Legislator Case Law & Legislation
1179/2014 AI generated

1179/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1179/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1179/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1195/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) το ως άνω ακίνητο κατά το ανάλογο ποσοστό σε έκαστο (1/2 εξ αδιαιρέτου).

Keywords

AI generated
demarcation of boundaries removal of boundary marks crossing of external borders conflict with a prior design overseas territory northern dimension
AI generated
131/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1602/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32261/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 495/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
505/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-1-2009 (δύο) αγωγές της ήδη αποβιωσάσης Μ.
478/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2004 αγωγή του αρχικώς ενάγοντα Φ. Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2009 αίτησή της.
1515/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1179 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1179/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Π. του Δ. και 2)Ι. συζ. Γ. Π., το γένος Σ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πατρινία - Μαρία Αδαμοπούλου.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1195/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3191/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 22/2/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δίκης του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση, νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ των άλλων, η επίβλεψη του ακινήτου και η μόνιμη διαμονή του νομέα στην υπάρχουσα σ' αυτό οικία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων και εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν στο δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέxθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-3-2007 αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου έκαστος του επιδίκου τμήματος εξώστη διαμερίσματος το οποίο απέκτησαν με συμβόλαιο που νόμιμα έχει μεταγραφεί αλλά και με τα προσόντα επί τακτικής χρησικτησίας με την προσμέτρηση για τη θεμελίωση αυτής στο δικό τους χρόνο συννομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους αποδώσει το επίδικο ακίνητο κατά το ως άνω ποσοστό εις έκαστο.

Επικουρικά, ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι δεδομένου ότι απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και αποβλήθηκαν από τη νομή εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εναγόμενης) πριν συμπληρωθεί ο χρόνος της δεκαετίας, η δε εναγόμενη νέμεται το επίδικο ακίνητο χωρίς έγκυρο ή νομιζόμενο τίτλο και χωρίς καλή πίστη, να αναγνωρισθούν συννομείς του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό έκαστος και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους αποδώσει τη νομή του ακινήτου κατά τις διατάξεις του άρθρου 1112 ΑΚ (πουβλικιανή αγωνή).

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1195/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) το ως άνω ακίνητο κατά το ανάλογο ποσοστό σε έκαστο (1/2 εξ αδιαιρέτου).

Κατά της παραπάνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 5-6-2008 έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3191/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αντίγραφου της που προσκομίζεται, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

Δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Βύρωνα Λουκά Τρομπούκη, το οποίο έκτοτε έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, οι ενάγοντες απέκτησαν λόγω αγοράς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από τις Κ. και Δ.

Κ., την κυριότητα, νομή και κατοχή του υπό στοιχείο Δ - 1 διαμερίσματος της πολυώροφης οικοδομής που κείται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αθηνών και επί της οδού ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό …. Οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν αποκτήσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα, νομή και κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος από κληρονομιά της μάμμης τους Κ.

Κ. χήρας Ν. Μ., το γένος Ε. Κ., η οποία απεβίωσε στις 17.12.1977 και κατέλειπε την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπαρρηγόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 11/12.01.1978 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την εν λόγω δε κληρονομιά οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων αποδέχθηκαν επ' ωφελεία απογραφής με την υπ' αριθ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω Συμβολαιογράφου Λουκά Τρομπούκη, η οποία έκτοτε έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. ... πράξη διορθώσεως του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Κουλουριανού, η οποία ομοίως μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ….

Το προμνησθέν διαμέρισμα (οριζόντια ιδιοκτησία) συνεστήθη και περιήλθε κατά κυριότητα στην ως άνω κληρονομουμένη δυνάμει της υπ' αριθ. ... πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπαρρηγόπουλου, η οποία έκτοτε μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ….

Στην εν λόγω πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας προέβησαν, κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, άπαντες οι, δυνάμει των αναφερομένων στην πράξη αυτή νόμιμων τίτλων, εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του οικοπέδου επί της οδού ... αρ. … (στο οποίο ανεγέρθηκε η ανωτέρω πολυκατοικία). Στο Κεφάλαιο πρώτο (Γενική Περιγραφή και Προσδιορισμός Πολυκατοικίας) της προμνησθείσας πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας αναγράφεται (α' σελίδα, 5° φύλλο) ότι η πολυκατοικία εμφαίνεται στα προσαρτώμενα στην πράξη αυτή νομίμως χαρτοσημασμένα και υπό των συμβαλλομένων, των μαρτύρων και του Συμβολαιογράφου υπογεγραμμένα από Οκτωβρίου 1969, οκτώ (8) σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Σ. υπό τις ενδείξεις α)...δ) κάτοψις Δ' ορόφου (Α' εσοχή) και (φύλλο 11) ότι το υπό στοιχ. Κ - 1 διαμέρισμα εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου (Α' Εσοχή) υπό το στοιχείο Δ - 1, αποτελείται εκ των τριών κυρίων δωματίων, χωλλ, οφφίς, κουζίνα και λουτρού, έχει επιφάνεια 73 τετραγωνικών ... και συνορεύει Δυτικώς με την οδό ..., με το Δ - 2 διαμέρισμα και με κεντρικό κλιμακοστάσιο, Ανατολικώς με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικία, πλατύσκαλο τετάρτου (Δ) ορόφου και φωταγωγό, Αρκτικώς με ιδιοκτησία Π.

Τ. και φωταγωγό και Μεσημβρινώς με Δ - 2 διαμέρισμα, πλατύσκαλο τετάρτου (Δ) ορόφου και κεντρικό κλιμακοστάσιο. Στην προαναφερόμενη επίσης υπ' αριθ. 23.054/11.09.1979 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς το ανωτέρω διαμέρισμα περιγράφεται ρηματικώς όπως και παραπάνω ως προς τους χώρους, την επιφάνεια και όριά του, στο δε προαναφερόμενο υπ' αριθ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο το υπό στοιχείο Δ - 1 διαμέρισμα αναφέρεται ως εμφαινόμενο υπό τα στοιχείο αυτά στο σχετικό σχέδιο κατόψεως του τετάρτου (δ) ορόφου (α' εσοχή) του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Σ., προσαρτώμενο στην πιο πάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας. Από τις παραπάνω ρηματικές περιγραφές προκύπτει ότι σ' αυτές δεν περιλαμβάνονται οι δυο εξώστες (ένας ανατολικώς προς τον ακάλυπτο χώρο και ένας δυτικώς προς την οδό ...) που συνέχονται και ανήκουν στο Δ - 1 διαμέρισμα, ενώ οι εξώστες αυτοί εμφαίνονται στο ανωτέρω από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Σ., με βάση το οποίο και κατασκευάστηκε ο Δ' όροφος, το Δ - 1 διαμέρισμα αυτού και οι δυο εξώστες τούτου και συνεπώς, η ανωτέρω ρηματική περιγραφή του εν λόγω Δ - 1 διαμερίσματος συμπληρώνεται από το εν λόγω σχεδιάγραμμα κατόψεως ως προς τους δυο εξώστες του διαμερίσματος αυτού (Δ - 1), η θέση και τα όρια των οποίων αποτυπώνονται στο ως άνω από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα, η κλίμακα του οποίου είναι 1:50.

Η δε οριοθέτηση του προς την οδό ... ως άνω εξώστη (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) μεσημβρινώς, από τον εξώστη του όμορου Δ - 2 διαμερίσματος του ίδιου ορόφου υλοποιήθηκε εξ αρχής, κατά το πέρας των εργασιών της οικοδομής, με την τοποθέτηση διαχωριστικού υάλινου πετάσματος (μήκους 2,10 μ.), στη θέση που αποτυπώνεται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα κατόψεως Δ' ορόφου και κατ' εφαρμογή αυτού.

Συνεπώς, οι ενάγοντες απέκτησαν την συγκυριότητα και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του ως άνω Δ - 1 διαμερίσματος, συμπεριλαμβανομένου και τους προς την οδό ... εξώστη του, όπως αυτός κατά τα ανωτέρω είχε οριοθετηθεί, κατόπιν αγοράς αυτού από τις ως άνω αληθινές συγκυρίες τούτου Κ. και Δ. Κ., με βάση τον αναφερόμενο νόμιμο τίτλο αγοράς (ήτοι το υπ' αριθ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο), που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ο σύζυγος της Ν. Π., με το υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βύρωνος Θεοδώρας Συκιώτη - Παπαγαλάνη που έχει νόμιμα μεταγραφεί, απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, την συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή του παραπλεύρως του ως άνω υπό στοιχείο Δ - 1 διαμερίσματος ευρισκόμενου, υπό στοιχείο Δ - 2 διαμερίσματος της πιο πάνω πολυκατοικίας, κατόπιν αγοράς από τη Δ.

συζ. Γ. Μ., το γένος Α. Κ. (ήτοι τη μια εκ των αμέσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων), στο συμβόλαιο δε αυτό αναφέρεται ότι το εν λόγω διαμέρισμα αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλλ, όφφις, κουζίνα και λουτρό, έχει επιφάνεια 65 τ.μ. και συνορεύεται Δυτικά με την οδό ... και φωταγωγό, Ανατολικά με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας, με το Δ - 1 διαμέρισμα και πλατύσκαλο ορόφου, Βόρεια με το Δ - 1 διαμέρισμα, με πλατύσκαλο, κεντρικό κλιμακοστάσιο και φωταγωγό και Νότια με ιδιοκτησία Ι.

Κ. και φωταγωγό. Το εν λόγω διαμέρισμα περιήλθε στην ως άνω πωλήτρια : α) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της ως άνω Κ. Κ. Μ., δυνάμει της ως άνω υπ' αριθ. ... νόμιμα δημοσιευμένης δημόσιας διαθήκης της, την οποία (κληρονομιά) απεδέχθη με την υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και την υπ' αριθ. ... πράξη διόρθωσης, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, β) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Κουλουριάνου που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από αγορά εκ μέρους της Κ. Κ., στην οποία είχε περιέλθει από την ίδια ως άνω κληρονομιά και γ) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου ανταλλαγής του Συμ/φου Χαρ. Κουλουριάνου, το οποίο έκτοτε μεταγράφηκε νόμιμα.

Με το πωλητήριο συμβόλαιο η δικαιοπάροχος της εναγομένης και του συζύγου της δήλωσε ότι το υπό στοιχείο Δ - 2 διαμέρισμά της, όπως είναι και βρίσκεται, πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους δυο ανωτέρω αγοραστές κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, οι δε τελευταίοι δήλωσαν ότι παρέλαβαν το πωλούμενο διαμέρισμα στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους, κοινά και αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και αποδέχονται όλα τα προαναφερόμενα όπως συμφωνήθηκαν.

Εν συνεχεία όμως αυτοί και αφού έλαβαν και τη γνώμη του μάρτυρα της εναγομένης πολιτικού μηχανικού Π. Μ., τον Απρίλιο του έτους 1989, κατά την απουσία των εναγόντων, και του μισθωτή του διαμερίσματος, μετατόπισαν προς βορράν κατά 0,37 μέτρα το πιο πάνω μήκους 2,10 μέτρων διαχωριστικό υάλινο πέτασμα των όμορων εξωστών των υπό στοιχεία Δ - 1 και Δ - 2 διαμερισμάτων, που βρίσκονταν στην ίδια θέση από την κατασκευή τους, ώστε το εν λόγω υαλοπέτασμα να βρίσκεται στη νοητή ευθεία του άξονα της μεσοτοιχίας των ως άνω δυο διαμερισμάτων και έτσι αυθαιρέτως, με καθολική αποβολή των εναγόντων, κατέλαβαν το αντίστοιχο τμήμα του εξώστη των εναγόντων, επιφανείας του (επιδίκου) τμήματος 0,777 τετραγωνικών μέτρων (ήτοι 2,10 Χ 0,37), έκτοτε δε κατείχαν από κοινού το επίδικο τμήμα, ενώ από τις 03.08.2000 - οπότε και απεβίωσε ο συγκύριος Ν.

Π. - κατέχει μόνη η εναγομένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την αυθαίρετη μετατόπιση του υάλινου πετάσματος, διαμαρτυρήθηκαν προς την εναγομένη και το σύζυγο της, χωρίς όμως αποτέλεσμα, οπότε άσκησαν κατ' αυτών : α) αρχικώς την από 31.01.1990 αγωγή περί νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 1848/1990 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και β) εν συνεχεία την από 22.12.1990 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθησαν οι με αριθμούς 2214/1991 παραπεμπτική απόφαση του δικάσαντος αυτήν Δικαστηρίου, 236/1994 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) 2535/2000 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, απέρριψε την εν λόγω αγωγή.

Εξάλλου, η ένσταση της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας εκ του λόγου ότι αυτή νέμεται και κατέχει το διαμέρισμά της με τον εξώστη (βεράντα) αυτού και με το διαχωριστικό πλαίσιο των βεραντών των συνεχομένων (Δ - 1 και Δ - 2) διαμερισμάτων να έχει τοποθετηθεί και να εξακολουθεί να βρίσκεται στην προέκταση του άξονα που διαχωρίζει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων, με νόμιμο άλλως με νομιζόμενο τίτλο, συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίας, ασκούσα επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη χρήση και τον προορισμό αυτού, προσμετρούμενης στο χρόνο της νομής της και του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον :

α) στην κατά τα ανωτέρω ρηματική περιγραφή του Δ - 2 διαμερίσματος της στους επικαλούμενους τίτλους κυριότητας δεν περιέχεται και το επίδικο τμήμα του εξώστη, η δε περιγραφή του διαμερίσματος της στην προρρηθείσα πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως η περιγραφή αυτή ως προς την οδό ... εξώστη συμπληρώνεται από το προσαρτώμενο στην πράξη αυτήν από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου (Α' εσοχή) του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Σ., με βάση το οποίο κατασκευάστηκε το διαμέρισμά της και ο εν λόγω εξώστης και τοποθετήθηκε εξ αρχής το υάλινο διαχωριστικό πέτασμα, δεν περιλαμβάνει και το επίδικο τμήμα του εξώστη, β) Όπως ήδη αναφέρθηκε, στο υπ' αριθ. 137501/1989 πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ότι η δικαιοπάροχος αυτής και του συζύγου της πώλησε και παρέδωσε τη νομή και κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος (άρα και του εν λόγω εξώστη) στις 06.02.1989, όπως τούτο (συνεπώς και ο εξώστης του) "είναι και βρίσκεται" και οι αγοραστές αυτού δήλωσαν ότι παρέλαβαν το με στοιχείο Δ - 2 διαμέρισμα στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους και αποδέχονται όλα τα προαναφερόμενα, όπως συμφωνήθηκαν, και επομένως τον ως άνω εξώστη με το προς βορράν όριο αυτού το διαχωριστικό υάλινο πέτασμα στη θέση που βρισκόταν εξ αρχής, πριν την μετατόπισή του κατά τον Απρίλιο του έτους 1989.

Συνεπώς, τόσο η εναγομένη όσο και ο σύζυγος της και άμεσος δικαιοπάροχος της δεν νέμονταν το επίδικο τμήμα του εξώστη από τις 06.02.1986 με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο και με καλή πίστη (βλ. σχετ. 1033/2003 ΕλλΔνη 45.1684, ΑΠ 1314/2003 ΕλλΔνη 46.179) και ως εκ τούτου η προρρηθείσα ένσταση και ο σχετικός λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους.

Σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα δεν δύναται να αχθεί το Δικαστήριο εκ μόνης της υπάρξεως από την κατασκευή της πολυκατοικίας ηλεκτρικής πρίζας στο τμήμα του εξωτερικού τοίχου του διαμερίσματος της εναγομένης, το οποίο αντιστοιχεί στο επίδικο τμήμα του ως άνω εξώστη, ούτε από το γεγονός ότι η τέντα του διαμερίσματός της φτάνει μέχρι τη νοητή προέκταση της μεσοτοιχίας των δυο διαμερισμάτων, και τούτο διότι τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καταφάσκουν την καλή πίστη της εναγομένης και του δικαιοπαρόχου συζύγου της ως προς την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου.

Αυτά δεχθείσα και η εκκαλουμένη ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης ορθώς εξετίμησε τις αποδείξεις και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις και ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω προς απόκρουση της ένδικης αγωγής η εκκαλούσα - εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση εκ μέρους των εφεσιβλήτων - εναγόντων της αγωγής διεκδικητικής της κυριότητας του ως άνω επιδίκου είναι καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ καθ' ότι από το έτος 2000, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό 2535/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 20.12.1990 αγωγής τους και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, παρήλθαν επτά (7) έτη, οπότε και γεννήθηκε η πεποίθηση στην εναγομένη ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, ενώ η ανατροπή της διαμορφωθείσης πραγματικής καταστάσεως θα έχει επαχθείς γι' αυτήν συνέπειες, για το λόγο ότι (α) θα αποβεί σε βάρος της περιουσίας της, (β) το εν λόγω διαχωριστικό έπρεπε από την κατασκευή της πολυκατοικίας να τοποθετηθεί στην προέκταση της νοητής γραμμής της μεσοτοιχίας των δυο διαμερισμάτων, (γ) το εμβαδό της βεράντας της θα γίνει μικρότερο και τέλος, μετά την μετατόπιση του διαχωριστικού, η πρίζα η οποία ηλεκτροδοτείται από το δικό της διαμέρισμα, θα ευρεθεί στο τμήμα της βεράντας των εφεσιβλήτων.

Ο εν λόγω ισχυρισμός κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος και τούτο διότι αφενός μεν μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του (Ολ.ΑΠ 7/2002 ΝοΒ 2003.648), αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 8/20Θ1 ΕλλΔνη 2001.382, Ολ. ΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 1997.534). Στην προκείμενη περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, υπό τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ουδόλως υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Αυτά δεχθείσα και η πρωτόδικη απόφαση, ουδόλως έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή κατά την κυρία της βάση και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της εκκαλούσης - αναιρεσείουσας, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 ΑΚ καθόσον εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς μολονότι κατά τις παραδοχές της, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους αφού στην απόφαση αυτή δεν αναφέρεται ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων δεκαετής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο νομή με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής αυτών και του χρόνου νομής του αμέσου διακοπαρόχου της.

Η ανωτέρω εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση είναι απορριπτέα ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας εφόσον σαφώς δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου έκαστης, επί του επιδίκου ακινήτου, με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς αυτού από τις αληθινές συγκυρίες τούτου Κ.

και Δ. Κ. με βάση το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βύρωνα Λουκά Τρομπούκη. Με το δεύτερο μέρος του πρώτα λόγου αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο παρεβίασε, με την κρίση του, κατά την έρευνα της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που νομίμως προέβαλε η αναιρεσείουσα, περί απορρίψεως αυτής (ένστασης), τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Η εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκειμένη αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρεβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, κατά την οποία η απώλεια του δικαιώματος επέρχεται και δια παραιτήσεως από τούτου, ως εκ του ότι δεν προσδιορίζονται ποιες ήταν οι πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες συνάγεται συμπερασματικώς η βούληση της αναρεσείουσας περί παραιτήσεως της από το δικαίωμά της για τοποθέτηση του διαχωριστικού της βεράντας στη νοητή προέκταση του διαχωριστικού μεσοτοίχιου των δύο συνεχομένων διαμερισμάτων, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, αφού το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν ασχολήθηκε με ισχυρισμό νομίμως προβληθέντα από τους αναιρεσιβλήτους περί παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το ως άνω δικαίωμά της.

Επειδή, η παραβίαση των διαδαγμάτων της κοινής πείρας, ως τοιούτων θεωρουμένων των ορισμών και αφηρημένων κρίσεων που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, ιδρύει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποίει εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προς διακρίβωση της αληθούς εννοίας κάποιου κανόνα δικαίου ή προς υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, όχι, όμως, όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ήτοι στα πλαίσια της εκτίμησης των αποδείξεων ή προς εξακρίβωση της αξιοπιστίας των εξετασθέντων μαρτύρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., διότι το ως άνω Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που ορίζουν ότι το διαχωριστικό χώρισμα της βεράντας μεταξύ δύο ομόρων διαμερισμάτων πρέπει να τοποθετηθεί στη νοητή προέκταση της μεσοτοιχίας των δύο διαμερισμάτων κατά πάγια τακτική, δέχθηκε ότι το διαχωριστικό της βεράντας των δύο συνεχομένων διαμερισμάτων πρέπει να τοποθετηθεί όχι στη νοητή προέκταση της μεσοτοιχίας των διαμερισμάτων αυτών αλλά πέραν της προέκτασης αυτής σε βάρος της βεράντας του διαμερίσματος της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, στον οποίο δεν αναφέρεται πλημμέλεια αναγομένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς εξεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή της υπαγωγής σ' αυτόν των ανελέκτως δεκτών, γενομένων πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, αλλά η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, οι από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών που ορίζουν το πρώτο ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και το δεύτερο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις βουλήσεως της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας.

Το δικαστήριο δε, της ουσίας, αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλων σημείων και δεν προσφύγει στις από τις ανωτέρω διατάξεις θεσπιζόμενες ερμηνευτικές αρχές προς κάλυψη του κενού ή άρση του αμφιβόλου σημείου, ελέγχεται αναιρετικώς για παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερομένων άρθρων του Αστικού Κώδικα.

Μόνη, όμως, η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των πιο πάνω διατάξεων, δεν μπορεί να θεμελιώσει παραβίαση αυτών αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη στην ερμηνεία της σύμβασης τα πιο πάνω στοιχεία που ορίζει ο νόμος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρόκειται για διεκδικητική αγωγή ακινήτου, η οποία στηρίζεται, ως προς τον τρόπο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, σε παράγωγο τρόπο (αγορά με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή), το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο δίκασε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Στο Κεφάλαιο πρώτο της προμνησθείσης πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας αναγράφεται (α σελίδα, 5ο φύλλο) ότι η πολυκατοικία εμφαίνεται στα προσαρτώμενα στην πράξη αυτή νομίμως χαρτοσημασμένα και υπό των συμβαλλομένων, των μαρτύρων και του συμβολαιογράφου υπογεγραμμένα από Οκτωβρίου 1969, οκτώ (8) σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Σ. υπό τις ενδείξεις α) ... δ)κάτοψις Δ' ορόφου (Α' εσοχή) και (φύλλο

ΙΙ) ότι το υπό στοιχείο Κ-1 διαμέρισμα εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου (Α' εσοχή) υπό το στοιχείο Δ-1, αποτελείται εκ τριών κυρίων δωματίων, χωλ, οφφίς, κουζίνα και λουτρό ... και συνορεύει δυτικώς με την οδό ..., με το Δ2 διαμέρισμα και με κεντρικό κλιμακοστάσιο, ανατολικώς με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικία, πλατύσκαλο τέταρτο (Δ) ορόφου και φωταγωγό, αρκτικώς με ιδιοκτησία Π.

Τ. και φωταγωγό και μεσημβρινώς με Δ-2 διαμέρισμα, πλατύσκαλο Δ' ορόφου και κεντρικό κλιμακοστάσιο. Στην προαναφερομένη επίσης υπ' αριθμ 23054/11-9-1979 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, το ανωτέρω διαμέρισμα περιγράφεται ρηματικώς όπως και παραπάνω ως προς τους χώρους, την επιφάνεια και όριά του, στο δε προαναφερόμενο 23.005/11-9-1979 πωλητήριο συμβόλαιο το υπό στοιχεία Δ1 διαμέρισμα αναφέρεται ως εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία αυτά στο σχετικό σχέδιο κατόψεως του τετάρτου (δ) ορόφου (α' εσοχή) του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Σ. προσαρτώμενο στην πιο πάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας. Από τις παραπάνω ρηματικές περιγραφές προκύπτει ότι σ' αυτές δεν περιλαμβάνονται οι δύο εξώστες (ένας ανατολικός προς τον ακάλυπτο χώρο και ένας δυτικώς προς την οδό ...) που συνέχονται και ανήκουν στο Δ-1 διαμέρισμα, ενώ οι εξώστες αυτοί εμφαίνονται στο ανωτέρω από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου του αρχιτέκτονα Μηχανικού Π.

Σ. με βάση το οποίο και κατασκευάστηκε ο Δ' όροφος, το Δ-1 διαμέρισμα αυτού και οι δύο εξώστες τούτου και συνεπώς, η ανωτέρω ρηματική περιγραφή του εν λόγω Δ-1 διαμερίσματος συμπληρώνεται από το εν λόγω σχεδιάγραμμα κατόψεως ως προς τους δύο εξώστες του διαμερίσματος αυτού (Δ-1), η θέση και τα όρια των οποίων αποτυπώνονται στο άνω από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμά, η κλίμακα του οποίου είναι 1:50.

Η δε οριοθέτηση του προς την οδό ... ως άνω εξώστη μεσημβρινώς από τον εξώστη του ομόρου Δ-2 διαμερίσματος του ίδιου ορόφου υλοποιήθηκε εξ αρχής, κατά το πέρας των εργασιών της οικοδομής με την τοποθέτηση διαχωριστικού υάλινου πετάσματος (μήκους 2,10μ) στη θέση που αποτυπώνεται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα κατόψεως Δ ορόφου και κατ' εφαρμογή αυτού.

Συνεπώς οι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητα και δή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω Δ - 1 διαμερίσματος, συμπεριλαμβανομένου και του προς την οδό ... εξώστη του, όπως αυτός κατά τα ανωτέρω είχε οριοθετηθεί, κατόπιν αγοράς αυτού από τις άνω αληθινές συγκυρίες τούτου Κ. και Δ. Κ. με βάση τον αναφερόμενο νόμιμο τίτλο αγορά (ήτοι το υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο) που έχει νόμιμα μεταγραφεί ... Στην κατά τα ανωτέρω ρηματική περιγραφή του Δ-2 διαμερίσματος της στους επικαλουμένους τίτλους κυριότητας δεν περιέχεται και το επίδικο τμήμα του εξώστη, η δε περιγραφή του διαμερίσματος της στην προρρηθείσα πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως η περιγραφή αυτή ως προς την οδό ...

εξώστη συμπληρώνεται από το προσαρτώμενο στην πράξη αυτή από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα κατόψεως του Δ' ορόφου (α' εσοχή) του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Σ. με βάση το οποίο κατασκευάστηκε το διαμέρισμα της εν λόγω εξώστης και τοποθετήθηκε εξ αρχής το υάλινο διαχωριστικό πέτασμα, δεν περιλαμβάνει και το επίδικο τμήμα του εξώστη".

Με τα δεδομένα αυτά που η παραδοχή τους εκφράζει την αντίληψη κάθε συνετού και εντίμου κοινωνικού ανθρώπου και δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο εμμέσως την ύπαρξη κενού στη διατύπωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων ως προς την περιγραφή της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων συμπεριλαμβανομένων και των εξωστών, στα προαναφερθέντα υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο και υπ' αριθμ. ... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπαρρηγοπούλου, προσέφυγε για την άρση του κενού αυτού στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μολονότι δεν τους αναφέρει και δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις όποιες σωστά εφάρμοσε.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλον η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίστανται επί μακρό χρονικό διάστημα πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε, διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητά του υπό του εναγομένου κατεχόμενου πράγματος (Ολ.

ΑΠ 17/1995, Ολ. ΑΠ 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση που προέβαλε η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων με την εξής επί λέξει αιτιολογία: "Περαιτέρω, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής η εκκαλούσα-εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση εκ μέρους των εφεσιβλήτων - εναγόντων της αγωγής διεκδικητικής της κυριότητας του ως άνω επιδίκου είναι καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ καθ' ότι από το έτος 2000, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό 2535/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 20-12-1990 αγωγής τους και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, παρήλθαν επτά (7) έτη, οπότε και γεννήθηκε η πεποίθηση στην εναγόμενη ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, ενώ η ανατροπή της διαμορφωθείσης πραγματικής καταστάσεως θα έχει επαχθείς γι' αυτήν συνέπειες, για το λόγο ότι α)θα αποβεί εις βάρος της περιουσίας της β)το εν λόγω διαχωριστικό έπρεπε από την κατασκευή της πολυκατοικίας να τοποθετηθεί στην προέκταση της νοητής γραμμής της μεσοτοιχίας των δύο διαμερισμάτων γ)το εμβαδόν της βεράντας της θα γίνει μικρότερο και τέλος, μετά την μετατόπιση του διαχωριστικού, η πρίζα η οποία ηλεκτροδοτεί και το δικό της διαμέρισμα, θα ευρεθεί στο τμήμα της βεράντας των εφεσιβλήτων.

Ο εν λόγω ισχυρισμός κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος και τούτο, διότι αφενός μεν μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να κατακτήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, υπό τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ουδόλως υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αυτά δεχθείσα και η πρωτόδικη απόφαση, ουδόλως έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον 1)αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2)αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνον τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5 και 7 αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προς τους οποίους δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης που στρέφεται κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, με τον οποίον ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 2535/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη και εκδόθηκε επί της από 20-12-1990 αγωγής των αναιρεσιβλήτων και μεν την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή κατά την κύρια βάση της ως αόριστη και κατά την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγω αναίρεσης. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.3 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, συνάγεται ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στο ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που προέβαλε με λόγο έφεσης για καθ' ύλην να δικάσει την υπόθεση αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο.

Η προβαλλομένη αυτή αιτίαση, δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του καθ' ύλην αρμοδιότητα και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος έβδομος λόγος με τον οποίο προσάπτεται αιτίαση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, εξεδίκασε την υπόθεση κατά την τακτική διαδικασία, ενώ, έπρεπε να τη δικάσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

που ορίζει ότι στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται οι διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, με τη διαδικασία των άρθρων 648 επ. Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαρέδεκτος, εφόσον η τήρηση της μη προσήκουσας διαδικασίας δεν συνοδεύεται από την παράβαση συγκεκριμένου δικονομικού Κανόνα ο οποίος πρόδηλα περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, κατά κανόνα δε, η τακτική διαδικασία ενέχει περισσότερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς και η εφαρμογή της αντί των διατάξεων της ως άνω ειδικής διαδικασίας των άρθρων 648 επ Κ.Πολ.Δ.

δεν προκαλεί δικονομική βλάβη και εντεύθεν δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο (Ολ. ΑΠ 402/1981 ΑΠ 174/2014). Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.191/2010 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) αίτημά τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2011 αίτηση της Ε. χήρας Ν. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ.3191/2010 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ