Supreme Court dismisses appeal on lease termination, ruling non-payment defense invalidates claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the landlord's appeal against the First Instance Court's decision to terminate the lease due to unpaid rent. The tenant argued the landlord concealed payment records and filed the suit abusively, but the court found this constituted a valid defense of payment rather than abuse of process. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the tenant, and the lease termination stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 574, 340, 341, 597 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: A tenant's failure to pay rent constitutes a ground for lease termination, and a claim based on non-payment is not an abuse of right even if the landlord fails to provide payment receipts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1179 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1179/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΕΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ - ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το δ.τ. "ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΕΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ - ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαδάκο και Μαρία Παπουτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1277/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 729/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 340 και 341 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του μισθίου για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο χρόνο που έχει καθοριστεί, διαφορετικά καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ορισμένης ημέρας καταβολής και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητά του, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας, τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση του χρόνου καταβολής.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 597 του ΑΚ, η οποία, κατ' άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση πριν από έναν τουλάχιστον μήνα, εάν η συμφωνηθείσα διάρκεια αυτής είναι ένα και πλέον έτος.
Με την πάροδο της προαναφερόμενης προθεσμίας επέρχεται η λύση της μισθωτικής σύμβασης, οπότε ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει με αγωγή τόσο την απόδοση της χρήσης του μισθίου όσο και την καταβολή των οφειλόμενων έως τη λύση της μίσθωσης μισθωμάτων, εκτός αν ο μισθωτής μέσα στην ίδια προθεσμία κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα με συνέπεια να καταστήσει ανίσχυρη την καταγγελία.
Ο ισχυρισμός του μισθωτή ότι τα φερόμενα ως καθυστερούμενα μισθώματα έχουν προσηκόντως καταβληθεί, κατ' άρθρο 416 του ΑΚ, αποτελεί ένσταση, την οποία υποχρεούται να αποδείξει ο ίδιος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 15-2-2018 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας και της Ε. Α. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του αποδώσουν τη χρήση του σ' αυτή περιγραφόμενου μισθίου (εκπαιδευτηρίου με τον εξοπλισμό του και έξι σχολικά λεωφορεία) λόγω λύσης της σχετικής μεταξύ τους μισθωτικής σύμβασης κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους του για καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων και β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως τα καθυστερούμενα μισθώματα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1277/2018 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην των εναγομένων, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη και τη δέχτηκε ως προς την πρώτη. Κατά αυτής της απόφασης η τελευταία (ερήμην δικασθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη 729/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και αφού εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και ερευνήθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε αυτή δεκτή εν μέρει, ενώ απορρίφθηκε ένσταση της εναγόμενης μισθώτριας περί εξόφλησης των μισθωμάτων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς τη λύση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης με καταγγελία του εκμισθωτή για καθυστέρηση στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος και την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης της μισθώτριας, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το από 13-9-2013 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος ως εκμισθωτή και της δεύτερης εναγόμενης ως μισθώτριας...ο πρώτος εκμίσθωσε στη δεύτερη ένα τριώροφο κτίριο, διαμορφωμένο για χρήση ως εκπαιδευτηρίου...και επιπλέον παραχώρησε τη χρήση του εξοπλισμού του...Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε για δώδεκα (12) έτη, με έναρξη την 01-09-2013 και λήξη στις 31-08-2025.
Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 3.000 ευρώ για τα δύο πρώτα έτη της μισθώσεως και από το τρίτο έτος και για κάθε επόμενο έτος της μισθώσεως ορίστηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 3% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου μισθωτικού έτους, πλέον του ημίσεως του εκάστοτε ισχύοντος τέλους χαρτοσήμου.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα καταβάλλεται από τη μισθώτρια εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών κάθε μήνα στην κατοικία του εκμισθωτή ή σε τραπεζικό λογαριασμό που θα υποδειχθεί εγγράφως και ότι η καταβολή θα αποδεικνύεται είτε με έγγραφη απόδειξη του εκμισθωτή ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου, είτε με αποδεικτικό κατάθεσης στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό...(στη συνέχεια αναφέρεται τροποποίηση της μισθωτικής σύμβασης και μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης εξ ολοκλήρου στην αναιρείουσα Μονοπρόσωπη ΕΠΕ)...με...το από 02-02-2015 συμφωνητικό τροποποίησης (μεταξύ των διαδίκων)...συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 1-2-2015 έως 31-12-2015 στο ποσό των 800 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2016 στο ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ για τα επόμενα χρονικά διαστήματα συμφώνησαν να προσδιορίσουν την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος με νεότερη συμφωνία...Επακολούθησε τον Ιούνιο του έτους 2016 προφορική συμφωνία μεταξύ ενάγοντος-εκμισθωτή και της πρώτης εναγομένης-μισθώτριας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από το διαχειριστή της, σύμφωνα με την οποία το μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από 01-01-2017 έως 31-12-2019 ορίστηκε στο ποσό των 1.030 ευρώ...Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη αφότου υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση (02-02-2015), αν και έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου ακινήτου και των προαναφε¬ρομένων κινητών πραγμάτων και σχολικών λεωφορείων, δεν κατέβαλε τα συμφωνημένα και οφειλόμενα στον ενάγοντα - εκμισθωτή μισθώματα, μέχρι τη λύση της συμβάσεως αυ¬τής, η οποία έλαβε χώρα στις 12-02-2018, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, πλην ορισμένων καταβολών το Δεκέμβριο του 2017, τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 2018, για τις οποίες θα γίνει αναφορά επίσης κατωτέρω, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία.
Κατόπιν αυτών ο ενάγων με την από 10-01-2018 εξώδικη δήλωση, καταγγελία, διαμαρτυρία και πρόσκληση μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων, η οποία επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην πρώ¬τη εναγομένη (βλ. τη με αριθμό 11.040/10-01-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Α. Π. Ν.), προέβη λόγω της υπερημερίας αυτής της πρώτης εναγομένης περί την καταβολή των μι¬σθωμάτων, σε καταγγελία της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, προς το σκοπό της λύσεως της μισθώσεως.
Η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε τα οφειλόμε¬να μισθώματα εντός της οριζομένης με την εν λόγω διάταξη προθεσμίας ενός (1) μηνός, που άρχισε την επομένη η¬μέρα της ως άνω επιδόσεως της καταγγελίας, ήτοι στις 11-1-2018 και συμπληρώθηκε στις 11-02-2018, με αποτέλεσμα να επέλθει την επομένη, ήτοι στις 12-02-2018, η λύση της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, εγκύρως και νομίμως, κατ' άρθρο 597 ΑΚ.
Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας ότι έχει εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα μισθώματα και ουδεμία οφειλή από την αιτία αυτή υπάρχει προς τον ενάγοντα και ειδικότερα ότι κατέβαλε σε μετρητά ανελλιπώς όλα τα μισθώματα, πλην όμως ο ενάγων αρνείτο να της χορηγήσει τις σχετικές αποδείξεις, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Ειδικότερα, τόσο ο μάρτυρας της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας Θ. Σ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος προσλήφθηκε από αυτή ως υπάλληλος πολύ αργότε¬ρα από το επίδικο χρονικό διάστημα (02-02-2015 έως 12-2- 2018) και δη στις 27-03-2018, όσο και οι άνω μάρτυρες των προαναφερομένων και προσκομιζομένων με επίκληση από την εκκαλούσα ένορκων βεβαιώσεων, δεν έχουν προσωπική αντίληψη και γνώση του θέματος αυτού και ως εκ τούτου αυτές (μαρτυρική κατάθεση και ένορκες βεβαιώσεις), δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βέβαιη δικανική πεποίθηση, ούτε εξάλλου ο ως άνω ισχυρισμός της περί εξοφλήσεως προσεπιβεβαιώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από 20-11-2017 εξώδικη δήλωση - όχληση - διαμαρτυρία - πρόσκληση της πρώτης εναγομένης που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 21-11-2017 (βλ. τη με αριθμό 11.023 Γ/21-11-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πει¬ραιά Χ. Γ. Μ.), με την οποία τον καλεί να της γνωστοποιήσει τραπεζικό του λογαριασμό για την καταβολή των μισθωμάτων και να της αποδώσει τις αποδείξεις για τις καταβολές, γενικά και αόριστα "παρελθόντων μηνών", καθόσον εάν πράγματι κατέβαλε τα μισθώματα και ο ενά¬γων δεν της χορηγούσε αποδείξεις, τότε θα είχε διαμαρτυρηθεί προς τούτο πολύ νωρίτερα και όχι μετά από δυόμισι και πλέον έτη, όπως έπραξε με την άνω γενική και αόριστη εξώδικη δήλωσή της, ενώ είχε πλήρως τη δυνατότητα να προβαίνει σε παρακατάθεση αυτών στο Ταμείο Παρακατα¬θηκών και Δανείων όπως άρχισε να πράττει πολύ αργότερα και δη από το Φεβρουάριο του 2018.
Συνεπώς ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας, περί πλήρους εξοφλήσεως των μισθωμάτων του άνω επίδικου χρονικού διαστήματος (02-02-2015 έως 12-02-2018) κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή της περί εξόφλησης των μισθωμάτων του επιδίκου διαστήματος και να κρίνει ισχυρή τη σχετική καταγγελία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, παραβίασε εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 340, 341 και 597 του ΑΚ, οι οποίες, αν και δεν αναφέρονται ρητά στο αναιρετήριο, προκύπτουν από το όλο περιεχόμενό του, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο: 1) ενώ δέχεται ότι τον Ιούνιο του έτους 2016 με προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου καθορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα του διαστήματος από 1-1-2017 έως 31-12-2019 σε 1.030 ευρώ, εν συνεχεία δέχεται αντιφατικά ότι οφείλονται μισθώματα από το Φεβρουάριο του έτους 2015 έως και τον Ιούνιο του έτους 2016 χωρίς να αιτιολογεί πώς δέχτηκε ο αναιρεσίβλητος να προβεί σε συμφωνία για το ύψος του μισθώματος του πιο πάνω (μέλλοντος) χρόνου, αν και αυτή όφειλε (κατά τις παραδοχές) μισθώματα του προηγούμενου της συμφωνίας διαστήματος και η οφειλή αυτή δεν είχε διευθετηθεί και 2) δεν αιτιολογεί α) πώς και για ποιους λόγους ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής, ενώ (κατά τις παραδοχές) δεν ελάμβανε μισθώματα από 2-2-2015, άσκησε την καταγγελία στις 10-1-2018, ήτοι μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος και β) γιατί ο αναιρεσίβλητος ενώ είχε υπογράψει σύμβαση μίσθωσης, δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
για το έτος 2014 και για τον Ιανουάριο του έτους 2015 το μίσθιο ως "δωρεάν παραχώρηση", πράξη που ήταν ενδεικτική της πρόθεσής του να μην χορηγεί αποδείξεις για τα εισπραττόμενα μισθώματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι ως άνω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά σε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος που δεν ελέγχονται αναιρετικά και δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, ενώ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε η καταβολή από μέρους της αναιρεσείουσας των μισθωμάτων του επιδίκου διαστήματος και συνακόλουθα η σχετική ένσταση αυτής περί εξόφλησης και ότι η καταγγελία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης για καθυστέρηση στην καταβολή των πιο πάνω μισθωμάτων επέφερε τη λύση της μίσθωσης, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του και συνεπώς, η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 1313/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 1158/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, την οποία αυτή (ως δικασθείσα ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) πρότεινε παραδεκτά με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της ενώπιόν του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου δικογράφου της από 6-9-2018 έφεσης της αναιρεσείουσας, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου να καταγγείλει την ένδικη μίσθωση για καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων και να ζητήσει περαιτέρω την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων, η αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε τα εξής: "Ο ενάγων, ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι ουδέν οφείλω, όλως καταχρηστικώς και παρανόμως άσκησε την κριθείσα αγωγή του και ιστόρησε και επικαλέστηκε όσα αναφέρονται σε αυτήν με σκοπό να με αποβάλει από το μίσθιο και κάνοντας ο ίδιος και η οικογένειά του χρήση αυτού να επωφεληθεί την καλή και προσοδοφόρα λειτουργία στην οποία το έχω οδηγήσει ως επιχείρηση εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Ο αντίδικος αποκρύπτει σκόπιμα την αλήθεια, δηλαδή ότι εγώ έχω εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς ως προς αυτόν όλα τα δεδουλευμένα μισθώματα, για την καταβολή των οποίων εκείνος συστηματικά αρνείτο να χορηγεί αποδείξεις και ότι στις σχετικές κλήσεις και διαμαρτυρίες μου προέβαλε και επικαλείτο την μακρόχρονη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ μας, έτσι ώστε να καταβάλω προς αυτόν για μεγάλο χρονικό διάστημα τα μισθώματα τοις μετρητοίς χωρίς έγγραφη απόδειξη.
Το άριστο των μεταξύ μας σχέσεων, καθόσον μας συνέδεε μακρόχρονη σχέση επαγγελματικής συνεργασίας αλλά και κουμπαριάς (οι οποίες όμως σχέσεις στην πορεία διαταράχθηκαν), μου επέβαλε να καταβάλω το μίσθωμα "χέρι-χέρι" στον αντίδικο μέχρι τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι κάτι δεν εξελίσσεται ομαλά τόσο στην επιχείρηση όσο και στη μισθωτική σχέση.
Έτσι, προέβην στην κατάθεση μήνυσης από 21-11-2017 εναντίον του υιού του αντιδίκου ήτοι του Σ. Π. και καθηγητών για το αδίκημα της απάτης και αφετέρου την ίδια ημέρα (ήτοι σε ανύποπτο πράγματι χρόνο) επέδωσα στον αντίδικο δια δικαστικού επιμελητή την από 20-11-2017 εξώδικη διαμαρτυρία μου προς αυτόν ...με την οποία δήλωνα την έντονη διαμαρτυρία μου καθότι ο αντίδικος δεν μου χορηγούσε ποτέ αποδείξεις πληρωμής του μισθώματος...Δηλαδή καθίσταται απολύτως σαφές και βέβαιον ότι ουδέποτε συνέτρεχε υπερημερία μου στην καταβολή των μισθωμάτων και λόγος καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης, ότι ουδέν ποσό οφείλεται από μένα στον αντίδικο...αδιάσειστη δε απόδειξη ότι δεν υπάρχει οφειλή μισθωμάτων συνιστά το γεγονός ότι κατά τη σύναψη και υπογραφή του από 2-2-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού ...όπου συμφωνείται από όλα τα μέρη μείωση του μισθώματος και της εγγυήσεως, ουδεμία αναφορά ή επιφύλαξη του αντιδίκου-εκμισθωτή υπάρχει στο συμφωνητικό αυτό σε σχέση με την τυχόν οφειλή των μέχρι τότε δεδουλευμένων μηνιαίων μισθωμάτων...ο αντίδικος γνώριζε και γνωρίζει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή μισθωμάτων και ότι εγώ έχω καταβάλει και εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς όλα τα δεδουλευμένα μηνιαία μισθώματα αλλά εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν χορηγούσε αποδείξεις και αποκρύπτοντας τις δικές μου διαμαρτυρίες και την από 20-11-2017 εξώδικό μου προς αυτόν, καθώς και τις μεταγενέστερες από εμένα καταβολές μισθωμάτων, άσκησε καταφανώς καταχρηστικά την κριθείσα αγωγή, με μοναδικό σκοπό να με αποβάλει από το μίσθιο για να το επωφεληθεί ο ίδιος".
Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη με τη σκέψη ότι τα ως άνω επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά, δεν θεμελιώνουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος αλλά είτε συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής είτε θεμελιώνουν άλλη καταλυτική του δικαιώματος ένσταση, όπως ένσταση εξοφλήσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η αλήθεια των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα συνεπαγόταν την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου λόγω εξόφλησης των μισθωμάτων και όχι την καταχρηστική άσκησή του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2600/272/19-5-2020) αίτηση για αναίρεση της 729/31-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ