Legislator Case Law & Legislation
117/2015 AI generated

117/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 117/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε με το να τον εφαρμόσει εσφαλμένα, προσδίδοντάς του έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα ή διάφορα των αναγκαίων, είτε με το να μην τον εφαρμόσει, μολονότι βάσει των παραδοχών του, έπρεπε να εφαρμοστεί.

Legislator headnote

AI generated

117/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συμφωνήθηκε ακόμη ότι επιτρέπεται η υπομίσθωση και η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτους υπό τον όρο να συμμετέχει στην υπομίσθωση ο εκπροσωπών την μισθώτρια, Σ. Χ., 2ος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα εγγυήθηκε ατομικώς, προσωπικός αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την μισθώτρια για την καταβολή του μισθώματος και για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση όλων των όρων του ως άνω συμφωνητικού, παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως.

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances redundancy resettlement allowance suspension of benefit entitlement migrant unemployment severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 117 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 117/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΦΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΩΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ. του Π. και 2) Λ. - Ι. Γ. - Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Βλάχο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 7-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-9-2009 και 9-5-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 12-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της από 23-6-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε με το να τον εφαρμόσει εσφαλμένα, προσδίδοντάς του έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα ή διάφορα των αναγκαίων, είτε με το να μην τον εφαρμόσει, μολονότι βάσει των παραδοχών του, έπρεπε να εφαρμοστεί.

Ο λόγος του 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η απόφαση δεν έχει τις αναγκαίες παραδοχές, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, ενώ κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μισθώσεως οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρα 343 επ.

ΑΚ) και των θετικών παραβάσεων της συμβάσεως (άρθρα 343 επ., 335 ΑΚ), έχει δε ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή (άρθρ. 342 επ., 335 ΑΚ), την ανυπαρξία του οποίου οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει αυτός. Τέτοια ζημία, ως μετενέργεια της μισθωτικής συμβάσεως, προκαλείται και όταν, μετά την εκτέλεση της εξωστικής απόφασης και την αποβολή του μισθωτή, αυτός αρνείται να απομακρύνει τα κινητά πράγματα που υπάρχουν στο μίσθιο και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, για τα οποία ορίστηκε μεσεγγυούχος και παρέμειναν εκτός τούτου, εξαιτίας της παραμονής των οποίων είναι αδύνατη η εκμίσθωση του μισθίου σε άλλον.

Αποκαθίσταται δε στην περίπτωση αυτή τόσο η θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, το οποίο θα αποκόμιζε με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απομάκρυνε τα κινητά πράγματα από το μίσθιο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, που επικύρωσε, δέχτηκε ανελέγκτως, ως προς το ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 15-1-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, οι ενάγουσες ως έχουσες την εξ αδιαιρέτου και εξ ημισείας ψιλή κυριότητα από κοινού με την Ν.

χήρα Π. Γ., ως επικαρπώτρια, εκμίσθωσαν στην 1η εναγόμενη, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΦΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΩΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", τα υπό στοιχεία Κ-6, Κ-7 και Κ-8 ισόγεια καταστήματα, συνολικής επιφάνειας 123 τ.μ., μετά των υπογείων τους και των χώρων μεσορόφων (πατάρια), που βρίσκονται στη συμβολή των οδών Δωδώνης 2 και Κατσαδήμα, στα Ιωάννινα, για χρονικό διάστημα έξι ετών, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως καφετέρια, εστιατόριο, μπαρ, ζαχαροπλαστείο ή αναψυκτήριο, αντί μηνιαίου προκαταβαλλομένου την 5η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, μισθώματος, ύψους 1.000.000,00 δραχμών, πλέον αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 3,6%.

Συμφωνήθηκε ακόμη ότι επιτρέπεται η υπομίσθωση και η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτους υπό τον όρο να συμμετέχει στην υπομίσθωση ο εκπροσωπών την μισθώτρια, Σ. Χ., 2ος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα εγγυήθηκε ατομικώς, προσωπικός αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την μισθώτρια για την καταβολή του μισθώματος και για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση όλων των όρων του ως άνω συμφωνητικού, παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως.

Μεταξύ των όρων αυτών ορίστηκε και ότι η μισθώτρια υποχρεούται κατά τη λήξη ή λύση της μισθώσεως για οποιονδήποτε λόγο να παραδώσει το μίσθιο στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε. Ακολούθως, δυνάμει του από 15.12. 2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι, πλην της επικαρπώτριας, η οποία είχε ήδη αποβιώσει, παρέτειναν τη διάρκεια της μισθώσεως έως τις 14.1.2014.

Η μισθώτρια δυνάμει του από 7.5.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσε το ανωτέρω μίσθιο στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. fast - food E.E." και το διακριτικό τίτλο "EVEREST", στην οποία συμμετείχε και ο 2ος εναγόμενος, για το χρονικό διάστημα έως τη λήξη της κύριας μίσθωσης, αντί μηνιαίου μισθώματος 4.228,35 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου.

Την σύμβαση αυτή η μισθώτρια γνωστοποίησε στις 23.5.2007 στην 1η ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση δυνάμει της παραπάνω σύμβασης μισθώσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 1η εναγόμενη μολονότι χρησιμοποιούσε ανενόχλητα το μίσθιο δεν κατέβαλε στις ενάγουσες τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2007 έως και Μαΐου 2008, συνολικού ποσού 26.737,85 ευρώ.

Για το λόγο αυτό κατόπιν αιτήσεως των εναγουσών εκδόθηκε σε βάρος της μισθώτριας η υπ' αριθμ. 26/21.10.2008 διαταγή απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία η μισθώτρια και κάθε τρίτος έλκων τα δικαιώματά του από αυτήν, υποχρεώθηκε να αποδώσει στις εκμισθώτριες τη χρήση του επίδικου μισθίου.

Οι ενάγουσες εκμισθώτριες επέδωσαν, στις 27.11.2008, αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής απόδοσης μισθίου τόσο στην μισθώτρια, 1η εναγόμενη, όσο και στην υπομισθώτρια. Ωστόσο οι τελευταίες δεν απέδωσαν το μίσθιο με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση του ανωτέρω τίτλου και έτσι δυνάμει της υπ' αριθμ. 295/16.12.2008 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων Μ.

Κ., αποβλήθηκε η μισθώτρια, και κάθε τρίτος που είλκε τα δικαιώματά του από την τελευταία, από το μίσθιο, εγκαταστάθηκαν σε αυτό οι επισπεύδουσες την εκτέλεση ενάγουσες και ορίστηκε φύλακας και μεσεγγυούχος των κινητών πραγμάτων, που βρέθηκαν στο μίσθιο, ο Α. Π. του Α., στον οποίο παραδόθηκαν και τα νέα κλειδιά του μισθίου, λυθείσας έτσι της επίδικης μισθώσεως.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, η εναγόμενη μισθώτρια, παρά τη βίαιη αποβολή της, κατά τα παραπάνω, παρέβη την υποχρέωσή της να απομακρύνει το σύνολο των εισκομισθέντων στο μίσθιο. Ειδικότερα, στην παραπάνω έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, αναφέρεται ότι εντός του μισθίου βρέθηκαν τα περιγραφόμενα σε αυτή κινητά πράγματα, ήτοι αναλώσιμα και πάγιος εξοπλισμός καφετέριας (έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, είδη εστίασης), τα οποία δεν ήταν αντικείμενο εκτέλεσης και τα οποία παραδόθηκαν στον Α.

Π. προς φύλαξη. Τα ως άνω κινητά δεν προσήλθε η 1η εναγόμενη να τα παραλάβει, ούτε όμως και η υπομισθώτρια, παρά τις προς τούτο προσκλήσεις και διαμαρτυρίες των εναγουσών, οι οποίες με την από 27.1.2009 εξώδικη δήλωσή τους, επιδοθείσα στις 28.1.2009 στην μισθώτρια και στις 27.1.2009 στην υπομισθώτρια, διαμαρτύρονταν για την μη ανάληψη των ανωτέρω κινητών και την εντεύθεν ζημία τους, αφού δεν μπορούσαν να εκμισθώσουν εκ νέου το επίδικο μίσθιο και τις καλούσαν εντός 10 ημερών να αναλάβουν τα κινητά τους, άλλως θα χρησιμοποιούσαν όλα τα νόμιμα μέσα.

Η μισθώτρια και πάλι δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση εκκένωσης του μισθίου, με συνέπεια οι ενάγουσες, με την υπ' αριθμ. 226/4.3.2009 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, να ζητήσουν την άδεια εκποιήσεως των ανωτέρω κινητών. Η συζήτηση της αιτήσεως ορίστηκε για τη δικάσιμο της 11.3.2009, κατά την οποία αναβλήθηκε με αίτηση της 1ης εναγομένης για τη δικάσιμο της 18.3.2009, κατά την οποία άσκησε κύρια παρέμβαση η υπομισθώτρια και η "ΚΑΦΕΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε συναινούντων των διαδίκων για την 1.4.2009.

Τελικώς η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 6.4.2009 και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. 256/30.4.2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε την κύρια παρέμβαση της υπομισθώτριας, έδωσε την αιτηθείσα άδεια στις ενάγουσες να εκθέσουν σε δημόσιο πλειστηριασμό τα κινητά της υπομισθώτριας, που περιγράφονται στην ως άνω έκθεση αποβολής, πλην δύο κινητών (μηχανή παρασκευής καφέ και μύλο άλεσης καφέ), τα οποία υποχρεώθηκε ο ως άνω φύλακας να παραδώσει στην κυρία αυτών, "ΚΑΦΕΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", ορίστηκε τόπος πλειστηριασμού το επίδικο μίσθιο... ...24.11.2010 εκπλειστηριάστηκαν τα εν λόγω κινητά ενώπιον της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματίκης Ζαχαρία Φράγκα - Στάθη, και συντάχθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. 12.773/24.11.2010 έκθεση πλειστηριασμού κινητής περιουσίας, από την οποία προκύπτει ότι υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Ι. Ο.Ε.", στην οποία κατακυρώθηκαν τα ως άνω κινητά αντί τιμήματος 4.700,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ από 23%. Η ανωτέρω συμβολαιογράφος συνέταξε στη συνέχεια τον υπ' αριθμ. .../ 17.1.2011 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, από τον οποίο προκύπτει ότι ο δικαστικός επιμελητής Κ. Α. κατατάχθηκε για δικαιώματα και δαπάνες πλειστηριασμού που έκανε για το συνολικό ποσό των 5.839,21 ευρώ, ωστόσο λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος κατά τη διανομή έλαβε το ποσό των 3.088,30 ευρώ.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η μη απομάκρυνση των ως άνω κινητών πραγμάτων από το μίσθιο, από τον Ιανουάριο του 2009 έως και το Νοέμβριο του 2010, από υπαιτιότητα της 1ης εναγομένης μισθώτριας λόγω του αριθμού και του όγκου τους, στέρησε από τις ενάγουσες εκμισθώτριες τη δυνατότητα εκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτον μέχρι και το Νοέμβριο του 2010......

Συνεπώς, οι ενάγουσες ζημιώθηκαν κατά το ποσό του μισθώματος που θα εισέπρατταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του 2010, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 4.335,87 ευρώ μηνιαίως, ήτοι σε ποσό ίσο με το συμβατικό μίσθωμα, κατά τη λύση της μίσθωσης και συνολικά στο ποσό των 4.335,87 χ 23 μήνες = 99.725,01 ευρώ". Περαιτέρω δέχτηκε για τον καθορισμό της θετικής ζημίας τους τα εξής: "Αποδείχθηκε ότι ο δικαστικός επιμελητής Κ. Α., για τις δαπάνες που έκανε για την πραγματοποίηση των προαναφερθέντων πλειστηριασμών των εισκομισθέντων κινητών, κατατάχθηκε με τον υπ' αριθμ. .../17.1.2011 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, για το συνολικό ποσό των 5.839,21 ευρώ, ωστόσο λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος κατά τη διανομή έλαβε το ποσό των 3.088,30 ευρώ, συνεπώς, του οφείλεται ακόμη το ποσό των 2.750,91 ευρώ και όχι το ποσό των 2.844,74 ευρώ που ζητούν με την α' αγωγή τους οι ενάγουσες.

Συνεπώς, δεκτής γενομένης ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμης της εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασης εξοφλήσεως που πρότειναν οι εναγόμενοι, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το γ' αίτημα της α' αγωγής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στις ενάγουσες το ποσό των 2.750,91 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της α' αγωγής. Επίσης, από την υπ' αριθμ. 2212/22.12.2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων, Μ. Κ., αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες της κατέβαλαν το ποσό των 750,00 ευρώ για την εκτέλεση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 26/2008 διαταγής απόδοσης μισθίου, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι της κατέβαλαν συνολικά το ποσό των 1.500,00 ευρώ, όπως ισχυρίζονται με την αγωγή τους.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το β' αίτημα της α' αγωγής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στις ενάγουσες το ποσό των 750,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της α' αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με τις παραδοχές αυτές διέλαβε στην απόφασή του όλα τα αναγκαία περιστατικά που επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και άρα ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μεταξύ άλλων υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Εξάλλου, ο λόγος του 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η απόφαση δεν έχει τις αναγκαίες παραδοχές, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν στο Εφετείο την ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι οι αναιρεσίβλητες (ενάγουσες) συντέλεσαν στο μη περιορισμό της έκτασης της ζημίας τους, διότι μετά την αποβολή τους από το μίσθιο και την εγκατάσταση αυτών σ' αυτό και τον ορισμό του Α.

Π. (γιού της δεύτερης ενάγουσας) ως μεσεγγυούχου, παρέλειψαν επί μακρό διάστημα να μεταφέρουν τα κινητά πράγματα σε αποθηκευτικό χώρο, καταβάλλοντας μίσθωμα όχι ανώτερο των 100 ευρώ κατά μήνα. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτόν το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Αποδείχτηκε ότι οι εκμισθώτριες, σε αντίθεση με τους αντιδίκους τους, έπραξαν παν ό,τι ήταν δυνατόν για την ελευθέρωση του μισθίου, αποδυθείσες σε μακροχρόνιο συνεχή δικαστικό αγώνα πλειστηριασμού τούτων, ο οποίος, λόγω των κωλυσιεργιών, παρεμβολών και παρεμβάσεων άλλοτε των μισθωτών και άλλοτε της υπομισθώτριας, βράδυνε να τελεσφορήσει, ενώ, ενόψει της φύσης, του αριθμού και του όγκου των κινητών, της άρνησης των αντιδίκων των εκμισθωτριών να επωμισθούν τις σχετικές δαπάνες, αλλά και των απειλών της υπομισθώτριας για δικαστική δίωξη των εκμισθωτριών, σε περίπτωση φθοράς τους, κατά τη μεταφορά, κατέστη αδύνατη η, μέχρι του πλειστηριασμού τους, μεταφορά τους σε άλλο μίσθιο χώρο.

Σε κάθε περίπτωση, η αξίωση των εκκαλούντων να απομακρύνουν τα κινητά από το μίσθιο οι εφεσίβλητες, να πράξουν δηλαδή αυτές και μάλιστα υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, εκείνο που οι ίδιοι όφειλαν να είχαν πράξει, αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και την έννομη τάξη και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο τούτο".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη δυνατότητα μεταφοράς των ευρισκομένων στο μίσθιο κινητών, διότι δεν εξηγεί επαρκώς και με σαφήνεια γιατί ο αριθμός και ο όγκος των κινητών καθιστούσε αδύνατη τη μεταφορά τους σε αποθηκευτικό χώρο, αν ληφθεί υπόψη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι αυτά εκπλειστηριάσθηκαν και μεταφέρθηκαν από τον υπερθεματιστή στο χώρο του.

Τα λοιπά αναφερόμενα περιστατικά δεν δικαιολογούν την αδυναμία μεταφοράς τους. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως ορθότερα εκτιμάται.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ και κυρίως από τη δεύτερη, η οποία ορίζει ότι "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη", προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης πρέπει να ερμηνεύεται στενά και σε αμφιβολία υπέρ του εγγυητή.

Περαιτέρω, η αξίωση του εκμισθωτή από το άρθρο 601 ΑΚ είναι αξίωση, η οποία ναι μεν λαμβάνει ύπαρξη με αφορμή της σύμβαση μισθώσεως, έχει όμως ως βάση όχι τη σύμβαση αυτή, αλλά το γεγονός της παρανόμου κατακράτησης του μισθίου, μετά τη λήξη της μίσθωσης, και την εξ αιτία της παράβασης αυτής, προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο αυτό και τα άρθρα 297, 298 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση, όπου ο εγγυητής εγγυήθηκε για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτου - μισθωτή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση μισθώσεως, όχι όμως και για τις υποχρεώσεις που απορρέουν εκ του νόμου, όπως η εκ του άρθρου 601 ΑΚ υποχρέωση, η οποία γεννάται μετά τη λήξη της μισθώσεως, δεν ευθύνεται για την τελευταία αυτή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη - μισθωτή έναντι του εκμισθωτή.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ως προς την ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος τα ακόλουθα: "Το ποσό αυτό πρέπει να υποχρεωθούν να τους το καταβάλουν τόσο η 1η εναγόμενη μισθώτρια όσο και ο 2ος εναγόμενος εγγυητής, καθόσον από το κείμενο της προαναφερθείσας σύμβασης μισθώσεως και εγγυήσεως προκύπτει ότι ο 2ος εναγόμενος εγγυητής, ευθύνεται για την έκταση της κύριας οφειλής απόδοσης του μισθίου στην κατάσταση που παραλήφθηκε, συνεπώς, αφού εξαιτίας της υπερημερίας της μισθώτριας πρωτοφειλέτριας οφείλεται πλέον όχι η πρωτογενής παροχή, αλλά η δευτερογενής παροχή της χρηματικής αποζημίωσης κατ' άρθρο 601 ΑΚ, το ίδιο οφείλει απέναντι στις εκμισθώτριες και ο εγγυητής".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, με το να υποχρεώσει τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως εγγυητή της μισθωτικής συμβάσεως, στην καταβολή των εκ του νόμου αγωγικών αξιώσεων, που βαρύνουν τη μισθώτρια - πρώτη των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τα ανωτέρω κεφάλαια (ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ και έλλειψη ευθύνης εγγυητή). Σημειωτέον ότι το ύψος των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων θα εξαρτηθεί από την ολική ή μερική ή καθόλου παραδοχή της ενστάσεως από το άρθρο 300 ΑΚ.

Η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (ΚΠολΔ 176 και 183).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 150/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς 058717, 058716, 086182 (ΤΑΧΔΙΚ) και 1374165, 1374164, 1374163 (Δημοσίου).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ