117/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2084/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4058/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated117/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στην πρώτη το ποσό της επιταγής, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και με προσωπική του κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 117 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 117/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονομόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 28 Νοεμβρίου 2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2084/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4058/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων πού το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων πού τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου (Α.Π. 1285/1980). Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ. 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής (Α.Π. 25/2000).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος της αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, στα πλαίσια των καθηκόντων του, εξέδωσε στην Αθήνα στις 27-4-2001 την αναφερόμενη μεταχρονολογημένη (με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2001) επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών, σε διαταγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, στην οποία έθεσε την υπογραφή του στη θέση του εκδότη κάτω από την εταιρική επωνυμία.
Ότι η ενάγουσα, ως λήπτρια και νόμιμη κομίστρια, εμφάνισε την άνω επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την 1-10-2001, πλην, όμως, αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκε, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ίση με το ποσό της επιταγής ζημία. Ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής, ο εναγόμενος, που την εξέδωσε, για λογαριασμό της άνω εταιρίας, γνώριζε ότι η εκπροσωπουμενη από αυτόν εταιρία δεν είχε στην πληρώτρια τράπεζα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στην πρώτη το ποσό της επιταγής, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και με προσωπική του κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας αυτού.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι η άνω επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή την 1-10-2001, ενώ η εκδότρια της επιταγής ως άνω ανώνυμη εταιρία είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση από τις 11-7-2001 με την 1109/11-7-2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εντεύθεν δε η μη πληρωμή της επιταγής αυτής μετά την πτώχευση της εκδότριας είναι ανυπαίτια και δεν ιδρύει υποχρέωση αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 914 του Α.Κ.
και η προσβαλλομένη, που εφάρμοσε το άρθρο αυτό παρά την έλλειψη του στοιχείου της υπαιτιότητας, το παραβίασε, όπως επίσης παραβίασε (αφού δεν το εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του) το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 635/1937, κατά το οποίο από το πρωί της ημέρας κατά την οποία δημοσιεύεται η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας.
Ενόψει του ότι εν προκειμένω ενήχθη ο εναγόμενος για την δική του αδικοπρακτική, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως καταστατικού οργάνου της άνω εταιρίας, συμπεριφορά, για την οποία ευθύνεται σε αποζημίωση ο ίδιος (προσθέτως και σε ολόκληρο με την ανωτέρω εταιρία), η προβαλλόμενη ως άνω πτώχευση της τελευταίας (στερηθείσης αυτοδικαίως της διοικήσεως της περιουσίας της), δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη υπόθεση και δεν έχει ως συνέπεια να θεωρείται η μη πληρωμή της επιταγής ανυπαίτια ως προς τον εναγόμενο, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εκδώσας υπό την άνω ιδιότητα την επιταγή εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κατά το χρόνο εκδόσεώς της, ενήργησε υπαιτίως και ετέλεσε ατομικά αδικοπραξία, ευθυνόμενος, όπως εκτέθηκε, σε αποζημίωση ο ίδιος, προσθέτως και σε ολόκληρο με την πτωχεύσασα εταιρία.
Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε τα ανωτέρω, δεν παραβίασε τους άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 του Α.Κ. και 2 παρ. 1 του Α.Ν. 635/1937 και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, εκθέτει ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΣΙΛΗΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ-ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.Ε." και ο έτερος εναγόμενος ....., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ίδιας εταιρίας, στην Αθήνα την 30-9-2001 εξέδωσαν την αναφερόμενη επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών, η οποία εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή την 1-10-2001 και δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια της εταιρίας στην πληρώτρια τράπεζα και ότι οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν στην πληρώτρια τράπεζα (κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής) διαθέσιμα κεφάλαια της εκδότριας για την πληρωμή της, προέβησαν στην έκδοση της επιταγής αυτής, με αποτέλεσμα, λόγω της μη πληρωμής της, να ζημιωθεί η ενάγουσα κατά το ποσό της.
Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, ζητεί η ενάγουσα να υποχρεωθούν οι άνω εναγόμενοι και της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό της επιταγής ως αποζημίωση, απαγγελλομένης κατ αυτών και προσωπικής κρατήσεως λόγω της αδικοπραξίας τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, περιέχουσα τα κατά νόμο (άρθρα 71, 914, 297 και 298 του Α.Κ., 79 του Ν. 5960/1933 και 1047 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) απαιτούμενα στοιχεία, είναι, κατ' άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., ορισμένη.
Επομένως, το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως αυτής(αγωγής) απαράδεκτης λόγω αοριστίας και ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Όπως εκτέθηκε, στην αγωγή περιέχεται ότι την επιταγή εξέδωσαν οι ανωτέρω εναγόμενοι (ήτοι ο αναιρεσείων-εναγόμενος και ο συνεναγόμενός του .....).
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την επιταγή εξέδωσε ο εναγόμενος-αναιρεσείων, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 300, 288 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι, αυτός που δέχεται επιταγή εν γνώσει του ότι δεν έχει αντίκρυσμα, ναι μεν με την συμπεριφορά του δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ποινική ευθύνη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, παρέχει, όμως το δικαίωμα στον εκδότη, είτε ενάγεται βάσει του νόμου περί επιταγών, είτε βάσει του αδικήματος, να αποκρούσει την αγωγή, επικαλούμενος ότι βάσει ιδιαίτερης συμφωνίας ο κομιστής εν γνώσει της έλλειψης αντικρύσματος έλαβε την επιταγή και ότι με την συμπεριφορά του αυτή, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και προς την αξιούμενη ζημία και προς την ζημιογόνο πράξη, βρίσκεται σε κακή πίστη, επιδιώκοντας την πληρωμή του ποσού της επιταγής, αφού είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος-αναιρεσείων, με τις προτάσεις του, προέβαλε την επί των άνω διατάξεων στηριζόμενη, καταλυτική της αγωγής, ένσταση, κατά την οποία η ενάγουσα, ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής την 27-4-2001 γνώριζε καλώς ότι η εταιρία δεν είχε κεφάλαια για την πληρωμή αυτής, παρά ταύτα δέχθηκε και έλαβε την επιταγή και με την συμπεριφορά της αυτή βρίσκεται σε κακή πίστη, επιδιώκοντας την πληρωμή του ποσού της.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως και λήψης από αυτή της επιταγής (27-4-2001) η ενάγουσα τελούσε σε γνώση ότι αυτή ήταν ακάλυπτη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την άνω ένσταση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Aπορρίπτει την από 11-10-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 4058/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ