1179/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.
Legislator headnote
AI generated1179/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με την παρ.3 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Full text
Απόφαση 1179 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1179/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ.- Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Λ. του Τ., κατοίκου ... και 3) Β. Λ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων η πρώτη και ο τρίτος παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κακόγιαννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, η δε δεύτερη δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 2227/23-5-2012. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2085/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 4710/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.
Περαιτέρω, με την παρ.3 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-1-2018), η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ε. Λ. δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης προς την πιο πάνω αναιρεσίβλητη της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 24-10-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 23-1-2018, ή έστω κλήση αυτής για την τελευταία αυτή δικάσιμο, ούτε γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων αυτών στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Επομένως, ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι πρώτη και τρίτος των εναγόντων (ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση) με την ένδικη, από 10-5-2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι στο καζίνο, που εκμεταλλεύεται η εναγομένη στην περιοχή της Πάρνηθας, ότι η τελευταία, την 8-4-2011, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, προσφέροντας σε αυτούς τη νόμιμη αποζημίωση και ότι η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης επειδή συμμετείχαν στην απεργία που προκήρυξε το επιχειρησιακό σωματείο, του οποίου ήταν μέλη, ζήτησαν, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, ως καταχρηστικώς γενομένης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης απασχόλησής τους, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 50.704,71 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 41.966,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8-4-2011 έως 8-12-2012, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, καθώς και το ποσό των 80.000 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2085/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας και η υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με απειλή χρηματικής ποινής, επιδικάσθηκαν αναγνωριστικά στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά για αποδοχές υπερημερίας και το ποσό των 10.000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της πιο πάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 4710/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η τότε εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αφού δικάστηκε εκ νέου η αγωγή κατά το μέρος αυτό, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3). 3.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για του οποίου την απόδειξη ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα α) τις επίσημες εκτυπώσεις από το σύστημα ελέγχου προσέλευσης- αποχώρησης των υπαλλήλων του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών για τη χρονική περίοδο από 1-3-2011 έως 31-3-2011 και β) την εκτύπωση της συνολικής μισθοδοτικής κατάστασης των υπαλλήλων του ιδίου τμήματος μηνός Μαρτίου 2011, από τα οποία προέκυπτε ότι ο υπάλληλος του καταργηθέντος τμήματος εξυπηρέτησης πελατών Ι.
Β., ο οποίος διατηρήθηκε σε άλλη θέση εργασίας, συμμετείχε και εκείνος στην απεργία της 14ης-3-2011 και δεν έλαβε το ημερομίσθιο που αντιστοιχούσε στην ημέρα αυτή και συνεπώς ελέγχεται αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι όλοι οι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, που συμμετείχαν στην απεργία, απελύθησαν για λόγους εκδίκησης.
Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, για να καταλήξει στη δικανική του κρίση ότι η γενόμενη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ήταν καταχρηστική και υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης, λόγω της συμμετοχής των εναγόντων στην προκηρυχθείσα απεργία, έλαβε υπόψη, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Από τη διατύπωση, όμως, αυτή δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε ως σχετικά με τους αριθμούς 6 και 7 και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο (σελ. 2 περ. Γ'), προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι όλοι όσοι απέργησαν απολύθηκαν και να αποδείξει ότι ο λόγος της απόλυσης δεν ήταν η εκδικητικότητα λόγω της συμμετοχής τους στην απεργία, αλλά έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους.
Ειδικότερα, από την παραδοχή της απόφασης (σελ.10) ότι ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων της εναγομένης δεν αναφέρει ότι ο ανωτέρω υπάλληλος συμμετείχε σε μία εκ των απεργιακών κινητοποιήσεων, δημιουργούνται αμφιβολίες περί του αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι βάσιμος. 4.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, ήτοι της αγγελίας πρόσληψης υπαλλήλων (με ημερομηνία 16-3-2011), το οποίο είχαν προσκομίσει οι ενάγοντες τόσο στο πρωτόδικο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο, το περιεχόμενο του οποίου ελήφθη υπόψη για να συναχθεί ότι δεν υπήρξε κατάργηση του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών, δηλαδή ο οικονομοτεχνικός λόγος που προέβαλε η ήδη αναιρεσείουσα ως αιτία της απόλυσης των εναγόντων ήταν αβάσιμος, εξάγοντας εκ της αβασιμότητας του προβληθέντος οικονομοτεχνικού λόγου απόλυσης, αποδεικτικό συμπέρασμα ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας έγινε από λόγους εκδίκησης, ενώ η συγκεκριμένη αγγελία αφορούσε την πρόσληψη υπαλλήλων από την εταιρία "...
ΑΕ" στο καζίνο …, η οποία είναι διαφορετική εταιρία, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο πράγματι δέχθηκε "ότι η εναγομένη, αν και υποτίθεται ότι κατήργησε το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών, δημοσίευσε αγγελίες για την πρόσληψη υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών".
Από την επισκόπηση του φερομένου ως παραμορφωθέντος πιο πάνω αποδεικτικού εγγράφου (το οποίο προσκομίζεται στην αγγλική γλώσσα και σε απλή μετάφραση στην ελληνική), προς διακρίβωση της βασιμότητας του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης (ΚΠολΔ 561 αρ.1), προκύπτει ότι η αγγελία αφορά την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
SA" προς κάλυψη μελλοντικών θέσεων εργασίας στο ... και συνεπώς, το αληθινό περιεχόμενό της είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετική παραδοχή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Λ. του Τ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί την 4710/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Σ.- Α. Α. του Σ. (1) και Β. Λ. του Α. (3ο).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση -Και
Καταδικάζει τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ