117/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 117 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated117/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 117 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 117 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 117/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. χήρας Ι. Κ., 2)Α. θυγ. Ι. Κ., 3)Π. Ι. Κ. Α., κατοίκων ... του Νομού Αχαϊας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. Κ. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2004 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και την από 2-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 484/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 77/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πάτρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 24-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ’ ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 320/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στο πλαίσιο της διάταξης αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση. Η αυτοπρόσωπη όμως εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω διάταξη. Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας, θεωρήσει τα όσα οι διάδικοι διευκρινιστικώς εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους στο ακροατήριο, ως περιεχόμενο χωρίς όρκο καταθέσεως και τα συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 β’ του Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 44/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθ. 481/2006 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων προκειμένου αυτοί να παράσχουν κατά τη νέα δικάσιμο διασαφήσεις σχετικά με την ένδικη ενώπιον του υπόθεση, δηλαδή τη συνεκδίκαση αναγνωριστικής κυριότητας και διεκδικητικής αγωγών που αφορούσαν το ίδιο ακίνητο. Κατά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, εμφανίστηκαν από τους διαδίκους οι Π. Κ. (αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη) και Π. Κ. (τρίτος αναιρεσείων-εκκαλών), "προκειμένου να υποβληθούν σε αυτούς ερωτήσεις για την παροχή διασαφηνίσεων σχετικά με την υπόθεση", οι οποίοι και κατέθεσαν χωρίς να ορκισθούν (βλ. 484/1-12-2009 πρακτικά ανωτέρω Δικαστηρίου). Ακολούθως, εκδόθηκε η 484/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, παραγνωρίζοντας τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων, θεώρησε το περιεχόμενο των διασαφήσεων τους, ως χωρίς όρκο καταθέσεις, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατέληξε στην ίδια με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίση και απέρριψε την έφεση, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα καταλήγει "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νομότυπα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των υπ’ αριθ. .../8-3-2007 και .../12-3-2007 ενόρκων βεβαιώσεων των συμβολαιογράφων Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη και Αικατερίνης Φωτοπούλου σε συνδυασμό με τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", όχι δε και από τις προαναφερόμενες διασαφήσεις των ανωμοτί εξετασθέντων διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν σε αυτό, με επίκληση, αφενός προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι ο αρχικώς ενάγων και δικαιοπάροχος τους Ι. Κ. απέκτησε την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και αφετέρου προς ανταπόδειξη του ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη-ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου και συγκεκριμένα: α) τις προαναφερόμενες διασαφήσεις των διαδίκων (πρώτος λόγος) και β) τις ένορκες βεβαιώσεις των Β. Γ. και Μ. Τ. που περιέχονται στην υπ’ αριθ. .../23-3-2007 πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Αικατερίνης Φωτοπούλου (δεύτερος λόγος). Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, αφενός το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, συννόμως δεν συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο τις δοθείσες ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠολΔ, διασαφήσεις των διαδίκων και αφετέρου από την προαναφερθείσα αυτολεξεί φρασεολογία του προκύπτει αδιστάκτως ότι τούτο (Εφετείο), για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τις, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις των Β. Γ. και Μ. Τ., η φράση δε στο σκεπτικό της απόφασης "....Τέλος αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία τους δημιουργούν και οι μάρτυρες Β. Γ. και Μ. Τ., οι οποίοι περιορίστηκαν στην εγχείριση σημειώματος στη συμβολαιογράφο Αικατερίνη Φωτοπούλου, αρνούμενοι με τον τρόπο αυτό την προφορική εξέταση τους" αφορά την αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία τους και μόνον, όχι δε τον αποκλεισμό και τη μη λήψη υπόψη, μαζί με τα λοιπά προσαχθέντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, της ένορκης βεβαίωσης τους προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Ως εκ τούτου αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 77/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ