Supreme Court allows appeal against bank's debt judgment due to insufficient reasoning on asset transfer knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's judgment ordering the wife to pay 143,000 euros to the bank. The bank sued for debt and to void property transfers made by her husband to the wife, arguing the transfers were fraudulent. The lower court found the transfers void but failed to provide sufficient reasoning regarding whether the wife knew the transferred assets constituted the most significant part of her husband's estate. The court ruled that without explicit findings on this specific legal criterion, the judgment lacks a legal basis and must be overturned.
Legislator headnote
AI generatedArticles 479, 939, 562 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court declares a property transfer void under Article 939 but fails to explicitly establish the 'most significant part' criterion required by Article 479, the judgment is legally flawed and subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1179 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1179/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Θ. Τ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στη .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/ΤΠ/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2470/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2470/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας την από 2.1.2012 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 23/ΤΠ/1 /4-1-2012) αγωγή, κατά των:
α) Δ. Θ. του Ι. (μη διαδίκου) και β) Ε. συζύγου Θ. Τ. (αναιρεσείουσας). Με την εν λόγω αγωγή και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους ζήτησε, κατά μεν την κύρια βάση της, ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 143.000,00 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, κατά δε την επικουρική της, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, να διαρρηχθούν οι αναφερόμενες στην αγωγή καταδολιευτικές δικαιοπραξίες, με τις οποίες ο Δ. Θ. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην αναιρεσείουσα τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, η με αριθμό 35/ΤΠ/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία την δέχθηκε κατά την κύρια αίτησή της (άρθρο 479 ΑΚ), και υποχρέωσε την δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 143.000,00 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση μόνο η δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2470/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη ως προς την εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, δικάζοντας επί της ουσίας έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Κατά της απόφασης αυτής βάλλει η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά το άρθρο 479 παρ. 1 ΑΚ "Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση.
Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από τους οποίους ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν το ενεργητικό της, δηλαδή εκείνο που απομένει μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων, πρέπει δε αυτή να μεταβιβάζεται στο σύνολό της για να έχει εφαρμογή το άρθρο 479 του ΑΚ, με εξαίρεση τα ασήμαντης αξίας στοιχεία της.
Μεταβίβαση περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, αποτελεί και η μεταβίβαση μεμονωμένου στοιχείου, εφόσον αυτό είναι όλο το ενεργητικό της ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Επί πλέον πρέπει ο αποκτών να γνώριζε ότι μεταβιβάστηκε σ` αυτόν όλη η περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα αυτής, η γνώση δε αυτή θεωρείται ότι υπάρχει, όταν, από τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, προκύπτει ότι ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεταβιβασθείσα σ` αυτόν περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα αυτής.
Η ρύθμιση του άρθρου 479 του ΑΚ ισχύει και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία πράξη, αλλά με περισσότερες και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση, όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα, δηλαδή να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση (ΑΠ 1995/2014, ΑΠ 910/2010, ΑΠ 909/2010).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, ειδικότερα, υπάρχει όταν η νομική έννοια, η οποία αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για τον εφαρμοστέο κανόνα, αναφέρεται μεν στην ελάσσονα πρόταση αλλά χωρίς να εξειδικεύεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν τα αναφερόμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να στηρίξουν την εξειδίκευση της νομικής έννοιας-προϋπόθεσης ή είναι αντιφατικά (ολομ ΑΠ 5/1990, ολομ ΑΠ 5/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος), κατά του οποίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε αξίωση ποσού 243.679,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, μεταβίβασε στις 13/11/2009, με υπ' αριθ. ...1 και ...2/13-11-2009 συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ...
Λ., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσείουσα), αδελφή του πατέρα του: α) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο έκτασης 300,05 τ.μ., που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ..., με την επ' αυτού υφιστάμενη διώροφη μονοκατοικία εμβαδού 100,41 τ.μ., με υπόγεια αποθήκη εμβαδού 57,76 τ.μ., αντί συμφωνημένου τιμήματος 47.000 ευρώ, ενώ η αγοραία αξία του ανερχόταν, τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, στο ποσό των 130.000 ευρώ και β) ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε τέσσερις αγρούς, που βρίσκονται όλοι στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ..., αντί συμφωνημένου τιμήματος ποσού 1.700 ευρώ, ενώ η συνολική αγοραία αξία τους ανερχόταν, τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 13.000 ευρώ (3.000 ευρώ ο πρώτος, 1.000 ευρώ ο δεύτερος, 3.000 ευρώ ο τρίτος και 6.000 ευρώ ο τέταρτος).
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... Η συνολική αξία των παραπάνω ακινήτων που μεταβιβάστηκαν στη δεύτερη εναγομένη, εν όψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας των ακινήτων αυτών, σύμφωνα με τις υφιστάμενες κατά το χρόνο της μεταβίβασης οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 143.000 ευρώ, υπολείπεται, δηλαδή, του ύψους της οφειλής του μεταβιβάζοντος πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 243.679,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Η μεταβίβαση των ακινήτων με συνολικό τίμημα 48.700 ευρώ, καίτοι η αντικειμενική τους αξία ανερχόταν στο ποσό των 52.238,54 ευρώ (50.598,28 ευρώ και 1.640,26 ευρώ αντίστοιχα), της αγοραίας αξίας τους υπερτερούσας βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης της αντικειμενικής αξίας αυτών, καθιστά πρόδηλο ότι η επικαλούμενη από τη δεύτερη εναγομένη πρόθεση αγοράς των ακινήτων για συναισθηματικούς λόγους προβάλλεται κατ' επίφαση.
Η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εμπορική αξία των παραπάνω ακινήτων κατά το χρόνο της μεταβίβασης ανέρχεται σε 52.238,54 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική αξία τους, πλην όμως, δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για το βάσιμο του ως άνω ισχυρισμού της. Άλλωστε, οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν πριν εκδηλωθεί η οικονομική κρίση στη χώρα μας.
Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη, λόγω του ότι ήταν αδελφή του πατέρα του πρώτου εναγομένου, γνώριζε κατά το χρόνο των προς αυτήν μεταβιβάσεων, οι οποίες βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση μεταξύ τους, ότι της μεταβιβάζεται το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του πρώτου εναγομένου ανεψιού της.
Η δεύτερη εναγομένη συνομολογεί στην έφεσή της τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας περί στενής συγγενικής και κοινωνικής σχέσης μεταξύ αυτής και του μεταβιβάσαντος πρώτου εναγομένου, από τις οποίες, ως "ειδικές συνθήκες" υπό τις οποίες έγιναν οι μεταβιβάσεις, προκύπτει ότι γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάστασή του κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων.
Ειδικότερα η εκκαλούσα-δεύτερη εναγόμενη συνομολογεί ότι ο μεταβιβάσας οφειλέτης είναι γιος του αδελφού της Ι., δηλαδή συγγενής τρίτου βαθμού εξ αίματος. Αναφέρει μάλιστα ότι δώρισε σ' αυτόν το οικόπεδο, στο οποίο εκείνος έκτισε την μεταβιβασθείσα κατοικία και ότι ο πρώτος εναγόμενος την φιλοξενούσε συχνά τους καλοκαιρινούς μήνες και τις εορτές, οπότε αυτή επέστρεφε από τη ...
στην Ελλάδα. Τόσο η δωρεά του οικοπέδου από την εκκαλούσα-δεύτερη εναγομένη στον πρώτο εναγόμενο, όσο και η συχνή φιλοξενία της κάθε χρόνο από αυτόν, πέρα από το βαθμό συγγενείας τους, φανερώνουν την ύπαρξη μεταξύ τους αγάπης και στενών κοινωνικών σχέσεων και συνεπώς προέκυψε ότι η εκκαλούσα προέβη στις επίδικες αγορές ακινήτων γνωρίζοντας την περιουσία και την κακή οικονομική κατάσταση του οφειλέτη ανεψιού της και μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν αποτελούσαν το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι μετά τη μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων απέμεινε στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου μεταβιβάσαντος οφειλέτη ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στη ..., εμβαδού μικτού 115 τ.μ. και καθαρού 90,09 τ.μ. και ένας κλειστός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 3, εμβαδού καθαρού 29,55 τ.μ.
και μικτού 31 τ.μ. Τα ακίνητα αυτά όμως, ήταν βεβαρημένα και δεν επαρκούσαν για την κάλυψη της απαίτησης της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, επί των ακινήτων αυτών υπήρχαν δύο προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της ενάγουσας τράπεζας. Η πρώτη ενεγράφη την 8-3-2005 για 120.000 ευρώ προς εξασφάλιση άλλης απαίτησης της ενάγουσας κατά του μεταβιβάσαντος οφειλέτη, η οποία έχει εξοφληθεί και συνεπώς η άνω προσημείωση στερείται ουσιαστικής σημασίας.
Η δεύτερη προσημείωση ενεγράφη την 14-6-2007 για 220.000 ευρώ προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας. Εντούτοις, η αξία των ακινήτων αυτών, η οποία ορίσθηκε σε 78.000 ευρώ και 8.000 ευρώ αντίστοιχα, με την υπ' αριθμ. 614/ΑΦ/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με το ύψος της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας και δεν αρκεί για την ικανοποίησή της ούτε για να αναιρέσει το χαρακτήρα των μεταβιβασθέντων ακινήτων ως αποτελούντων το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας του μεταβιβάζοντος.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο για το χρέος του προς την αναιρεσίβλητη και δέχθηκε ως προς αυτήν την αγωγή κατά την κύρια αίτησή της από το άρθρο 479 ΑΚ, ενώ δεν ασχολήθηκε κατά τα λοιπά με την επικουρική αίτηση της αγωγής με αίτημα τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των επίδικων μεταβιβάσεων, αφού παρείλκε πλέον η έρευνά της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης κατά την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα α) ότι το μέρος της περιουσίας, που ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα, αποτελούσε, σε σχέση με την περιουσία που του απέμεινε, το σημαντικότερο ποσοστό της και β) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε κατά την μεταβίβαση ότι το μέρος που της μεταβιβάζεται είναι το σημαντικότερο ποσοστό της.
Ειδικότερα, ως προς το πρώτο ζήτημα, αφού παραθέτει την αξία της μεταβιβασθείσας περιουσίας (143.000 ευρώ) και εκείνης που απέμεινε (86.000 ευρώ), στη συνέχεια χωρίς κριτήρια, εμπειρικά ή νομικά, για τον προσδιορισμό της (κανονιστικού χαρακτήρα αόριστης) νομικής έννοιας του "σημαντικότερου μέρους" της περιουσίας του μεταβιβάζοντος, κρίνει ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα αποτελούσαν το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας της πρώτης ενάγουσας.
Ωστόσο, η αναφορά, μόνη, των αξιών για κάθε ομάδα περιουσίας (μεταβιβασθείσας και εναπομένουσας) δεν αρκεί για να στηρίξει την εξειδίκευση της νομικής έννοιας του "σημαντικότερου μέρους" της περιουσίας του μεταβιβάζοντος, την οποία το Εφετείο έθεσε στη μείζονα πρότασή του ως προϋπόθεση καταφάσεως του πραγματικού του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου (479 ΑΚ).
Στις περιπτώσεις αυτές, για την εκτέλεση του σχετικού υπαγωγικού συλλογισμού, απαιτείται να προηγείται του συμπεράσματος η διατύπωση των καταλλήλων για την περίπτωση κριτηρίων, τα οποία θα τεθούν στη μείζονα πρόταση και με βάση τα οποία θα κρίνεται κάθε φορά η έννοια του "σημαντικότερου μέρους" της περιουσίας του μεταβιβάζοντος κατά την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ.
Η παράθεση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης του πραγματικής διαπιστώσεως ότι "η εναπομένουσα περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας", δηλαδή η επίκληση της προϋποθέσεως ευδοκιμήσεως της, κατά το άρθρο 939 ΑΚ, παυλιανής αγωγής, δεν συνιστά τέτοιο κριτήριο, αφού δεν συναρτάται με την ποσοτική σχέση των μεταβιβαζομένων προς το σύνολο της άνω περιουσίας.
Κατά λογική ακολουθία, στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την, παράγωγη, παραδοχή της ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί, με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι προς αυτήν μεταβιβάσεις, ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούσαν κατά το χρόνο της μεταβίβασης το σημαντικότερο τμήμα της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.
Και τούτο διότι, αν είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες για το "σημαντικότερο μέρος" της περιουσίας του μεταβιβάζοντος, κατ' ανάγκη είναι ανεπαρκείς και για την γνώση του στοιχείου αυτού από τον αποκτώντα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει το σφάλμα αυτό (όπως τα όριά του συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2470/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο που, μετά την εξαφάνιση της με αριθμό 35/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ως προς την αναιρεσείουσα-δεύτερη εναγομένη, Ε. Τ., δικάζει επί της κυρίας αιτήσεως της από 2.1.2012 (αριθ. εκθ. κατ. 23/ΤΠ/1/4-1-2012) αγωγής της αναιρεσίβλητης "Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ".
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ