Supreme Court dismissed appeal against labor dispute judgment regarding wrongful dismissal compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a final labor dispute judgment. The lower court had accepted the employee's claim for wrongful dismissal compensation based on witness testimonies and documents. The court ruled that the second-instance court properly evaluated evidence and applied the law correctly, rejecting all grounds for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c), 559(1)(d), 559(1)(11g), 559(1)(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it does not specify the violated legal rule, lacks necessary elements, or if the second-instance court correctly evaluated evidence and applied the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1179 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1179/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Ζώγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Πάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3195/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 556/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 28.1.2019 και αριθμ. κατάθ. 1016/89/30.1.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 556/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 7.11.2014 και αριθμ.
κατάθ. 7437/7.11.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 3195/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η από 8.1.2013 και αριθμ. κατάθ. 6774/183/16.1.2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 8.205,87 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.
Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Κατά ταύτα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ` ουσία.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ` ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος, αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 25/2008, 18/2005, 28/1998, ΑΠ 27/1998, 319/2017, 261/2016).
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, ενώ, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1003/2017, 120/2004).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, 1184/2015, 121/2014, 1752/2013, 589/2005).
Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 253/2011, 366, 367/2009).
Περαιτέρω ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όχι όμως και όταν τούτο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρου 562 παρ. 1 του ιδίου κώδικος (ΑΠ 356/2002).
Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ` όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ` όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 365/2020). Και τέλος, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο και στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 35 και 867/2019, 871 και 1665/2018, 1288 και 1339/2017, 333/2011).
3. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης, όπως εκτιμώνται, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφιο (β), 8, 10, 11γ', 19 και 20 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι το Εφετείο κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, χωρίς αιτιολογία άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, χωρίς να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και παραμορφώνοντας έγγραφο, στο οποίο στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο οδηγούμενο σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα, καθώς επίσης χωρίς να λάβει υπόψη του έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και δη: 1) το υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου 1723/18.9.2012 έγγραφο (σελ. 1η , 3η παράγραφος) του αναιρεσιβλήτου, 2) την αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, που κατατέθηκε στο ΣΕΠΕ Ελευσίνας στις 10.8.2012, 3) την από 21.8.2012 αίτηση, που κατατέθηκε, επίσης, στο ως άνω ΣΕΠΕ, 4) το αριθμ. πρωτοκόλλου …/10.8.2012 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Ελευσίνας, 5) το υπ' αριθμ.
πρωτ. 34/27.1.2013 δελτίο εργατικής διαφοράς, 6) την από 5.9.2013 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσιβλήτου προς την Επιθεώρηση Εργασίας, 7) την από 29.10.2012 έγκληση του αναιρεσιβλήτου εναντίον του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και 8) την από 30.7.2012 μονομερή δήλωση περί οικειοθελούς αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στον ΟΑΕΔ την 1.8.2012, σε συνδυασμό με την από 30.7.2012 υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και παράνομης απόλυσής του και απέρριψε τον 2ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίον πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, καθώς δεν προσήλθε σ' αυτή κατά τις ημερομηνίες 30 και 31.7.2012 και 1.8.2012, και στην συνέχεια έγινε εικονική πρόσληψη και καταγγελία της ανωτέρω εικονικής σύμβασης, προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να λάβει επίδομα ανεργίας.
Οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι απορριπτέοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη: α) ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας: 1) ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, διότι δεν καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ο οποίος και δεν αναφέρεται, και την υπαγωγή, σε αυτό, των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, όσον αφορά τόσο τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό, όσο και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί οικειοθελούς παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου- εικονικής πρόσληψης και καταγγελίας αυτής, 2) ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης διότι δεν καθορίζεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη, 3) ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος διότι δεν αναφέρονται ποια ήταν τα πράγματα, με την έννοια που προεκτέθηκε, που παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αν προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και 4) ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης διότι δεν αναφέρονται παντελώς τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία, β) ως αβάσιμος ο από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς, καθώς και ως προς αυτούς της αναιρεσείουσας ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα " ...από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παραπάνω Δικαστηρίου, τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες....
ένορκες βεβαιώσεις...... και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα παραπάνω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, τα οποία το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της) την αποδεικτική τους δύναμη και δέχθηκε τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού και απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
Και γ) ως απαράδεκτος ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης διότι με αυτόν πλήττεται αληθώς η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των ως άνω πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.1.2019 και αριθμ. κατάθ. 1016/89/30.1.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 556/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ