Legislator Case Law & Legislation
117/2020 AI generated

117/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 117/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται σε: α) καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) δημόσιες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) αφιερωμένες (βακούφια), η χρήση και εκμετάλλευση των οποίων γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) νεκρές (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Legislator headnote

AI generated

117/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τα νησιά του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 117 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 117/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, τον οποίο εκπροσώπησε η πάρεδρος του ΝΣΚ Σωτηρία Κοσμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Κ. Σ. Σ. και β) Σ. Σ. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φιφλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 65/2008 του παραπάνω Δικαστηρίου και 184/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 27-3-2015 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 184/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 65/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ιδίων κατά του αναιρεσείοντος, η οποία είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται σε: α) καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) δημόσιες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) αφιερωμένες (βακούφια), η χρήση και εκμετάλλευση των οποίων γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) νεκρές (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Εξάλλου, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά, με τη γενομένη δήμευση, διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα οποία ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τα νησιά του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί στις δημόσιες γαίες σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του ανωτέρω Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", κατηγορία των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και, μάλιστα, κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, αφού δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Πάρος, σύμφωνα με τα παραπάνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου για δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κάποιον, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, ενώ ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη που προαναφέρθηκαν, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς αποζημίωση.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 184/2014 απόφασης προκύπτει, ότι το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 65/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και έκανε δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους σε ακίνητο στη νήσο Πάρο, η οποία αγωγή είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο, πλην άλλων και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο, την οποία υποστήριξε ότι είχε αποκτήσει λόγω της φύσης του ως δημόσιας, κατά την έννοια του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, γαίας, δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους, καθόσον δέχτηκε, ως προς τον ισχυρισμό αυτό, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν δεν αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι το επίδικο αποτελούσε δημόσια, κατά την παραπάνω έννοια, του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, γαία και ότι, επομένως, αφού δεν συνιστούσε δημόσια γαία, δεν περιήλθε, βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, σχετικά, ότι "το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει επ' αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν σε εκείνο της κυριότητας, το οποίο καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκαν, καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα".

Σύμφωνα με αυτά, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο δε αποτελούσε δημόσια γαία, μη περιελθόν, ως εκ τούτου, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ήτοι του ότι το επίδικο δεν συνιστούσε δημόσια γαία, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση. 2. Περαιτέρω, κατά το Οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν, τις νεκρές γαίες τις αποτελούσαν, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε, όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ.

Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνο οι γαίες αυτές που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά ("όσο και η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου"). Αντίθετα, οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν ήταν δυνατόν να καταστούν αδέσποτες. Επομένως, εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες.

Μετά την απελευθέρωση, ένα ακίνητο στα νησιά των Κυκλάδων μπορούσε να καταστεί αδέσποτο, μόνο αν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε και το Δημόσιο θα αποκτούσε την κυριότητά του αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", το οποίο όριζε ότι όλα τα μη δεσποζόμενα παρ' ιδιωτών ή Κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο.

Εξάλλου, κατά τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύσαντος μετά την απελευθέρωση και μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ βρδ (ν. 1, 23 πανδ (47, 1) εισηγ. 47 (2-1), για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής του από τον κύριό του, με σκοπό να παραιτηθεί αυτός από την κυριότητά του και χωρίς την πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασής της σε τρίτο πρόσωπο, η δε βούληση του κυρίου θα έπρεπε να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούσαν αμφίβολη, χωρίς, όμως, να απαιτείται και η τήρηση τύπου, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972 αυτού και το άρθρο 2 παρ. 1 του αν 1539/1938 και η σχετική δήλωση παραίτησης του κυρίου πρέπει να γίνεται σε συμβολαιογράφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, διότι η εγκατάλειψη (άρθρο 1076 ΑΚ) αποτελεί δικαιοπραξία, που τείνει σε κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο (άρθρα 1192 αριθ. 1, 1198 ΑΚ) (ΑΠ 835/2014, ΑΠ 2191/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοιδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών", κατά την οποία το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφού, συνεπώς, τα λιβάδια δεν είναι ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης, έπεται, περαιτέρω, ότι είναι δυνατόν να αποκτηθεί η κυριότητά τους από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις κατωτέρω διατάξεις του βρδ, εφόσον τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ο χρόνος νομής τους (30ετία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (ΑΠ 1098/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του βδ της 17.11/1.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 και 3 αυτού, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις, που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις παραπάνω διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας στα δάση, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Κρίσιμη, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1997, ΑΠ 639/2016). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, σε εκείνα, δηλαδή, που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ των οποίων τόσο τα λιβάδια, όσο και τα δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχετ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σε αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων, ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 4/2013, ΑΠ 923/2012).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1987/2007).

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ότι το επίδικο δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα. Ειδικότερα, δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκαν, πλην των όσων αναφέρονται σχετικά στον προηγούμενο λόγο, "καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο και οι ισχυρισμοί του Δημοσίου, ότι το επίδικο καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο πριν από το έτος 1830 με δικαίωμα πολέμου ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου ή ότι το επίδικο κατά το έτος 1833 ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος ή ότι ήταν κατά το έτος 1836 δάσος ή δασική έκταση, ούτε αποδείχθηκε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι το Δημόσιο άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής από τους αναιρεσιβλήτους, καθόσον το Δημόσιο δεν προσκομίζει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, αφού ούτε και μάρτυρα εξέτασε και κατά συνέπεια οι περί ιδίας κυριότητας πιο πάνω ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν".

Σύμφωνα με αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο πλήττεται η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχτηκε η ιδιότητα του επιδίκου ως αδεσπότου, λιβαδιού ή βοσκοτόπου ή δάσους και ότι, συνεπώς, δεν περιήλθε, ως τέτοιο, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος το μεν ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παράβασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των ανωτέρω, ως προς τη φύση του επιδίκου, πραγματικών γεγονότων, το δε ως αβάσιμος, διότι οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ήτοι του ότι δεν επρόκειτο για αδέσποτο, λιβάδι ή βοσκότοπο ή δάσος, δεν ήταν εφαρμοστές στη συγκεκριμένη υπόθεση.

3. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, λόγω των παραδοχών της για συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο αφενός μεν με τακτική χρησικτησία, καίτοι το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα, βρδ δεν προέβλεπε το θεσμό τούτο, αφετέρου δε με έκτακτη χρησικτησία, αν και δεν συμπληρώνεται τριακονταετία στη νομή του από το έτος 1909, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, άρχισε η νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και μέχρι το έτος 1915, καθόσον έκτοτε δεν χωρεί χρησικτησία στα δημόσια κτήματα.

Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι του ότι το επίδικο δεν συνιστούσε δημόσιο κτήμα, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση. 4. Εξάλλου, σύμφωνα με τα ανωτέρω τρία Πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίσθηκε, κατά τα παραπάνω, η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών και, κυρίως, τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου, του μοναδικού άρθρου του δευτέρου και του άρθρου 1 του τρίτου των εν λόγω Πρωτοκόλλων, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, που προαναφέρθηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατέλαβε, κατά τη διάρκεια του πολέμου, με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των παραπάνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους τους που αναχώρησαν από τα απελευθερωθέντα μέρη της Ελλάδας και τα οποία δεν είχαν καταλειφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων.

Συνεπώς, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει, με αγωγή ή με ένσταση, ισχυρισμό για κυριότητά του σε ακίνητο, επειδή τούτο ανήκει σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, το δικονομικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού φέρει το ίδιο. Το ίδιο βάρος απόδειξης φέρει το Ελληνικό Δημόσιο και στις περιπτώσεις που προβάλλει (αγωγικό ή κατ' ένσταση) ισχυρισμό ιδίας κυριότητας, για το λόγο ότι το επίδικο:

α) αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανείς, από την έναρξη της ισχύος του βδ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", δεν εμφάνισε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου, β) αποτελούσε, από την έναρξη της ισχύος του βδ από 3/15.12.1833, λιβάδι ή βοσκότοπο και γ) ήταν αδέσποτη έκταση κατά το χρόνο ισχύος του βδ από 10.7.1837 (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 639/2016, ΑΠ 835/2014, ΑΠ 2191/2013).

Επομένως, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου για τη βασιμότητα των παραπάνω ισχυρισμών του Δημοσίου, τις φέρει το ίδιο το Δημόσιο. Κατά συνέπεια, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου με κάποιον από τους παραπάνω τρόπους, η αγωγή ή η ένστασή του θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, μετά την κατάργηση με τους νόμους 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασής του πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σε αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Το βάρος αυτό ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 309/2015, ΑΠ 1374/2013).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, μέρη τους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, γιατί ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, ως δάσος, ως αδέσποτο και ως λιβάδι. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αναπόδεικτους και, στη συνέχεια, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Με την κρίση του αυτή, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, ενστάσεις και, επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για τα γεγονότα που τους στηρίζουν, ήτοι του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, δάσος, λιβάδι ή αδέσποτο και, συνεπώς, ανεπίδεκτο χρησικτησίας, τις έφερε το ενιστάμενο Δημόσιο, που, ως εναγόμενο, πρόβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς και όχι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

5. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017, ΑΠ 1340/2015).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας, επειδή "δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, όπως η παραχώρηση, η εκχέρσωση, η εξουσίαση κλπ, που απαιτούνται για την κτήση ιδιωτικού δικαιώματος επί του επιδίκου και συγκεκριμένα της νομής, πριν και μετά τον απελευθερωτικό αγώνα και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και τη διατήρησή του αργότερα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι, ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι το επίδικο δεν ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων, με την ανωτέρω έννοια, γαιών, δεν αναφέρεται, γιατί θα έπρεπε, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, να παρατίθενται "περιστατικά κτήσης ιδιωτικού δικαιώματος επί του επιδίκου πριν και μετά τον απελευθερωτικό αγώνα και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους".

6. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση αυτή (ΑΠ 76/2013).

Εν προκειμένω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για την καλόπιστη, διανοία κυρίου και με νόμιμο τίτλο, από το έτος 1909 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, νομή του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους και τους αναφερόμενους δικαιοπαρόχους τους και, συνεπώς, για την κυριότητά τους σε αυτό με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όχι χωρίς απόδειξη, όπως ψέγεται με τον πέμπτο, από το άρθρο 599 αριθ. 10, λόγο αναίρεσης, αλλά με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται με λεπτομέρεια στην απόφασή του αυτή και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των ενάγοντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 184/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ