Legislator Case Law & Legislation
117/2019 AI generated

117/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 117/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

117/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με το άρθρο 1 Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1ης Οκτωβρίου 2005) το άρθρο 4 Ν. 2874/2000 αντικατεστάθη ως εξής: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 117 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 117/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Γ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριλένα Διαμαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.. που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ι.η, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1924/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3046/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/11/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.

Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν 2797/8 Δεκεμβρίου 2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Η. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 6ης Νοεμβρίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως έχει νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί κατά την ορισθείσα στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν ενεφανίσθη ο αναιρεσίβλητος, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτού. Επειδή, με την υπό κρίση από 6ης Νοεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3046/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή η από 25ης Σεπτεμβρίου 2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμόν 1924/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Mετ' εξαφάνιση δε της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 20ής Μαΐου 2013 αγωγή αυτού κατά των αναιρεσειόντων, αφορώσα εργατική διαφορά, έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.

Επειδή, με το άρθρο 1 Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1ης Οκτωβρίου 2005) το άρθρο 4 Ν. 2874/2000 αντικατεστάθη ως εξής: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα) (...)", ενώ με το άρθρο 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010 (έναρξη ισχύος από 15ης Ιουλίου 2010) η ως άνω παράγραφος 1 του άρθρου 1 Ν. 3385/2005 αντικατεστάθη ως εξής: "Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Δυνάμει της από 20.2.2008 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από την ετερόρρυθμη εταιρία οδικών μεταφορών εγγράφων με την επωνυμία "... Ε.Ε.", προκειμένου να παράσχει την εργασία του, ως διανομέας, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, οκτώ ώρες ημερησίως και έναντι των οριζόμενων από οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποδοχών, μεταφερθείς από 18.7.2008 στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...

Ε.Ε". Ακολούθως, το έτος 2009 η επωνυμία της αμέσως ανωτέρω εταιρίας τροποποιήθηκε σε εκείνη της πρώτης εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρίας, η οποία εκπροσωπείται από τον δεύτερο εναγόμενο, η εν λόγω δε εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος διήρκεσε έως τις 21.3.2013, οπότε αυτός απολύθηκε από την πρώτη αντίδικό του.

Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση των παρατιθέμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1958, ήδη από την έναρξη της απασχόλησής του και έως τις 21.9.2012, οπότε ασθένησε, λαβών σχετική αναρρωτική άδεια, ασκούσε τα εργασιακά του καθήκοντα, κάνοντας χρήση της με αριθμό κυκλοφορίας ….63 δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, από Δευτέρα έως Παρασκευή, από τις 08:00, οπότε μετέβαινε στην έδρα της πρώτης εναγόμενης προκειμένου να παραλάβει τα προς διανομή έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια παρέδιδε στους παραλήπτες τους, εντός προκαθορισμένων ραντεβού, όπως τα τελευταία εμφαίνονταν σε σχετικές εκτυπώσεις που του χορηγούσε η εργοδότριά του.

Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις εν λόγω εκτυπώσεις, τις οποίες ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει με επίκληση, τα ανωτέρω ραντεβού, τα οποία σημειωτέον ήταν έτσι κατανεμημένα ώστε να καλύπτουν γειτνιάζουσες περιοχές, αφορούσαν χρονικά διαστήματα δίωρης συνήθως διάρκειας που δεν είχαν κενά μεταξύ τους. Από απλή επισκόπηση των προσκομισθέντων ως άνω σχετικών- εκτυπώσεων ημερήσιου προγράμματος "ραντεβού", που αφορούν όλο σχεδόν το χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντα στην εναγομένη και χάριν παραδείγματος κατόπιν εξέτασης του σχετικού υπ' αριθμ.

ΙΣΤ 4 (προσκομισθέντος μετ' επικλήσεως πρωτοδίκως) που αφορά τις παραδόσεις που εκτελέστηκαν την 9/6/2011 (26 ραντεβού) προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 09.00 πμ και 13.00 μμ έδει να εκτελεστούν από τον ενάγοντα στα νότια προάστια …. οι αναφερόμενες σ' αυτό παραδόσεις χωρίς να προκύπτει ύπαρξη κενού μεταξύ των ωρών ραντεβού, ως εσφαλμένα εκρίθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου από το προσκομισθέν πρωτοδίκως μετ' επικλήσεως με αριθμ. πρωτ. …21/28-11-2013 έγγραφο του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Αν. Τομ. Αθηνών προκύπτει ότι η εναγομένη είχε ανακοινώσει ότι το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης του ενάγοντα, είναι πλήρες και συνεχόμενο 09.00 πμ έως 17.00 μμ [κατ' αυτήν], Δευτέρα έως Παρασκευή.

Όσον αφορά την έναρξη του ωραρίου του ενάγοντα αποδείχθηκε ως προαναφέρθηκε ήταν η 08.00 πρωινή. Από τις προσκομισθείσες πρωτοδίκως εκτυπώσεις (σχετ. Ιστ-Ιζ) προς διεκπεραίωση ραντεβού προκύπτει, ότι έκαστη ημέρα η πρώτη παράδοση έδει να γίνεται την 09.00 πρωινή. Εκ των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνάγεται ότι προκειμένου να καταστεί δυνατή η διανομή των πρώτων δεμάτων - επιστολών της ημέρας (ραντεβού μεταξύ 09.00 και 11.00), τα δέματα αυτά, έδει να παραληφθούν από τον ενάγοντα και τους λοιπούς διανομείς από την έδρα της εταιρείας.

Συνεπώς εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο το ωράριο εργασίας του να άρχεται στις 09.00, όπως εγένετο δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον στις 09.00 πμ έπρεπε ήδη ο ενάγων να έχει παραλάβει τα προς διανομή έγγραφα και δέματα από την έδρα της εναγομένης (Αθήνα) και να βρίσκεται στο τόπο της πρώτης παράδοσης (συνήθως νότια προάστια Αθηνών).

Συνεπώς, την 08.00 πρωινή ο ενάγων παρουσιαζόταν στην έδρα της εταιρείας, παραλάμβανε τα δέματα και τις προσκομισθείσες εκτυπώσεις σχετικά με τα ημερήσια ραντεβού. Περί τις 08.30 αποχωρούσε από την έδρα της εναγομένης, ώστε 09.00 πμ να βρίσκεται στο πρώτο σημείο παράδοσης (ραντεβού), το οποίο στη πλειονότητα των περιπτώσεων ευρισκόταν στα νότια προάστια των Αθηνών.

Τα ανωτέρω ενισχύονται έκτος από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγόμενης εμμέσως πλην σαφώς . Ειδικότερα από τα λεχθέντα ενόρκως υπό του μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος δήλωσε μεταξύ άλλων σε ερωτήσεις σχετικά με την σχέση και τον τρόπο λειτουργίας της εναγόμενης και του κύριου πελάτη αυτής ... "...Από το ...

παίρναμε τις δουλειές. Παραδίδαμε σε μεμονωμένους ιδιώτες. Μετά τους φακέλους τους επιστρέφαμε στο .... To ... βάζει τις ώρες. Ένας υπάλληλος εκτός λίστας δεν μπορούσε μόνος να κάνει αλλαγή. Το μεσημέρι παράδοση όριζε το .... Δεν μπορούσε να γίνει αλλαγή σε ραντεβού γιατί θα 'χανε τον πελάτη..." προκύπτει αφενός ότι υπήρχαν παραδόσεις ραντεβού και κατά τις μεσημεριανές ώρες καθόσον και το ότι η εργασία του ενάγοντα όσον αφορά τις υπηρεσίες που εκτελούσε για το ..., δεν εξαντλούνταν στο να παραδώσει τους φακέλους στους πελάτες του ..., αλλά και στο να παραλάβει από αυτούς υπογεγραμμένο το προδιατυπωμένο έγγραφο που ετοίμαζε για αυτούς το ...

και να το επιστρέφουν στην έδρα του ... στη …. Το ως άνω προκύπτει και από τη δήλωση του μάρτυρός του, ο οποίος ενόρκως δήλωσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "...Τα μεσημέρια έπαιρνε φακέλους από την … για την εναγομένη...". Αλλά και η λεπτομερής και πειστική κατάθεση στην σχετική ως άνω ένορκη βεβαίωση της Χ.

Κ. του Β., "...Για να είναι τυπικός στην εργασία του έφευγε από την οικία μας 7.20 πμ ώστε να βρίσκεται στην έδρα της εταιρείας κατά την έναρξη του ωραρίου, δηλαδή στις 8.00 π.μ..."". Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο απεφάνθη ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο αμοιβής υπερεργασίας συνολικού ποσού 8446,50 ευρώ, το οποίο, δεχόμενο την έφεση, επιδίκασε υπέρ αυτού, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων περί υπερεργασίας, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος έπρεπε καθ' εκάστη να παρουσιάζεται στην έδρα της εταιρίας την ογδόη πρωϊνή προς παραλαβή των προς διανομή εγγράφων και δεμάτων, ώστε να ευρίσκεται στον τόπο της πρώτης παραδόσεως την ενάτη πρωϊνή, εν συνεχεία απασχολούμενος μέχρι της πέμπτης απογευματινής συνεπλήρωνε πέντε ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως και ότι η υποχρέωση πραγματοποιήσεως της πρώτης παραδόσεως την ενάτη πρωινή καθ' εκάστη προέκυπτε από το κοινοποιούμενο από την εργοδότιδα εταιρία ημερήσιο πρόγραμμα παραδόσεων.

Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος του νικώντος διαδίκου. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο δεύτερος αναιρεσείων έχει καταθέσει το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο δεύτερον αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6ης Νοεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3046/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο δεύτερον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ