, τον τόπο παροχής της εργασίας της είναι σύμφυτη με τα επάγγελμα της ως δημοσιογράφου σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ήταν η μοναδική ανταποκρίτρια της εναγομένης σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους του ....
Επομένως ο μοναδικός εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της σχέσης που συνέδεε αυτή με την αναιρεσίβλητη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ., και 6 του ν. 765/1943 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.4.2021 με αριθμ. καταθ. 2661/337/28.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6425/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ