1179/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Μαρία Νικολακέα, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1179/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 19/11/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Full text
Απόφαση 1179 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1179/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Μαρία Νικολακέα, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. που έχει έδρα στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σακοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1619/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4629/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 1392/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Την αναίρεση της ως άνω 4629/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα τράπεζα με την από 24/10/2014 αίτησή της και τους από 6/11/2015 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 19/11/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου προέβαλε ένσταση συμψηφισμού κατ’ άρθρο 440 Α.Κ., ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23.11.2016 κλήση της αναιρεσείουσας Τράπεζας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 24.10.2014 και με αριθ. κατάθ. ...2014 αίτηση αναίρεσης και οι με ίδιο δικόγραφο από 6.11.2015 και με αριθ. κατάθ. ...2015 ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της με αριθ. 4629/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε οίκοθεν με την με αριθ. 1392/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτών κατά την δικάσιμο της 22ας Νοεμβρίου 2016.
Με τις κατατεθείσες προτάσεις του που φέρουν χρονολογία 16.11.2015 και 31.3.2017 ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από την αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", χωρίς να συντρέχει άμεσο έννομο συμφέρον αυτής για την άσκησή της, διότι η προσβαλλομένη με αριθ. 4269/2014 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχει εκδοθεί με διάδικο την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ήτοι με ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, αφού ήδη από 29.6.2013 είχε παύσει να υφίσταται η τελευταία, έχοντας συγχωνευθεί με απορρόφηση από την αναιρεσείουσα Τράπεζα. Επομένως, κατά τον αναιρεσίβλητο, η ένδικη με αριθ. κατάθ. ...2014 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί απαραδέκτως και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτοι και οι μη έχοντες αυθυπαρξία πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Όπως όμως προκύπτει από τις κατατεθείσες στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, προτάσεις της εκκαλούσας που φέρουν χρονολογία σύνταξης 21.1.2014, τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο ελέγχει ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τη συζήτηση στις 28 Ιανουαρίου 2014 της από 14.10.2011 και με αριθ.
κατάθ. 7044/2011 έφεσης, παρέστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκκαλούσα, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [ήδη αναιρεσείουσα], υπό την ιδιότητα αυτής ως καθολικής διαδόχου από 28.6.2013 της εναγομένης και αρχικώς εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", διαλαμβάνοντας μάλιστα στις σελίδες 1 και 2 (υπό στοιχείο Α) των εν λόγω προτάσεων, το ιστορικό της νομιμοποίησης αυτής, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση από αυτήν της αρχικής διαδίκου ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ". Επομένως από προφανή παραδρομή και κατ’ αντιγραφή των στοιχείων των διαδίκων από το δικόγραφο της από 14.10.2011 έφεσης, που είχε ασκήσει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", αναγράφησαν στο προεισαγωγικό μέρος της προσβαλλομένης απόφασης τα στοιχεία της τελευταίας, ως εκκαλούσας, αντί εκείνων της πράγματι παραστάσας κατά τη συζήτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [ήδη αναιρεσείουσας], γεγονός που διέλαθε κατά την θεώρηση.
Ήδη δε με την υπ’ αριθμό 1392/2015 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε η οίκοθεν διόρθωση των στοιχείων της εκκαλούσας στο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και στα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά και η αναγραφή, αντί της ανωτέρω εσφαλμένης αναφοράς, των στοιχείων της πράγματι παραστάσας κατά τη συζήτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (αναιρεσείουσας). Επομένως ουδείς συντρέχει λόγος απαραδέκτου για την αιτία αυτή της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε τη παράγραφο 2 εδάφ.
α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 743/2014, ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 331/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 6.11.2015 πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε αυθημερόν εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ. κατάθεσης ...6.11.2015, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8ης Δεκεμβρίου 2015, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτοί επιδόθηκαν εντός της αυτής προθεσμίας στον αναιρεσίβλητο νόμιμα, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται στις προτάσεις της την έκθεση επίδοσης αυτών στον αναιρεσίβλητο, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτού.
Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα μόνο του διαλαμβανομένου στο δικόγραφο της από 24.10.2014 αίτησης αναίρεσης μοναδικού λόγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται απόσβεση αυτού, υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από τη πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 17/1995).
Η παραπάνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης και κατά συνέπεια εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις (ΟλΑΠ 33/2005), όπως εκείνες των άρθρων 3, 174, 180, 679 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 539/1945, 8 παρ.4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, 8 του Ν.2112/1920, 14 του Ν. 551/1915, από τις οποίες συνάγεται ο κανόνας της απαγόρευσης της παραίτησης του εργαζομένου από τις μισθολογικές αξιώσεις αυτού (με την επιφύλαξη της συνδρομής σοβαρής αμφιβολίας και έριδας ως προς τις πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων ή ως προς την έκτασή τους, οπότε είναι επιτρεπτή η μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων λύση της διαφωνίας στο πλαίσιο συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 του ΑΚ).
Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (ΑΠ 610/2017, ΑΠ 2137/2009, ΑΠ 119/2007, ΑΠ 1520/2000).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και η αντέφεση ασκούνται και με τις προτάσεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 115 παρ. 3, 238, 524 παρ.1, 527 αριθ. 2 και 591 παρ.1 εδ.α του ίδιου Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονταν κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της από 14.10.2011 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, συνάγεται ότι ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει παραδεκτώς για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση), όπως είναι και η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος (άρθ. 281 του ΑΚ), εφόσον τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η προβολή της εν λόγω οψιγενούς ένστασης μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει μόνο με την έφεση ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, στην ειδική όμως διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επόμ. ΚΠολΔ) ή όσων διαφορών δικάζονται κατά τη διαδικασία αυτή, η προβολή αυτής μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις (ΑΠ 2070/2007, ΑΠ 1765/2002, ΑΠ 35/2000, ΑΠ 900/2005, ΑΠ 409/1998, ΑΠ 698/1990).
Οι προτάσεις αυτές μπορούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.2 εδ. β του ιδίου Κώδικα, να κατατεθούν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την ημέρα της συζήτησης της έφεσης, ενώ για την παραδεκτή προβολή της ανωτέρω ένστασης με τις προτάσεις αρκεί να περιληφθεί το περιεχόμενο της σε αυτές, οπότε αυτή εκτιμάται ως πρόσθετος λόγος έφεσης, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρεται τούτο πανηγυρικά στις προτάσεις (ΑΠ 1765/2002, ΑΠ 409/1998).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στη προκειμένη περίπτωση με τις ως άνω κατατεθείσες στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της από 14.10.2011 έφεσης αυτής κατά της κατ’ αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 1619/2011 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά μερική παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της από 30.10.2009 και με αριθ.
κατάθ. ...2009 αγωγής του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα του τελευταίου να τοποθετηθεί στο βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Συμβούλων από 1.2.2006 και να λάβει το συνολικό ποσό των 73.927,96 ευρώ για προκύπτουσες διαφορές αποδοχών από τη μη τοποθέτηση αυτού στην εν λόγω θέση, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός μέχρι την εξόφληση, ως και το ποσό των 1.500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης από την πιο πάνω παράλειψη με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα προέβαλε το πρώτο ισχυρισμό (ένσταση) καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του εναγομένου και τότε εφεσιβλήτου.
Ειδικότερα η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της ότι μετά την κατάθεση της ένδικης έφεσης και πριν τη συζήτησή της, ο εναγόμενος και τότε εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσίβλητος] υπέβαλε στην Τράπεζα αίτηση πρόωρης αποχώρησης αυτού από την εργασία του και συμβιβαστικής επίλυσης της υπό κρίση διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας υπογράφηκε το από 20.6.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμπαρισταμένης και της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτού Γ.
Ι. - Ν., στο οποίο τα μέρη, μεταξύ άλλων συμφώνησαν ότι ο ενάγων αποχωρεί από την Τράπεζα στις 29.6.2012 και λύεται η εργασιακή του σχέση με αυτήν, ότι την ίδια ημερομηνία καταβάλλεται σε αυτόν από την Τράπεζα το χρηματικό ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ως αποζημίωση για την αποχώρησή του, ότι η Τράπεζα με την υπογραφή του πιο πάνω συμφωνητικού αναγνωρίζει τη προαγωγή αυτού στον βαθμό του Αρχιμηχανικού με αρχαιότητα από1.1.2004, καταβάλλοντας σε αυτόν ατόκως τις προκύπτουσες από τη προαγωγή αυτή μισθολογικές διαφορές για τον τελευταίο πριν την αποχώρησή του μήνα, χωρίς να του καταβάλει τις αναγνωρισθείσες από το Δικαστήριο μισθολογικές διαφορές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποιώντας έτσι το κύριο αίτημα της από 26.11.2009 και με αριθ.
κατάθ. .../2009 (άλλης) αγωγής αυτού, ότι η Τράπεζα θα καταβάλει το ποσό των 3.260 ευρώ για δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε με τις υπ’ αριθ. ...2011 (επί της ως άνω αγωγής προαγωγής του στο βαθμό του Αρχιμηχανικού) και 1619/2011 (εκκαλουμένη) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο ενάγων δηλώνει ότι δεν έχει καμία περαιτέρω απαίτηση από την υπ’ αριθ. 1619/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), την οποία θεωρεί πλήρως εξοφλημένη, ήτοι παραιτείται ρητώς και αμετακλήτως από τη τοποθέτηση που του αναγνωρίσθηκε και από κάθε εν γένει οικονομική αξίωσή του κατά της Τράπεζας (είτε αυτή αφορά μισθολογικές αξιώσεις, είτε τόκους επί αυτών, είτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και ότι παραιτείται ρητώς και αμετακλήτως από το δικόγραφο και το δικαίωμα της (ένδικης) από 30.10.2009 και με αριθ.
κατάθ. ...2009 αγωγής του, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να κοινοποιήσει νομίμως στην Τράπεζα, εντός δέκα ημερών από την υπογραφή της παρούσας, δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής αυτής, άλλως αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραιτηθεί από το δικαίωμα και το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης.
Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι σε εκτέλεση των όσων συμφωνήθηκαν η ίδια αναγνώρισε την προαγωγή αυτού στο βαθμό του Αρχιμηχανικού με αρχαιότητα από 1.1.2004 και κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 200.000 ευρώ, ως και το ποσό των 3.260 ευρώ της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, αναμένοντας την εκ μέρους του ενάγοντος τήρηση των άνω συμφωνηθέντων.
Ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος, εκπροσωπούμενος από άλλον δικηγόρο, αρνήθηκε στη συνέχεια να τηρήσει την υποχρέωσή του να δηλώσει την πιο πάνω παραίτηση, αλλά επιδεικνύοντας πρωτοφανή καταχρηστική συμπεριφορά ενάντια σε κάθε έννοια καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση αυτής και ζήτησε την εκδίκαση αυτής, έχοντας ήδη καρπωθεί το ποσό των 200.000 ευρώ και απολαμβάνοντας τα οικονομικά οφέλη από την αναγνώριση της προαγωγής του στο βαθμό του Αρχιμηχανικού.
Ότι κατόπιν αυτών ο ενάγων και τότε εφεσίβλητος δεν έχει έννομο συμφέρον για την παράστασή του αυτή, ενώ η συμπεριφορά του συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού και γι’ αυτό η εκκαλούσα προβάλλει τις ενστάσεις έλλειψης εννόμου συμφέροντος και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του. Επί των ισχυρισμών αυτών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον συνολικά εκτιμώμενοι δεν συνιστούν κατάχρηση, ούτε έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εφεσίβλητου - ενάγοντος, καθόσον αυτός ουδέποτε είχε παραιτηθεί νόμιμα από την ένδικη αγωγή (άρθρο 297 ΚΠολΔ), ασκεί δε νομίμως το δικαίωμά του στην παρούσα δίκη αμυνόμενος στην ένδικη έφεση της εκκαλούσας Τράπεζας.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που έκρινε ότι η, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες που έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσίβλητου για την τοποθέτηση αυτού σε θέση Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Συμβούλων από 1.2.2006 και για την καταβολή σε αυτόν των προκυπτουσών από τη πιο πάνω παράλειψη μισθολογικών διαφορών και χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης συνολικού ύψους 75.427,96 ευρώ (73.927,96 ευρώ μισθολογικές διαφορές + 1500 ευρώ χρηματική ικανοποίηση) που του είχαν αναγνωρισθεί με την με αριθμό 1619/2011 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπέρ του οποίου (δικαιώματος) αυτός μαχόταν στη έκκλητη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνει καταχρηστική άσκηση αυτού, με συνέπεια να απορρίψει ως νομικά αβάσιμο τον ως άνω παραδεκτώς προταθέντα το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως οψιγενή, σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας Τράπεζας, ο οποίος εκτιμάται ως πρόσθετος λόγος έφεσης, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Και τούτο διότι υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, αληθώς υποτιθέμενες, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με την οποία σκοπείται, η λήψη και των ως άνω μισθολογικών διαφορών από την επικαλουμένη παράλειψη τοποθέτησης αυτού στην ως άνω θέση, πλέον χρηματικής ικανοποίησης, συνολικού ύψους 75.427,96 ευρώ, μετά την δικαστική αναγνώριση της πιο πάνω παράλειψης, πέραν του ήδη άμεσα καταβληθέντος σε αυτόν, στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, κατά πολύ υπερτέρου χρηματικού ποσού των 200.000 ευρώ και των πλεονεκτημάτων που έλαβε από την αναγνώριση της προαγωγής αυτού στο βαθμό του Αρχιμηχανικού, αντιφάσκει καταδήλως προς τη προγενέστερη συμπεριφορά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου να συνάψει την πιο πάνω συμφωνία και προσλαμβάνει χαρακτήρα τεχνάσματος για την επίτευξη περαιτέρω οικονομικού οφέλους σε βάρος της αναιρεσείουσας εργοδότριας Τράπεζας, με συνέπεια η άσκηση του δικαιώματος να παρίσταται πράγματι καταχρηστική.
Αλυσιτελώς δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ως αιτιολογία της απόρριψης αυτής και το ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος ουδέποτε παραιτήθηκε από την αγωγή του νομίμως, τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι αντικείμενο της προταθείσας εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένστασης ήταν η καταχρηστικότητα ή μη της άσκησης του ως άνω ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και όχι το αν αυτός είχε παραιτηθεί νομίμως από την αγωγή του στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου.
Ούτε γεννάται ζήτημα παραβίασης των μη εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180, 679 του ΑΚ, 8 παρ.4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, 8 του Ν.2112/1920 και 14 του Ν. 551/1915 και δη ζήτημα ακυρότητας ή μη της εν λόγω παραίτησης του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου από το δικαίωμα τοποθέτησης αυτού στην ως άνω θέση και λήψης των από την εν λόγω παράλειψη προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών, αφού το ζήτημα αυτό δεν είναι αντικείμενο της ένστασης κατάχρησης ουσιαστικού δικαιώματος που προϋποθέτει ύπαρξη του ως άνω δικαιώματος που ασκείται όμως καταχρηστικά και όχι ανυπαρξία αυτού με απόσβεση, συνεπεία της εν λόγω παραίτησης, ούτως ώστε να γεννάται ζήτημα εγκυρότητας ή ακυρότητας αυτής, αλλά η επικαλουμένη ως άνω παραίτηση αποτέλεσε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα καθιστούν καταχρηστική τη συμπεριφορά του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου (ΑΠ 2137/2009).
Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4629/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 1392/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ