1179/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1179/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, όμως, μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία. Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν ο φυσικός εξουσιασμός, ολικός ή μερικός, ασκείται, κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθεμένη ενοχική σχέση, όπως η μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκουσία ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.λ.π..
Full text
Απόφαση 1179 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1179/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Δ. Χ., το γένος Ν. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπείται από την δικαστική συμπαραστατριά της Ι. Χ. του Δ., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μπαλαφούτη.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βαρβαρίγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3849/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2002 μη οριστική, 647/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1464/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5589/2005 απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε και πάλι αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 25-7-2006 πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 852/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7153/2007 απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε ξανά αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 824/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5832/2009 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στην νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα, επίσης, με την διάταξη του άρθρου 974 του ιδίου Κώδικος, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού αν ασκεί την φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη, κατά κανόνα, συνύπαρξη ( με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων, σωματικού και πνευματικού, είναι δημιουργική του προστατευομένου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.
Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητος και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής . Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με την μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητος, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.
Εάν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, όμως, μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία. Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν ο φυσικός εξουσιασμός, ολικός ή μερικός, ασκείται, κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθεμένη ενοχική σχέση, όπως η μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκουσία ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.λ.π..
Περί της συνδρομής ή όχι των άνω στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμέμνα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Εξ' άλλου για την έναρξη της κτητικής παραγραφής είναι αδιάφορο το επιλήψιμο ή ανεπίληπτο της νομής, δεν ενδιαφέρει, επίσης, ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξεως, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε την νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 ΑΚ, ή σε πρωτότυπο τρόπο δια της καταλήψεως του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε όρος.
Και κατά την διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ ,εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Για τον συνυπολογισμό αυτό στην νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της εκτάκτου χρησικτησίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα τη κυριότητος επί του πράγματος, αλλ' απλώς διαδοχή στη νομή, που επέρχεται με άτυπη, αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια, ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα (ΟλΑΠ 1594/1979).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ προκύπτει ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και νομή περισσοτέρων κατ' ιδανικά μέρη, με την έννοια ότι επί του πράγματος μία νομή δεν αποκλείεται να ανήκει κατά το περιεχόμενό της σε περισσοτέρους του ενός, οπότε ως προς το δικαίωμα της νομής υπόκειται περίπτωση κοινωνίας δικαιώματος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 785 ΑΚ, ήτοι συννομή.
Επί της συννομής το δικαίωμα καθενός από τους συννομείς περιορίζεται στην ιδανική του μερίδα, γεγονός το οποίο έχει σημασία για τον προσδιορισμό του περαιτέρω δικαιώματος, στηριζομένου επί της νομής π.χ. για το ιδανικό μερίδιο της συγκυριότητος. Από την ίδια αυτή διάταξη συνάγεται ότι είναι δυνατή η προσβολή της συννομής είτε κατά του όλου αυτής είτε κατά της μερίδος ενός μόνου από τους συννομείς, που σημαίνει περαιτέρω ότι τρίτος μπορεί να καταλάβει την ιδανική μερίδα κάποιου από τους συννομείς και, εφ' όσον δεν αποκρουσθεί από αυτόν αυτοδυνάμως ή με την άσκηση της οικείας περί νομής αγωγής, αποκτά την ιδανική μερίδα της συννομής, δυνάμενος περαιτέρω να χρησιδεσπόσει και να αποκτήσει την συγκυριότητα, κατά το άρθρο 1113 ΑΚ, επί του καταληφθέντος ιδανικού μεριδίου διά της ασκήσεως επ' αυτού αδιαλείπτου νομής επί εικοσαετία.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4-11-1973 διενεργήθηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός, με την επίσπευση του Π. Κ., κατά του οφειλέτη Ν. Β. (πατέρα της εναγομένης) και εκπλειστηριάσθηκε το 1/4 ή 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, με τη διώροφη οικία που ήταν χτισμένη πάνω σ' αυτό και του παραπλεύρως αυτής αυτοτελούς καταστήματος, με τον κήπο, συνολικής επιφάνειας 466 τ.μ.
Αυτό βρίσκεται στην ειδικότερη θέση Άγιος Γεώργιος, στο Χαλάνδρι Αττικής, στη συμβολή των οδών ..., αρ. 106 και ..., αρ. 22 και συνορεύει Βόρεια με την οδό ..., επί προσώπου 22 μέτρων, Νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ., επί πλευράς 22 μέτρων, Ανατολικά με την ίδια ιδιοκτησία, επί πλευράς 20 μέτρων και Δυτικά με την οδό ..., επί προσώπου 20 μέτρων (βλ.
και την με αριθμό .../4-4-73 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρίστου ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ). Στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο Β. Φ. Ι., ο οποίος δήλωνε ότι πλειοδοτεί για τον εαυτό του, κατά ποσοστό 1/4 του 1/4 ή 1/16, για την σύζυγο του Χ. Ι., για το ίδιο ποσοστό και για τον ενάγοντα, κατά ποσοστό 2/4 του 1/4 ή 2/16 (βλ.
και την από 8-9-1979 βεβαίωση του πιο πάνω Συμβολαιογράφου). Η Χ. Ι. και ο ενάγων, αποδέχθηκαν την γενόμενη για λογαριασμό τους πλειοδοσία (βλ. τις με αριθμ. ... και .../8-1 1-1973 αποδοχές πλειοδοσίας του αυτού Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρίστου ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ). Οι πλειοδότες κατέβαλαν στον εν λόγω Συμβολαιογράφο το ποσό των 40.495 δραχμών για τα έξοδα εκτέλεσης και το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος 405.000 δρχ. (βλ.
την από 16-11- 1973 απόδειξη του εν λόγω Συμβολαιογράφου). Από το πιο πάνω ποσό, αφού αφαιρέθηκε το ποσό των 37.544 δραχμών, για τον φόρο του οφειλέτη, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφος, κατέθεσε, για λογαριασμό των πλειοδοτών, το υπόλοιπο ποσό των 326.961 δραχμών, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (με αριθμό 335.352/16- 1 1-1973 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης).
Παρά την εξόφληση του πλειστηριάσματος δεν καταρτίσθηκε περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως ούτε και μεταγράφηκε αυτή. Στη συνέχεια απεβίωσε ο προαναφερόμενος Συμβολαιογράφος, χωρίς να καταρτισθεί η εν λόγω περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως και το αρχείο του φυλάσσεται στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Αθηνών.
Όμως οι πλειοδότες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού (4- 11-73) άρχισαν να ασκούν στο επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, διανοία κυρίων, όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του και μάλιστα το περιποιούνταν και εισέπρατταν τα οφειλόμενα μισθώματα από τους μισθωτές και συγκεκριμένα, για το χρονικό διάστημα από 4-11-1973 μέχρι 31-12-1977 εισέπραξαν τα μισθώματα οι ακόλουθοι συνιδιοκτήτες α) Σ.
Λ. 37.50% ή 6/16, β) Ν. Α. 37.50% ή 6/16, γ) Β. Ι. 6.25% ή 1/16, δ) Χ. Ι. 6.25% ή 1/16 και ε) ο ενάγων Ι. Π. 12.50% ή 2/16. Στη συνέχεια από 1-1-78 μέχρι 31-12-1996 ο ενάγων εισέπραττε ενοίκιο, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 25% ή 4/16, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, μέχρι 9-4-97, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε το από 4-4-97 εξώδικο της, με το οποίο διαμαρτύρονταν για την είσπραξη των ενοικίων από τον ενάγοντα, αφού το ποσοστό αυτό ανήκε σ' αυτήν εκ κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα της Ν.
Β.. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων εισέπραττε τα μισθώματα, για λογαριασμό του πατέρα της Ν. Β. δεν αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά μέσα. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων από τη διενέργεια του πλειστηριασμού (4-11-1973), νεμόταν και κατείχε το μερίδιο του 2/16 (1/4 του 1/4), διανοία κυρίου, επί του επιδίκου ακινήτου, μέχρι την κοινοποίηση του εξωδίκου (9-4-97).
Όσον αφορά το μερίδιο του ζεύγους Ι. 2/16 (1/4 του 1/4 ή 1/16 για τον καθένα), αυτοί το νεμόταν και το κατείχαν, διανοία κυρίων, από τη διενέργεια του πλειστηριασμού (4-11- 73), αφού πλήρωσαν την αναλογία του πλειστηριάσματος, το περιποιούνταν και εισέπρατταν την αναλογία των μισθωμάτων, τα οποία μάλιστα δήλωναν στην εφορία, μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 1997, οπότε και μεταβίβασαν ατύπως, τα μερίδιά τους στον ενάγοντα.
Για το λόγο αυτό ο τελευταίος από 1-1-1978 δήλωνε στην Εφορία αναλογία μισθωμάτων σε ποσοστό 4/16 ή 1/4 (25%). Η είσπραξη της αναλογίας των ενοικίων αρχικά από τον ενάγοντα και το ζεύγος Ι. (από 4-11-73 μέχρι 31-11-77) και συνέχεια από τον ενάγοντα για το ποσοστό αυτό γινόταν για τον εαυτό τους και όχι για το δικαιοπάροχο της εναγομένης, διότι δε δικαιολογείται να εισπράττουν τα μισθώματα, για λογαριασμό τρίτου και να δηλώνουν αυτοί τα μισθώματα στην εφορία και να πληρώνουν τον αναλογούντα φόρο.
Επομένως ο ενάγων έγινε κύριος του ποσοστού αυτού (1/4 ή 4/16), επί του επιδίκου ακινήτου, αφού νεμόταν και κατείχε αυτό, σύμφωνα με τα παραπάνω, από 4-1 1-1973 μέχρι 9-4-1997, ήτοι επί χρόνο πλέον της εικοσαετίας, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε το εξώδικο και μάλιστα το δικό του ποσοστό (2/16) και το ποσοστό του ζεύγους Β.
και Χ. Ι. (2/16), με την προσμέτρηση της νομής αυτών ως ειδικών διαδόχων. Το γεγονός της αποδοχής της κληρονομιάς των γονιών της από την εναγομένη, με την με αριθμό .../19-1 1-1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Λάμπρου ΜΑΣΤΡΑΠΑ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, και η πληρωμή του αναλογούντος φόρου, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή διότι και μέχρι τότε (19-11- 1996), είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής νομή στο πρόσωπο του ενάγοντος".
Ακολούθως το Εφετείο, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, διά της οποίας εζήτησε την αναγνώριση της κυριότητός του επί του στην αγωγή αυτή περιγραφομένου ακινήτου με βάση την έκτακτη χρησικτησία . Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και, έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα κατά νόμο παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος περιστατικά από τον αναιρεσίβλητο, κτηθείσης κατά τρόπο πρωτότυπο, δι' εκτάκτου χρησικτησίας.
Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/4 εξ' αδιαιρέτου, διά της προσμετρήσεως και της νομής χρησικτησίας των αμέσων δικαιοπαρόχων του στη νομή, επί συνεχή εικοσαετία από της 4/11/1973, ασκώντας επί του επιδίκου, κατά το άνω ιδανικό μερίδιο, όλες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις, προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό τους, δηλωτικές, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, της βουλήσεώς του να το εξουσιάζει, κατά το μερίδιο αυτό, ως κύριος, όπως η προς τρίτους εκμίσθωση, είσπραξη μισθωμάτων κ.λ.π..
Η μνεία δε στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη νομέας του άνω ιδανικού μεριδίου πρωτοτύπως, δια της καταλήψεώς του, μετά την διενέργεια του στην απόφαση διαλαμβανομένου πλειστηριασμού, αφορώντος στο εν λόγω ιδανικό μερίδιο, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού και ο πρωτότυπος τρόπος κτήσεως της νομής αρκεί για την έναρξη της κτητικής παραγραφής, χωρίς να ήταν, κατά νόμο, αναγκαία η κατά παράγωγο τρόπο απόκτηση της νομής από τον αναιρεσίβλητο δια της προς αυτόν μεταβιβάσεώς της με την βούληση του μέχρι την άνω ημερομηνία νομέως.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες στους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, αναγόμενες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, οι στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως περιλαμβανόμενες αιτιάσεις και για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 943, 1005 ΚΠολΔ, 976 εδ.α', 980 και 1046 ΑΚ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ούτε, άλλωστε, ήταν αυτές εφαρμοστέες, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές .
ΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για την θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ενός δικαιώματος που προβάλλεται από τον διάδικο κατά την εκδίκαση μιας υποθέσεως.
Δεν συνιστούν, όμως, "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π.. ή επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, που αντλούν οι διάδικοι από τις αποδείξεις ή από το νόμο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απήντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Εξ' άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438, 443, 447 και 457 & 2 του ΚΠολΔ η υπό του αντιδίκου του προσκομίζοντας κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο αμφισβήτηση της υπό του νόμου προσδιδομένης σε αυτό αποδεικτικής δυνάμεως, είτε διότι το δημόσιο έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά τους υπό του νόμου διαγεγραμμένους τύπους υπό του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού ή προσώπου που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, είτε διότι το ιδιωτικό έγγραφο δεν φέρει καθόλου την υπογραφή του φερομένου ως εκδότου, συνιστά άρνηση του αποδεικτικού κύρους του δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, ως στερουμένων των υπό του νόμου τασσομένων προϋποθέσεων για να έχουν τα έγγραφα αυτά αποδεικτική δύναμη, όχι όμως "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, εντεύθεν δε η υπό του δικαστηρίου μη λήψη υπόψη του εν λόγω (αρνητικού ) ισχυρισμού, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8β του ΚΠολΔ.
Η υπό του δικαστηρίου λήψη υπόψη κάποιου δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου στερουμένου των υπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων για να έχει αποδεικτική δύναμη, ενδεχομένως, να ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ και των αντιστοίχων διατάξεων του προϊσχύοντος δικαίου περί κτήσεως κυριότητος επί ακινήτου, συνάγεται, ότι ο περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ισχυρισμός του εναγομένου κατά της αγωγής περί διεκδικήσεως ακινήτου, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής, όταν τα, υπ' αυτού προς θεμελίωση της κυριότητός του προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά, αφ' ενός μεν, αληθή υποτιθέμενα, προσπορίζουν σε αυτόν την κυριότητα αυτή, αφ' ετέρου δε είναι χρονικώς μεταγενέστερα εκείνων που προβάλλονται από τον ενάγοντα διά της αγωγής και κατά παραδεκτή συμπλήρωσή της διά των προτάσεων της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως, κατ' ελάχιστο δε όριο υπό του νόμου απαιτουμένων προς θεμελίωση, κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, της κυριότητος αυτού ή των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου.
Και τούτο διότι, είναι μεν δυνατόν ο ενάγων διά των ανωτέρω, κατ' ελάχιστον όριο υπό του νόμου απαιτουμένων γεγονότων, να απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, είναι όμως ενδεχόμενο, μεταγενεστέρως, να απέκτησε την κυριότητα αυτή ο εναγόμενος, με βάση τα υπ' αυτού προταθέντα γεγονότα, οπότε καταλύθηκε η προϋπάρξασα κυριότητα εκείνου.
Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο ενάγων και ο εναγόμενος επικαλούνται ως τίτλο κυριότητος την χρησικτησία, εάν ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος συμπίπτει ή προηγείται του χρόνου χρησικτησίας που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση, εάν όμως ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος προς θεμελίωση της ιδικής του κυριότητος, είναι μεταγενέστερος του χρόνου χρησικτησίας του ενάγοντος, πρόκειται περί καταλυτικής ενστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ενώπιόν του από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς και ειδικότερα: α) Τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό, διότι στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται ο τίτλος ιδιοκτησίας του πατέρα της αναιρεσειούσης Ν.
Β. και η νόμιμη μεταγραφή του. β) Τον ισχυρισμό ότι "η αναλυτική κατάσταση των μισθωμάτων, την οποία ο αναιρεσίβλητος, κατά τους ισχυρισμούς του, συμπεριελάμβανε στην φορολογική του δήλωση, δεν αποδεικνύει ότι πράγματι έχει κατατεθεί αρμοδίως, δεδομένου ότι δεν φέρουν την υπογραφή και την σφραγίδα της ΔΟΥ".
γ) Τον περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου ισχυρισμό, θεμελιούμενο στην, υπό του αμέσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσειούσης πατέρα της μέχρι τον θάνατό του και κατόπιν από την ίδια, άσκηση νομής επ' αυτού συνεχώς από του έτους 1969 και μετά. Η υπό στοιχ. α' ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο το νόμω βάσιμο και ορισμένο της αγωγής έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσειούσης ως εναγομένης και εφεσιβλήτου και τον απέρριψε ως αβάσιμο εκ του πράγματος.
Οι υπόλοιπες άνω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες απορριπτέες, διότι οι σε αυτές διαλαμβανόμενοι ισχυρισμοί, όπως εξειδικεύονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχ. β' και γ', δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προαναφερομένη έννοια. Ειδικότερα, ο υπό στοιχ. β' ισχυρισμός αποτελεί αμφισβήτηση του αποδεικτικού κύρους του προαναφερομένου αποδεικτικού μέσου, ενώ ο υπό στοιχείο γ' ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητος δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ως ερειδόμενος επί πραγματικών περιστατικών, όσον αφορά τον χρόνο ασκήσεως της νομής επί του επιδίκου από την αναιρεσείουσα και τον άμεσο δικαιοπάροχό της, ταυτιζομένων χρονικώς με τα των υπό του αναιρεσιβλήτου επικαλουμένων προς θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος δι' εκτάκτου χρησικτησίας, αποτελούν άρνηση της αγωγής, συναφώς προς την προεκτεθείσα σκέψη.
Παρεκτός του ότι το Εφετείο, δια της παραδοχής ότι νομέας επί του επιδίκου, κατά το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο, από του έτους 1969 μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν ήταν η αναιρεσείουσα, αλλ' ο αναιρεσίβλητος, απήντησε στον άνω ισχυρισμό, τον οποίο εκ του πράγματος απέρριψε ως αβάσιμο.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθ.559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, για τον σχηματισμό του άνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αυτοί προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν και ειδικότερα τα υπ' αριθμ. 01/ 00081913 και 34372221/14.10.1996 διπλότυπα εισπράξεως της ΔΟΥ Α' Κεφαλαίου Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθμ. πρωτ. 27350/14.10.1996 έγγραφο της ίδιας ΔΟΥ προς το Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου, περί άρσεως της επιβληθείσης κατασχέσεως στο επίδικο με την υπ' αριθμ. 10169/118/1971 έκθεση κατασχέσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως υπάρχουσα βεβαίωση, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι κατά τον σχηματισμό του άνω αποδεικτικού πορίσματος, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα έγγραφα, καίτοι μη ειδικώς μνημονευόμενα και αξιολογούμενα. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ το άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/11/2009 αίτηση της Μ. Χ. για αναίρεση της 5832/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ