Legislator Case Law & Legislation
117/2013 AI generated

117/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 117/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

117/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 117 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 117/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Διαμαντόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6378/2008του ίδιου Δικαστηρίου και 5752/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 7-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.

Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες, και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.

Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, π.χ.

δικαιοδοσίας, ικανότητας διαδίκου, νομιμοποίησης, εννόμου συμφέροντος κ.λ.π. Και είναι μεν αληθές ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου, με την έννοια ότι εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2005 - ΑΠ 879/2004).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, παρά το ότι εξέθετε αυτός λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα απαραίτητα θεμελιωτικά στοιχεία για την παθητική της νομιμοποίηση, και συγκεκριμένα:

α) ότι η (εκπροσωπούμενη από αυτόν με την ιδιότητα του συνδίκου) ανώνυμη εταιρεία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." (εφεξής Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε.) είχε καταρτίσει την από 14-9-1994 έγγραφη σύμβαση με την (μη διάδικο) ομόρρυθμη εταιρεία "Η. Π. - Α. Δ. & ΣΙΑ Ο.Ε." με αντικείμενο την πώληση από τη δεύτερη στην πόλη της Λάρισας των εφημερίδων, περιοδικών και εντύπων, που διακινούνταν από την Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε, με αμοιβή ποσοστό 20% επί των τιμών των πωλουμένων εντύπων, β) ότι η αρχική υποπράκτορας (ήτοι η ρηθείσα ομόρρυθμη εταιρεία) διακινούσε τα αποστελλόμενα από την Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. έντυπα, παρακρατούσε από τα εισπραττόμενα ποσά την προμήθειά της, ενεργώντας ως θεματοφύλακας της τελευταίας, γ) ότι, με βάση σχετική έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών η τελική εκκαθάριση γινόταν από την Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε. κατά μήνα και αποστελλόταν στην υποπράκτορα, η οποία είχε τη δυνατότητα μέσα σε οκτώ ημέρες από την παραλαβή της να ενημερώσει εγγράφως για τυχόν αντιρρήσεις του ως προς τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά, η άπρακτη δε παρέλευση της προθεσμίας αυτής είχε ως συνέπεια την πλασματική αναγνώριση εκ μέρους της υποπράκτορα του χρεωστικού υπολοίπου που αναγραφόταν σε κάθε μηνιαία εκκαθάριση, δ) ότι η συνεργασία αυτή με την αρχική υποπράκτορα λειτούργησε κανονικά με τους πιο πάνω όρους μέχρι τον Οκτώβριο 1994, οπότε και διέκοψε τη συνεργασία με την Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε., προτείνοντας σ' αυτήν να αναλάβει η εναγομένη - αναιρεσίβλητη έκτοτε την επιχείρηση του Υποπρακτορείου της Λάρισας, πρόταση την οποία αποδέχθηκε η Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. ε) ότι κατόπιν τούτου ακολούθησαν συνεννοήσεις και συζητήσεις μεταξύ της Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, οι οποίες κατέληξαν σε τελική προφορική συμφωνία για ανάληψη από μέρους της του Υποπρακτορείου της Λάρισας και της εξακολουθήσεως της ίδιας επιχειρήσεως εφεξής στο όνομά της και με τον τρόπο αυτό εισήλθε ατύπως στην πιο πάνω μικτή σύμβαση και κατέστη ειδική διάδοχος της αρχικής υποπράκτορα στο σύνολο της αρχικής έννομης σχέσεως, στ) ότι η Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε. από την πλευρά της συνέχισε να εκτελεί τις αποστολές και παραγγελίες εντύπων, εκδίδοντας την εκκαθάριση για το μήνα Νοέμβριο 1999 στο όνομα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η οποία την παρέλαβε και την αποδέχθηκε ρητά, αναγνωρίζοντας και εμπράκτως την προγενέστερη οφειλή της δικαιοπαρόχου της, την οποία είχε αναδεχθεί δυνάμει της στερητικής αναδοχής χρέους της αρχικής υποπράκτορα διά της μερικής καταβολής της ίδιας οφειλής, καθόσον όπως φαίνεται και στη συνημμένη στην αγωγή εκκαθάριση για το μήνα Νοέμβριο 1999 έναντι του συνολικού οφειλόμενου ποσού των 263.652,86 ευρώ, το οποίο αναλυόταν σε 193.250,02 ευρώ το προγενέστερο χρέος και σε 70.402,84 ευρώ οφειλή για το μήνα Νοέμβριο 1999, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε. το ποσόν των 71.616,33 ευρώ, το οποίο και πιστώθηκε στο λογαριασμό της, ανάλογη δε τακτική ακολούθησε και για το μήνα Δεκέμβριο 1999, οπότε και εκδόθηκε η τελική εκκαθάριση, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη - αναιρεσίβλητη όφειλε στην Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. το ποσόν των 54.285.083 δρχ. ισόποσο με 159.310 ευρώ, για το οποίο αυτή δεν πρόβαλε μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την παραλαβή της καμιά αντίρρηση, αναγνωρίζοντας έτσι το ποσόν αυτό ως οφειλόμενο.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν, αν στην προφορική συμφωνία μεταξύ της Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. και της αρχικής υποπράκτορα "Η. Π. - Α. Δ. & ΣΙΑ Ο.Ε." για ανάληψη της επιχειρήσεως του υποπρακτορείου της Λάρισας εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης συνεβλήθη και η τελευταία ως συμβαλλόμενο μέρος, και μάλιστα σε μία σύμβαση που την αφορούσε άμεσα, και πολύ περισσότερο αν καταρτίσθηκε, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 873 ΑΚ, έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε. το προς αυτήν χρέος της ομόρρυθμης εταιρείας "Η. Π. - Α. Δ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", ανερχόμενο κατά μήνα Οκτώβριο 1999 στο ποσόν των 193.250,02 ευρώ, για πρώτη φορά δε τα στοιχεία αυτά εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία τούτων ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στο δικόγραφο της αγωγής, όπως αυτό παρατέθηκε παραπάνω, δεν εκτίθενται στοιχεία νομιμοποιήσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από την επικαλούμενη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, και επομένως, εφόσον δεν υπάρχουν στην αγωγή νομιμοποιητικά στοιχεία, δεν ιδρύεται ούτε ο από το άρθρο. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όπως αβασίμως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αυτής.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991). Εξάλλου, η συμφωνία των συμβαλλομένων σε σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μερών, με την οποία καθορίζεται ως αποδεικτικό μέσο και το "απόσπασμα" των εμπορικών βιβλίων, -κατά κανόνα της πιστοδότριας Τράπεζας-, το οποίο δεν προβλέπεται από τα άρθρα 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη διάταξη νόμου, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και είναι καταρχήν έγκυρη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει σχετική συμφωνία των συμβαλλομένων, στην περίπτωση κατά την οποία κλείνεται ο λογαριασμός και έχει γίνει αναγνώριση του μέχρι του κλεισίματος καταλοίπου, δεν υπάρχει ανάγκη αναδρομής και στα προηγούμενα της αναγνωρίσεως αυτής κονδύλια, και συνεπώς παραθέσεώς τους στην αγωγή.

Το κατάλοιπο μάλιστα του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι δυνατό να αναγνωρισθεί με άτυπη σύμβαση των μερών. Η αποστολή λογιστικής εκκαθαρίσεως από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο πρέπει να θεωρηθεί ότι ενέχει και πρόταση για αναγνώριση του καταλοίπου. Η αποδοχή της πρότασης μπορεί να συνάγεται και συμπερασματικώς.

Ωστόσο, μόνη η σιωπή του άλλου μέρους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή της προτάσεως. Είναι, όμως, δυνατό να έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι αν ο αποδέκτης της εκκαθάρισης δεν αντιλέξει μέσα σε ορισμένη εύλογη προθεσμία, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο, η συμφωνία δε αυτή είναι επίσης έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι, ενώ εξέθετε λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, και συγκεκριμένα:

α) την αποστολή της μηνιαίας εκκαθάρισης τρεχούμενου λογαριασμού και προμηθειών για το μήνα Νοέμβριο 1999, που συνιστούσε πρόταση εκ μέρους της Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. αφενός μεν για την έναρξη συνεργασίας μαζί της ως ειδικής διαδόχου της αρχικής υποπράκτορα, αφετέρου δε για την αναγνώριση της προκύπτουσας σ' αυτήν οφειλής της και β) τη ρητή και συνομολογούμενη εκ μέρους της παραλαβή και αποδοχή της μηνιαίας αυτής εκκαθαρίσεως, χωρίς την προβολή αντιρρήσεων, ούτε εγγράφως ούτε ατύπως μέσα σε οκτώ ημέρες από την παραλαβή της, ενώ είχε τη δυνατότητα, γεγονός που, σε συνδυασμό με την αναγνώριση του δι' αυτής οφειλόμενου ποσού διά της μερικής καταβολής προγενέστερου χρέους, συνιστούσε δήλωση αποδοχής της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, οπότε η αγωγή περιείχε όλα τα θεμελιωτικά στοιχεία για την παθητική νομιμοποίησή της ως ειδικής διαδόχου της αρχικής υποπράκτορα, ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέσθηκε αποκλειστικά και μόνο στην παραδοχή ότι δεν υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση και παραλείποντας να συνεκτιμήσει και τα υπόλοιπα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν, αν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν, πέραν των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, ότι μεταξύ της Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης είχε συμφωνηθεί αφενός μεν ότι το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της πρώτης θα αποτελεί επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ότι στην περίπτωση κατά την οποία κλείνεται ο λογαριασμός και έχει γίνει αναγνώρισή του μέχρι του κλεισίματος καταλοίπου, δεν υπάρχει ανάγκη αναδρομής και στα προηγούμενα της αναγνωρίσεως αυτής κονδύλια και συνεπώς παραθέσεώς τους στην αγωγή, αφετέρου δε ότι η αποστολή της εκκαθαρίσεως και η μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους του οφειλέτη μέσα σε εύλογη προθεσμία θα θεωρείται ως αναγνώριση του καταλοίπου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό δεν θεμελιώνει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατόπιν τούτου είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ Ολομ. 3/1997), όπως έπραξε στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.

Κατόπιν τούτου προβάλλεται απαραδέκτως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της εναγομένης - αναιρεσίβλητης τόσο στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και στο δικόγραφο της εφέσεως, ότι δηλαδή κατά μήνα Νοέμβριο 1999 κατόπιν προφορικής συμφωνίας με την Π.Ε.Α.Τ.

Α.Ε. ανέλαβε την πρακτόρευση των εφημερίδων στην περιοχή της Λάρισας αντί της ομόρρυθμης εταιρείας "Η. Π. - Α. Δ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", με συνέπεια να έχει υπεισέλθει πλήρως αυτή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής υποπράκτορα, πραγματικά περιστατικά τα οποία και θεμελίωναν από μόνα τους την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2011 αίτηση του Α. Κ., ως συνδίκου της εταιρίας "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου ΑΕ", για αναίρεση της 5752/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ