Legislator Case Law & Legislation
1179/2015 AI generated

1179/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1179/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1179/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Keywords

AI generated
excessive speed extreme speeding offence illegal overtaking manoeuvre traffic violation aggravated offence instantaneous offence
AI generated
1210/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 10-6-2006 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσείοντος, την από 8-6-2006 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, και 6ου ήδη αναιρεσίβλητων, την από 8-8-2006 αγωγή της 9ης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 19-3-2007 αγωγή των 7ου και 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2009 αίτησή τους.
923/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1459/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
60/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
673/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 8841/1998, 25789/1998, 25965/1998 αγωγές, 27023/1998 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και 173/1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2000 μη οριστική και 16877/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2708/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/11/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 465/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 1/2/2010 κλήση του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1179 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1179/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-5-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2014 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 29-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ως προς την βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) συνιστά άρνηση της υπαιτιότητας ως προς δε την βάση, που ερείδεται στις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911 συνιστά ένσταση καταλυτική του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. ΓπΝ/1911).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β’ και γ’ , 256 παρ. 1 περ. δ’ και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (όπως οι υποθέσεις που αφορούν διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση της ασφαλίσεώς του, κατ’ άρθρο 681Α του ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο στο ακροατήριο" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του προς διάγνωση αχθέντος αιτήματος (ΑΠ 1959/2007, ΑΠ 1600/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, ενώ, προς θεμελίωση της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως περί συνυπαιπότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ενστάσεως η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να εκθέσει τα γεγονότα που την θεμελίωναν και χωρίς να καταθέσει προτάσεις στο ακροατήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό περί απαλλαγής της ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά το άρθρο 5 του ΓπΝ/1911 λόγω της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μη παραδεκτώς προταθέντα και κατά συνέπεια μη προταθέντα.

Ο λόγος αυτός κατά τα προεκτεθέντα συνιστά άρνηση της υπαιτιότητας ως προς την περί αδικοπραξίας βάση της ένδικης αγωγής, ως προς δε την βάση του Ν. ΓπΝ/1911 ένσταση είναι αβάσιμος διότι από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων και του δικογράφου της από 27-9-2010 εφέσεως της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπέβαλε τον καταχωρηθέντα στα πρακτικά ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος χωρίς συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο την 1-12-2009 σύμφωνα με την σχετική επισημείωση του γραμματέα του εν λόγω Δικαστηρίου, τον οποίο η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη επανέφερε ενώπιον του Εφετείου παραδεκτώς με τον τρίτο λόγο της από 27-9-2010 εφέσεώς της, η οποία και έγινε δεκτή από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση -αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες και την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένου για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 30 Απριλίου 2008 και ώρα 00:45 περίπου ο ενάγων, Γ. Π., κάτοικος ..., οδηγούσε το υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FUJI HEAVY (...), τύπου ...., 3.000 κυβ. εκ., ιδιοκτησίας του, με άδεια πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα την 03-05-2007 (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο άδεια κυκλοφορίας), και έβαινε με αυτό επί της παλαιάς Ε.Ο. ... με κατεύθυνση από ... προς ..., ευρισκόμενος πριν από τον οικισμό ...

και προ της γέφυρας του ΟΣΕ που υπάρχει σ’ αυτή τη χιλιομ. θέση (108.000 + 300). Η ως άνω οδός στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, χωρίς να διευκρινιστεί με βεβαιότητα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος, το οποίο ο μάρτυρας απόδειξης προσδιορίζει σε έξι μέτρα, ενώ εκεί η οδός εμφανίζει επικίνδυνη διπλή στροφή τύπου S και κατωφέρεια σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος.

Βαίνοντας λοιπόν ο ενάγων με το όχημά του στο προπεριγραφέν σημείο της οδού, και κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις (νύκτα, έλλειψη φωτισμού, επικίνδυνες απότομες στροφές με κατωφέρεια) ταχύτητα, την οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει, ως εκ των παρακάτω αποτελεσμάτων, σε ανώτερη των 80 χλμ. την ώρα, όταν έφθασε προ της γέφυρας, όπου η οδός αρχίζει να κάνει την πρώτη αριστερή σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος στροφή, εκείνος, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει σε συνδυασμό με την κατηφορική απότομη αριστερή στροφή, κατά την έναρξη διενέργειας της στροφής απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εκτράπηκε δεξιά και διαγώνια στο οδόστρωμα σε σχέση με την πορεία του, εξήλθε του οδοστρώματος και ακολούθως ανήλθε στο τσιμεντένιο ρείθρο που καλύπτει κάτω από τη γέφυρα το διερχόμενο στο άκρο της οδού αυλάκι, προσέκρουσε με σφοδρότητα με το πλαϊνό δεξιό εμπρόσθιο τμήμα (εμπρόσθιο δεξιό φτερό) στο δεξιό, κατά την πορεία του, τσιμεντένιο τοίχο της γέφυρας και, στην προσπάθεια επαναφοράς του οχήματος στο οδόστρωμα, προσέκρουσε με την ίδια σφοδρότητα στο τοίχο και με το οπίσθιο πλαϊνό δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 15 μέτρων.

Αποτέλεσμα των σφοδρών προσκρούσεων του οχήματός του στο τσιμεντένιο τοίχο της γέφυρας ήταν να υποστεί αυτό εκτεταμένες φθορές και βλάβες στα ως άνω σημεία της δεξιάς του πλευράς, και, λόγω προσκρούσεων στο πλαϊνό τμήμα του στο ύψος των δεξιών τροχών [βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες όπου και οι δύο προσκρούσεις στους δεξιούς τροχούς χωρίς εμφανή ιδιαίτερη ζημία στις δύο δεξιές πόρτες], υπέστη εκτεταμένες βλάβες στο σύστημα διεύθυνσης αυτού και παραμορφώθηκε το δάπεδό του.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των ζημιών που προκλήθηκαν από αυτό είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος, από αμέλειά του, και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, έλλειψη φωτισμού, επικίνδυνες στροφές με κατωφέρεια) αλλά αντίθετα έβαινε με υπερβολική για τις άνω συνθήκες ταχύτητα, ανώτερη των 80 χλμ.

την ώρα, που είχε ως αποτέλεσμα την εκτροπή του αυτοκινήτου του, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, και την πρόκληση σ’ αυτό ιδιαίτερα εκτεταμένων ζημιών... Έτσι, μόνη η ομολογία του πρώτου εναγομένου, δεν είναι εν προκειμένω ικανό στοιχείο για να σχηματιστεί πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών του ενάγοντος, η οποία (ομολογία) γίνεται και ασαφής μετά τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε κλειστή αριστερή στροφή, ουδόλως επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ο ίδιος κατά την έναρξη της διενέργειας της αριστερής στροφής ως προς την πορεία του απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του λόγω της υπερβολικής του ταχύτητας, χωρίς να αποδειχθεί καμία εμπλοκή του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στο ατύχημα... Συνακόλουθα των ανωτέρω, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το οποίο είναι ασφαλισμένο στην εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε το ένδικο ατύχημα, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτό (ατύχημα) οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο τελευταίος ουδεμία αξίωση διατηρεί κατά της εκκαλούσας - δεύτερης εναγομένης εταιρείας και η ένδικη αγωγή του πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε αυτή (δεύτερη εναγομένη), εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, να καταβάλει νομιμότοκα στον ενάγοντα, το ποσό των 40.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά παραδοχή δε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και εκδικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο τούτο ως προ τη διάδικο δεύτερη εναγομένη, πρέπει, ενόψει των όσων αποδείχτηκαν, κατά τα παραπάνω, να απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή ως προς αυτήν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε σ’ αυτή σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τις συνθήκες τελέσεως του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα: α) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση πόσο ήταν σε γραμμικά μέτρα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος, το οποίο κατά τις παραδοχές της απόφασης μένει αδιευκρίνιστο και συγκεκριμένα στο τέλος της 6ης σελίδας αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η ως άνω οδός στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως....

χωρίς να διευκρινισθεί με βεβαιότητα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος, το οποίο ο μάρτυρας απόδειξης προσδιορίζει σε έξι μέτρα...", β) δεν αποσαφηνίζεται στην απόφαση γιατί ο πρώτος εναγόμενος, ενώ η οδός η οποία στο σημείο του ένδικου ατυχήματος παρουσιάζει επικίνδυνη διπλή στροφή, τύπου S και σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος παρουσιάζει αριστερή απότομη στροφή, διενήργησε κλειστή αριστερή (2η σελίδα του δέκατου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) γεγονός που δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος.

Ειδικότερα ενόψει και του γεγονότος ότι στο σημείο του ατυχήματος η οδός παρουσιάζει επικίνδυνη διπλή στροφή τύπου S σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος δεν διευκρινίζεται αν η εν λόγω οδός σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου παρουσιάζει επικίνδυνη αντίστοιχη δεξιά στροφή κατά την διενέργεια της οποίας αυτός παρέκλινε της πορείας του και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος και σε καταφατική περίπτωση σε ποιά απόσταση καθόσον είναι αδύνατο κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος τόσο ο ενάγων όσο και ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος να διενήργησαν ταυτοχρόνως αριστερή επικίνδυνη στροφή, γ) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση από ποία απόσταση αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί ο ενάγων το όχημα του πρώτου εναγομένου κατά την διενέργεια της αριστερής κλειστής στροφής του τελευταίου και αν η εκτροπή προς τα δεξιά ήταν ο ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός του ενάγοντος προς αποφυγή συγκρούσεως με το όχημα του πρώτου εναγομένου, δ) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ποία ήταν πριν το ατύχημα η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ε) δεν αναφέρεται στην απόφαση το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος.

Επομένως ο πιο πάνω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσία.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της νίκης του αναιρεσείοντα και καταθέσαντος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την υπ’ αριθμ. 341/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ