Legislator Case Law & Legislation
117/2011 AI generated

117/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 117/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

117/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 117 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 117/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ιλίου, που κατοικοεδρεύει στο Ίλιο Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2624/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2438/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεση της ήδη προαχθείσης σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου (κατά το πρώτο μέρος του) λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 201/2010).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Εξάλλου κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ.

στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου. Επομένως ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) ....

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε.

και 1 αριθ.4 π.δ.16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε., όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε.

Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε.

και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή.

Εξάλλου με το ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας η οποία έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές διότι εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κινήσεως.

Κυρίως με τις δικονομικής φύσεως διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε τράπεζας ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί που λειτουργούν με εταιρική μορφή ανώνυμης εταιρείας έχουν υπαχθεί στις πιο πάνω διατάξεις.

Την κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζουν οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες των άρθρων 87-91 και 93. Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. "Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.".

Από τη λογική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχη και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι ή υποκαταστήματι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ' ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δ.

Τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ρητά ότι καταργούνται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17-/13-8-1923. Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ, από τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τόσο εκείνων των άρθρων 87-91 και 93, που είναι εντεταγμένες στο κεφάλαιο Θ αυτού υπό τον τίτλο "δικονομικές διατάξεις" και ρυθμίζουν στο σύνολό τους αποκλειστικά και μόνο την κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) ως τρίτης, όσο και εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη.

Αν ο νομοθέτης ήθελε την κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 87-91 και 93 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για τις διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του ίδιου κεφαλαίου (Θ). Η αναφορά δε στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. στην "αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη" προδήλως έγινε γιατί ο νομοθέτης ήθελε να διατηρηθούν σε ισχύ και οι σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ.

της 17-7/13-8-1923 που περιέχονται σε προηγούμενα κεφάλαια με τα στοιχεία ΣΤ και Ζ και αφορούν απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) έναντι τρίτων. Εξάλλου με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα στα καταστήματα ή υποκαταστήματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας αλλά απλώς προσδίδεται σ' αυτά νομική αυτοτέλεια, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δηλώσεως τρίτου.

Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαιτήσεως κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, όχι όμως και ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, ο οποίος προβαίνει στην κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ.

δήλωση και ο οποίος είναι όργανο που εκπροσωπεί την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάδικος όμως στις δίκες περί την εκτέλεση είναι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προς το οποίο απευθύνονται τα σχετικά δικόγραφα, επιδίδονται δε στη διοίκηση αυτού κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 126 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.).

Η προς το κατάστημα ή υποκατάστημα επίδοση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί δε μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου.

Αυτό γιατί η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση δια και από της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της. Χωρίς την επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (Α.Π. 884/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2438/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ... για την εξασφάλιση χρέους που βεβαιώθηκε σε βάρος προσώπου με τα στοιχεία "Κ. Σ. Ι" επέβαλε στα χέρια (της) εκκαλούσας-ανακόπτουσας, ως τρίτης, κατάσχεση των κάθε μορφής καταθέσεων του πιο πάνω οφειλέτη στα χέρια της και μέχρι του ποσού των 110.829.527 δραχμών.

Η τελευταία όμως δεν προέβη, όπως υποχρεούνταν, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 8 ημερών στη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ [επίδοση του κατασχετηρίου στις 30-7-2001 βλ. την 3732 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και κοινοποίηση της δήλωσης της εκκαλούσας-ανακόπτουσας ως τρίτης προς το Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ...

στις 4-10-2001] και για το λόγο αυτό θεωρείται κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτρια του Δημοσίου για το ανωτέρω ποσό .... Όμως η επιβληθείσα κατάσχεση, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανυπόστατη, για το λόγο ότι το επίδικο κατασχετήριο κοινοποιήθηκε όχι σε συγκεκριμένο κατάστημα της Τραπέζης, όπου τυχόν υφίστατο κατάθεση ή οφειλή προς το καθ' ου, αλλά στη Διοίκηση της, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο προσδιορισμός του οφειλέτη και η απαίτηση της οποίας επιδιώκεται η κατάσχεση.

Το γεγονός αυτό συνομολογείται από το καθ' ου, το οποίο, όμως ενίσταται στο παράπονο θεωρώντας τούτο ως προβαλλόμενο κατά κατάχρηση δικαιώματος (281 Α.Κ.), καθόσον η ανακόπτουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το υποκατάστημα όπου είχε καταθέσεις ο οφειλέτης του Δημοσίου έχοντας στη διάθεσή της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), που παρέχουν ταχύτατα πληροφορίες από όλα τα υποκαταστήματα.

Η προηγηθείσα ένσταση του καθ' ου είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον τα συστήματα που βρίσκονται στην κατοχή της ανακόπτουσας διευκολύνουν την επικοινωνία και τη μετακίνηση της πληροφορίας, δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν την εφαρμογή ρητών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως εκείνης του άρθρου 90 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923.

Συνεπεία των ελλείψεων τούτων και της εξαιτίας τους καθυστέρησης ανεύρεσης του οφειλέτη και της υπάρχουσας στα χέρια της απαίτησής του υπέβαλε η ανακόπτουσα τη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να λογίζεται ήδη έναντι του εκπροσωπούντος το Ελληνικό Δημόσιο, Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Ιλίου.... ως οφειλέτρια της όλης ποσότητος για την οποία έγινε κατάσχεση σε αυτή. Οι παραδεκτώς, κατ' άρθρο 987 ΚΠολΔ, προτεινόμενοι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους ανακοπής, ως αφορώντες το υποστατό και το κύρος αντίστοιχα της επιβληθείσης κατασχέσεως, λόγω των αναφερόμενων ελλείψεων του κατασχετηρίου, είναι βάσιμοι, αποδεικνυόμενοι εξ αυτού [μη κοινοποίηση προς το κατάστημα ή υποκατάστημα της κατάθεσης, αοριστία ως προς τον οφειλέτη].

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι ελλείψεις αυτές επέφεραν πράγματι στην ανακόπτουσα βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας του κατασχετηρίου. Λόγω αυτών δεν ήταν σε θέση να προβεί σε νομότυπη δήλωση, κατ' άρθρ. 32 του ΚΕΔΕ. Συνεπεία της ακυρότητας του κατασχετηρίου η ανακόπτουσα υπέβαλε τελικώς δήλωση εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να υποστεί τις εκ του άρθρ. 33 του ΚΕΔΕ δυσμενείς συνέπειες και να λογίζεται ως οφειλέτρια του Δημοσίου για όλη την ποσότητα για την οποία έγινε από αυτή η κατάσχεση....".

Στη συνέχεια το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή κατά τους ανωτέρω λόγους της και κήρυξε άκυρο το κατασχετήριο. Με τις πιο πάνω κρίσεις του δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε., 987 Κ.Πολ.Δ., 1 εδ.ε, 14 και 52 αριθ.3 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ. και 90 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 ούτε κατά παράβαση του νόμου (άρθρου 126 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.) κήρυξε άκυρη την επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αντιπροέδρου Ρένας Ασημακοπούλου, από τη διάταξη του άρθρου 52 περ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι από τις δικονομικές διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος του 1923 διατηρούνται σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δικ., μόνον εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη.

Επομένως, με βάση την εκδηλωθείσα στο άρθρο αυτό (52 περ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ.) βούληση του νομοθέτη, οποιαδήποτε άλλη δικονομική διάταξη του ως άνω ν.δ/τος, που αφορά άλλα θέματα εκτός από την αναγκαστική εκτέλεση σε ενεχυριασμένο και ενυπόθηκο πράγμα, έχει καταργηθεί. Αν ο νομοθέτης ήθελε, πέρα από τις σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ/τος του 1923 να διατηρήσει σε ισχύ και εκείνες που αφορούν την κατάσχεση στα χέρια τράπεζας, ως τρίτης, χρημάτων, χρεωγράφων ή άλλων κινητών πραγμάτων, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για την αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη.

Η άποψη ότι διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δικ. το άρθρο 90 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, που συνάγεται με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα ότι με τη διάταξη του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. ορίσθηκε ρητά ότι καταργούνται μόνο τα άρθρα 60, 63, 92 και 94 του παραπάνω ν.δ/τος, είναι εξειδιασμένη και τυπολατρική, αφού, ούτε από το νόμο προκύπτει, ούτε συντελεί στην ομαλή εφαρμογή του θεσμού της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, ειδικά όταν πρόκειται για τράπεζα και οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου.

Ειδικότερα η άποψη αυτή: 1) δεν εναρμονίζεται με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ από τις δικονομικές διατάξεις του ν.δ/τος του 1923 μόνο εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη.

Η ρητή αναφορά στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. των άρθρων 92 και 94 του ν.δ/τος 1923 προδήλως έγινε για να μην αφεθεί καμία αμφιβολία ότι απαιτείται κάποια άδεια του δικαστηρίου για την επιβολή κατασχέσεως στα χέρια της ανώνυμης εταιρίας (τράπεζας) ως τρίτης, όπως απαιτείτο σε πολλές περιπτώσεις πριν από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. 2) δεν είναι συμβατή με τη διατήρηση σε ισχύ, με το ίδιο επιχείρημα της εξ αντιδιαστολής, και των άλλων άρθρων του κεφαλαίου Θ' του ν.δ/τος 1923 και συγκεκριμένα των άρθρων 87-89 και 93 και 94 και 3) δεν προσαρμόζεται στη μεταβολή των συνθηκών που επήλθε:

α) με τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των υποκαταστημάτων τραπέζης που κατέστησε αδύνατη την ανεύρεση από το δανειστή του υποκαταστήματος στο οποίο έγινε η κατάθεση και β) τη μεταβολή των όρων διεξαγωγής των τραπεζικών συναλλαγών και συγκεκριμένα την άμεση και αυτόματη επικοινωνία μεταξύ όλων των καταστημάτων τράπεζας και μεταβίβαση της πληροφορίας σε όλο το δίκτυό της.

Συνεπώς, κατά τη μειοψηφίσασα άποψη, έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ανωτέρω βάσιμων λόγων της αίτησης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας του κατασχετηρίου εφόσον δεν αιτιολογεί "σε τι συνίσταται η κατά την κρίση του αοριστία του κατασχετηρίου ως προς τον οφειλέτη, του οποίου στο κατασχετήριο προσδιορίζεται, ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, το επώνυμο "Κ.", το όνομα "Σ." και το όνομα πατρός "Ι."". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκτός από την παραδοχή περί ακυρότητας της κατασχέσεως με την κατά το αναιρετήριο φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία, περιέχεται σ' αυτήν και παραδοχή περί ανυποστάτου της ίδιας κατασχέσεως, η οποία (παραδοχή) δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναιρέσεως και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθεί μειωμένη, όπως ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 2438/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ