Legislator Case Law & Legislation
1179/2011 AI generated

1179/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1179/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1179/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1051 ΑΚ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1179 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1179/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Ι. Γ. Ρ. και 2. Γ. Γ. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Φ. Γ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1992 αγωγή των Ι. και Γ. Ρ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2006 μη οριστική, 18/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των 18/2007 και 137/2006 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-8-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεσή του Αρεοπαγίτη-Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 30-8-2007 αίτηση των Ι. Ρ. κλπ, για αναίρεση των 18/2007, οριστικής, και 137/2006, προδικαστικής, αποφάσεων του Εφετείου Πατρών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα στις 10-11-2007, επήλθε στο Οντάριο Καναδά ο θάνατος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Γ. Ρ., επικαρπώτριας του επιδίκου ακινήτου. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Φ. Ρ. του Γ., ψιλός κύριος του επιδίκου, υιός της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ο οποίος, μετά το θάνατο αυτής, απέκτησε την πλήρη κυριότητα του επιδίκου, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 29-4-2009 (υπ'αριθ.85/2009 πρακτικό), γνωστοποίησε, νόμιμα, το θάνατο της ανωτέρω δεύτερης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Από τις 1278β και 1279β/6-10-2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος-καλών Φ. Ρ., που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 30-8-2007 αίτησης αναίρεσης, με την από 27-9-2010 κλήση του, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους-καθών η κλήση Ι. Ρ. του Γ. και Γ. Ρ. του Γ., αντίστοιχα. Όμως, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (αρθρ.576 παρ.2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1051 ΑΚ).

Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοση της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνονται την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ'αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται, ο πρώτος μεν, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δεύτερος δε όταν στη δεύτερη ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθώς νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε ότι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, επιφανείας 961 τ.μ. περίπου, μετά της εντός αυτού οικίας, που βρίσκεται εντός του οικισμού ...

του Δήμου ..., το οποίο συνορεύει νότια και δυτικά με κοινοτικές οδούς, βόρεια με ιδιοκτησίες Α. και Δ. Ά. και ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Μ.. Με το υπ' αριθμ. .../1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαράλαμπου Ιγγλέση, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο Γ. Ρ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, αγόρασε το παραπάνω ακίνητο από τους πραγματικούς κυρίους Α.

και Δ. Ά. και έτσι έγινε κύριος τούτου. Τον Αύγουστο του έτους 1953 έγιναν οι καταστρεπτικοί σεισμοί στην Κεφαλληνία και στα άλλα Ιόνια νησιά με αποτέλεσμα να παραμείνουν άστεγοι πολλοί κάτοικοι του νησιού. Το κράτος προκειμένου να συνδράμει τους σεισμοπαθείς με το Ν.Δ. 2933/1954 "περί ανοικοδομήσεως των σεισμοπλήκτων Ιονίων Νήσων, αποφάσισε να παράσχει σ' αυτούς "αρωγή" υπό τον τύπο τοκοχρεωλυτικού δανείου και δωρεάν παροχής του αναγκαίου σιδήρου και τσιμέντου για την ανέγερση νέας αντισεισμικής οικοδομής.

Μεταξύ των προϋποθέσεων για τη λήψη της κρατικής αρωγής ήταν και ο αιτών να είναι κύριος ακινήτου στο οποίο θα ανεγειρόταν η νέα οικοδομή. Ο Γ. Ρ., δικαιοπάροχος των εναγομένων και αδελφός του προαναφερομένου Γ. Ρ. κατοικούσε στα ... με την οικογένεια του και τη χήρα μητέρα του, σε μη ιδιόκτητη οικία η οποία καταστράφηκε από τους σεισμούς.

Κατόπιν παρακλήσεων αυτού (Γ. Ρ.) και της μητέρας του ο Γ. Ρ. το έτος 1954 δώρησε ατύπως το προπεριγραφόμενο οικόπεδο στον αδελφό του, προκειμένου με την κρατική βοήθεια, να ανεγείρει οικοδομή και να στεγάσει την οικογένεια του και τη μητέρα τους, η οποία διέμενε μαζί του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γ. Ρ. την εποχή εκείνη διατηρούσε μεγάλη εριοβιομηχανία στο ...

και είχε πολλά χρήματα σε αντίθεση με τον αδελφό του Γ. Ρ., ο οποίος ήταν αγρότης και εργάτης γης με πολύ μικρό εισόδημα. Έτσι, μετά από αίτηση του Γ. Ρ., εγκρίθηκε το έτος 1955 η χορήγηση αρωγής για την ανέγερση οικοδομής στο προαναφερόμενο οικόπεδο. Όπως προκύπτει ιδία από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο "τετράπτυχον Έντυπον - Δελτίον Οικοδομήσεως" του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων" ο Γ.

Ρ. έλαβε συνολικά ως αρωγή, δάνειο σε χρήμα 12.000 δρχ., δάνειο σε υλικά 8.000 δρχ. και δωρεά σε υλικά 4.000 δρχ. Για το δάνειο αυτό ενεγράφη υποθήκη στο ίδιο ακίνητο υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Έτσι από το έτος αυτό (1955) άρχισε η ανέγερση της οικοδομής, η οποία περατώθηκε μετά από δύο έτη περίπου. Σημειώνεται ότι πρόκειται για μία ισόγεια κεραμοσκεπή οικία τεσσάρων περίπου δωματίων η οποία, λόγω του λίαν επικλινούς εδάφους, από την οπίσθια πλευρά του οικοπέδου, είναι διόροφη και ο κάτω όροφος αποτελείται από ένα μόνο δωμάτιο.

Μετά την αποπεράτωση της οικίας εγκαταστάθηκε σ' αυτή ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ. Ρ. με την οικογένεια του και τη μητέρα του. Εκεί έζησε μέχρι τον επισυμβάντα στις 30-4-1990 θάνατο του νεμόμενος το παραπάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου κάνοντας σ' αυτό όλες τις πράξεις που αρμόζουν σε κύριο για περισσότερο από 25 χρόνια και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα (1954 έως 1990) και ιδία μέχρι το έτος 1982, φύτευε διάφορα δένδρα στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και συντηρούσε την οικία ως ιδιοκτήτης αυτής. Το έτος 1968 με δικές του δαπάνες έγινε ηλεκτρολογική εγκατάσταση και στις 17-10-1968 ηλεκτροδοτήθηκε η επίδικη οικία για πρώτη φορά, όπως προκύπτει ιδία από την υπ' αριθμ.

Φ.4853/0346/3-4-2006 βεβαίωση της ΔΕΗ Αργοστολίου Κεφαλληνίας. Επίσης με δικές του δαπάνες έγινε η υδραυλική εγκατάσταση και η παροχή ύδατος στην οικία ενώ κατόπιν αίτησης του (21-1-1990) εγκαταστάθηκε στην οικία και τηλεφωνική παροχή. Το έτος 1982 με το υπ' αριθμ. .../7-7-1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, στον πρώτο εναγόμενο υιό του την ψιλή κυριότητα και στη δεύτερη εναγομένη σύζυγο του την επικαρπία του ακινήτου αυτού.

Αυτοί συνέχισαν τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (1991), κατοικούντες στην οικία και φροντίζοντας αυτήν και τον υπόλοιπο οικότοπο με διάνοια κυρίου, αφού πίστευαν ότι ο δικαιοπάροχος τους πατέρας και σύζυγος ήταν κύριος του ακινήτου και συνεπώς, προσμετρώντας και τον χρόνον νομής τούτου έγινε ο πρώτος τούτων κύριος με έκτακτη χρησικτησία.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με το υπ' αριθμ. .../1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο πατέρας τους Γ. Ρ. τους δώρησε το επίδικο ακίνητο. Ότι το οικόπεδο αυτό είχε αγοράσει ο δικαιοπάροχος πατέρας τους και ανήγειρε επ' αυτού με δικές του δαπάνες την οικία.

Στη συνέχεια, λόγω των σεισμών της Κεφαλληνίας, το έτος 1953, παραχώρησε στον άστεγο αδελφό του Γ. Ρ., δικαιοπάροχο των εναγόμενων, λόγω χρησιδανείου, τη χρήση του ακινήτου αυτού. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η παραπάνω ιστορική βάση της αγωγής. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, το έτος 1954 ο Γ.

Ρ. δώρισε ατύπως το επίδικο οικόπεδο στο δικαιοπάροχο των εναγομένων Γ. Ρ., επί του οποίου ο τελευταίος ανήγειρε την οικία. Ειδικότερα οι μάρτυρες Ι. Σ., Φ. Α. και Μ. χα Φ. Σ., μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν ότι ο Γ. Ρ. "ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος γιατί ήταν βιομήχανος" δώρησε το επίδικο οικόπεδο στον "φτωχό" και χωρίς περιουσία αδελφό του στο οποίο ο τελευταίος με δικές του δαπάνες ανήγειρε την οικία προκειμένου να στεγαστεί η οικογένεια του και η μητέρα τους, που έμενε μαζί του.

Μάλιστα ο εκ τούτων Φ. Α., ο οποίος ήταν ο εργολάβος που ανήγειρε το σκελετό της οικοδομής, μετά λόγου γνώσεως κατηγορηματικά καταθέτει ότι την εντολή την έδωσε ο Γ. Ρ. και αυτός του κατέβαλε την αμοιβή του και μάλιστα τμηματικά χρησιμοποιώντας και το δάνειο της αρωγής. Αντίθετα οι μάρτυρες Π. Β., Α. Κ. και Γ.

Ρ. δεν κρίνονται πειστικοί. Ειδικότερα ο μάρτυρας Π. Β. δεν κρίνεται αξιόπιστος λόγω των αντιφάσεων και υπερβολών της κατάθεσης του. Πιο συγκεκριμένα ενώ συμφωνεί ότι εργολάβος της οικοδομής ήταν ο προαναφερόμενος Φ. Α. καταθέτει ότι την εντολή σ' αυτόν για ανέγερση της οικοδομής την είχε δώσει αυτοπροσώπως ο Γ.

Ρ., ο οποίος και τον πλήρωνε, ενώ "στο στάδιο της κατασκευής του σπιτιού είχε έρθει (ο Γ. Ρ.) δύο τρεις φορές μπορεί και τέσσερις". Όλα όμως τα παραπάνω διαψεύδοντα κατηγορηματικά από τον ίδιο το Φ. Α.. Ο μάρτυρας Α. Κ. καταθέτει ότι αυτός κατόπιν εντολής του Γ. Ρ. πήγε από το ... στην ... και προέβη στα επιχρίσματα της επίδικης οικίας και την αμοιβή του την κατέβαλε ο Γ.

Ρ.. Ο μάρτυρας αυτός κρίνεται μεν αξιόπιστος ως προς τα παραπάνω που κατέθεσε, πλην όμως από το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύεται νομή διανοία κυρίου του Γ. Ρ. επί του επιδίκου, αφού την εποχή ανοικοδόμησης των Ιονίων νήσων, μετά τους σεισμούς, υπήρχε μεγάλη ζήτηση οικοδομών και πήγαιναν για εργασία εκεί από πολλά μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Πέραν τούτου είναι βέβαιο ότι ο Γ. Ρ., έχοντας μεγάλη οικονομική επιφάνεια, χρηματοδότησε (με την έννοια της δωρεάς) τον "φτωχό" αδελφό του Γ. Ρ. για την ανέγερση της επίδικης οικίας, λαμβανομένου υπόψη ότι σ' αυτή θα κατοικούσε και η μητέρα του, η οποία μέχρι τότε διέμενε σε παράπηγμα. Και είναι αληθές ότι στις 5 Ιανουαρίου 1971 ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί του επιδίκου υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος δυνάμει της υπ' αριθμ. 789/1970 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, προς εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας από το Γ.

Ρ.. Το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι εξακολουθούσε να πιστεύει αυτός ότι το επίδικο είναι δικό του, αφού δεν ενισχύεται και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα δεν προσκομίζεται η προαναφερόμενη απόφαση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για συναινετική προσημείωση ή εάν η Εμπορική Τράπεζα, μετά από έρευνα στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ανακάλυψε το επίδικο, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το επίδικο οικόπεδο ήταν στο όνομα του Γ.

Ρ., αφού η δωρεά ήταν άτυπη. Πέραν τούτου όμως και στην περίπτωση που ο ίδιος ο Γ. Ρ. συμφώνησε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο επίδικο, δεν σημαίνει οπωσδήποτε πως πίστευε ότι αυτό ήταν δικό του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός είχε πολλά χρήματα, θα αποπλήρωνε το δάνειο και θα αποσβενόταν η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και ο αδελφός του Γ.

Ρ. δεν θα ελάμβανε γνώση, όπως και πράγματι δεν έλαβε ποτέ τέτοια γνώση. Η παραπάνω άποψη στηρίζεται στο αποδειχθέν γεγονός ότι οι δύο αδελφοί (Γ. και Γ. Ρ.) μέχρι το θάνατο τους είχαν καλές σχέσεις και ουδέποτε ο Γ. Ρ. διεκδίκησε το επίδικο ή εκδήλωσε καθ' οιονδήποτε τρόπο την θέληση του ότι αυτό είναι δικό του.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν ήθελε να πικράνει την μητέρα του, που ζούσε μαζί με τον αδελφό του στο επίδικο, δεν κρίνεται πειστικός αφού αυτή αποβίωσε στις 24-9-1961. Εξάλλου ο Γ. Ρ., εάν πίστευε ότι το επίδικο είναι δικό του, οπωσδήποτε θα το διεκδικούσε πριν το έτος 1980, που το μεταβίβασε στους ενάγοντες, και όσο ζούσε ο αδελφός του Γ. .

Θα πρέπει να σημειωθεί ο Γ. Ρ. ήταν άνθρωπος με μεγάλη συναλλακτική και κοινωνική πείρα και συνεπώς γνώριζε ότι η εγκατάσταση του αδελφού του και της οικογένειας του στην οικία του για τόσα πολλά χρόνια εγκυμονούσε κινδύνους για την ιδιοκτησία του. Επομένως εάν πίστευε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σ' αυτόν, οπωσδήποτε, όσο ζούσε, θα εκδήλωνε την πίστη του αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.

Περαιτέρω όλοι οι μάρτυρες καταθέτουν ότι ο Γ. Ρ. δεν είχε καμιά ιδιοκτησία στα ..., πριν από τους σεισμούς του 1953. Οι ενάγοντες όμως, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η οικία κτίστηκε με δαπάνες του πατέρα τους Γ. Ρ., δεν δίδουν πειστική εξήγηση, πώς πήρε την αρωγή ο Γ. Ρ., η οποία μάλιστα εδίδετο σε δόσεις κατά την εκτέλεση των εργασιών και επιπλέον, όπως προαναφέρεται, εκτός από τα χρήματα ήταν και σε μορφή παροχής υλικών.

Όπως δε προκύπτει από το προαναφερόμενο τετράπτυχο Έντυπο Δελτίον Οικοδομήσεως του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων ο Γ. Ρ., εκτός από τα χρήματα έλαβε ως αρωγή τσιμέντο, σιδηρούν οπλισμό, ξυλεία (καδρόνια), και οπτοπλίνθους ή τσιμεντοπλίνθους. Οι ενάγοντες όμως δεν δίδουν κάποια εξήγηση που εχρησιμοποιήθηκαν τα παραπάνω υλικά εφόσον όλοι οι μάρτυρες καταθέτουν ότι ο Γ.

Ρ. δεν έκτισε άλλη κατοικία στα .... Επομένως ο Γ. Ρ. δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς ουδέν μεταβίβασε στους ενάγοντες και έτσι δεν έγιναν κύριοι, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα καταλύθηκε η κυριότητα δι' εκτάκτου χρησικτησίας των εναγομένων δεκτής καθισταμένης της σχετικής ενστάσεως αυτών, ως και ουσιαστικά βάσιμης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας δια της ασκήσεως διανοία κυρίου, από το έτος 1954 μέχρι την άσκηση της αγωγής (Δεκέμβριος 1991), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πράξεων νομής και κατοχής επί του επιδίκου (δια του συνυπολογισμού στο χρόνο της δικής τους νομής και του χρόνου νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου τους), που αυτοί προέβαλαν προς κατάλυση της βάσεως της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου με παράγωγο τρόπο εκ μέρους των εναγόντων, είναι, κατ' ουσίαν, βάσιμη.

Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε αυτή (αγωγή), κατά παραδοχή της ανωτέρω ένστασης ιδίας κυριότητας. Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051, 974, 976, 979 του ΑΚ, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας.

Προσέτι δε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τους εναγομένους με έκτακτη χρησικτησία, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.

Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και οι πρώτος, δεύτερο μέρος, δεύτερος, δεύτερο μέρος, πέμπτος, δεύτερο μέρος, έκτος και δωδέκατος, δεύτερο μέρος, λόγοι από τον αριθ.19 του ιδίου άρθρου (559 ΚΠολΔ), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, για τα πιο πάνω ζητήματα, είναι αβάσιμοι.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλομένης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή διάπλαση που έλαβε χώρα για τις σχέσεις των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 13/1995). Δεν ιδρύεται, αντίθετα, ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης ή μεταξύ αυτών και του διατακτικού, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος των πρώτου, δευτέρου, πέμπτου και δωδεκάτου λόγων αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι στο αιτιολογικό της περιέχονται αντιφατικές παραδοχές, σχετικά με την άτυπη δωρεά του επιδίκου ακινήτου από το δικαιοπάροχο των εναγόντων στο δικαιοπάροχο των εναγομένων, τη συμφωνία του πρώτου σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο, το λόγο για τον οποίο ο δεύτερος δικαιώθηκε αρωγής αν και με την άτυπη δωρεά δεν μεταβιβάσθηκε σε εκείνον η κυριότητα του επιδίκου και ο λόγος για τον οποίο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων δώρισε, με το ως άνω συμβόλαιο, το ακίνητο στους ενάγοντες. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται στο διατακτικό τους, ούτε επέχουν θέση διατακτικού.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 573 παρ.3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ), πρέπει, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια, και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/1998), καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό (αρθρ. 578 ΚΠολΔ).

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τέταρτο και ένατο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, ευθέως παραβίασε, α)τη διάταξη του άρθρου 9 αριθ.1 του ν.δ. 2933/1954, σύμφωνα με την οποία, δικαίωμα λήψης αρωγής είχε "έκαστος ιδιοκτήτης ακινήτου εφ ου υπήρχε οικοδόμημα καταστραφέν", με το να δεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ.

Ρ. είχε τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, προκειμένου να τύχει αρωγής, ως σεισμόπληκτος, προς ανέγερση νέας κατοικίας επί του επίδικου ακινήτου, στο οποίο υπήρχε οικοδόμημα, β)τις διατάξεις των άρθρων 810, 981, 982 ΑΚ, με το να δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, των εναγομένων, παρόλο ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων είχε ως βάση της το χρησιδάνειο και, επομένως, οι εναγόμενοι έπρεπε για τη θεμελίωση της ένστασης τους αυτής να είχαν επικαλεσθεί την αντιποίηση της νομής του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και τη γνώση της αντιποίησης αυτής από εκείνον.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά αποσπασματικά και κατ' επιλεκτικό τρόπο, όπως ανωτέρω αναφέρονται, παρατίθενται αυτά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επίσης, αναφορικά με τον πρώτο των λόγων αυτών, δε αναφέρεται η επίδραση που είχε το σφάλμα της παραβίασης του άρθρου 9 του ν.δ. 2933/1954 στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

VI. Για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' του ΚΠολΔ προβλεπομένου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μην έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, ψέγεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στο λόγο αυτό θεμελιωτικό της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων ισχυρισμό, ότι ο δικαιοπάροχός τους δήλωσε ρητώς το έτος 1980 ότι το επίδικο ακίνητο διακατέχεται από τον ίδιο, με διάνοια κυρίου, από το χρόνο της αγοράς του από εκείνον (1952) έως και το έτος 1980. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων, στηριζόμενη σε έκτακτη χρησικτησία, προκύπτει ότι ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για ανάκληση της προδικαστικής απόφασης, που υποβάλλεται στο Εφετείο, όταν εξετάζει την υπόθεση μετά τις αποδείξεις (ΑΠ 1135/1989). Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με την οποία αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους της μετ' απόδειξη συζήτησης, για ανάκληση της 137/2006 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δέκατο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την περί ιδίας κυριότητας ένσταση των εναγομένων, γιατί αυτή υποβλήθηκε με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση της έφεσης και όχι με το δικόγραφο της έφεσης. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 9-2-2004 έφεσή τους κατά της 16/2004 οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας) διέλαβαν λόγους, εκτός των άλλων, και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την απόρριψη, ως ουσιαστικώς αβάσιμης, της ένστασής τους περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από το δικαιοπάροχό τους και τους ίδιους, η οποία παραδεκτώς και κατά τρόπο ορισμένο είχε υποβληθεί με τις από 30-9-1994 προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου. Επομένως, το Εφετείο, που κατά παραδοχή του λόγου αυτού της έφεσης, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

VIII. Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση τον περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τους αναιρεσιβλήτους αντιγράφου του βιβλίου υποθηκών, προς απόδειξη της εγγραφής υποθήκης στο επίδικο ακίνητο, υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, προς εξασφάλιση της απαίτησής της για το δάνειο(αρωγή) που έλαβε το έτος 1955, ως σεισμόπληκτος, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ. Ρ., ενώ, σύμφωνα με το λόγο αυτό αναίρεσης, από το εν λόγω αντίγραφο του βιβλίου υποθηκών, στο οποίο γίνεται περιγραφή του ακινήτου στο οποίο εγγράφηκε η υποθήκη και το .../1952 συμβόλαιο αγοράς του επίδικου ακινήτου από το δικαιοπάροχο των εναγόντων και το .../1989 συμβόλαιο δωρεάς, στα οποία περιγράφεται το επίδικο ακίνητο, προκύπτει ότι το ακίνητο στο οποίο εγγράφηκε η υποθήκη δε είναι το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ταυτότητα του ακινήτου στο οποίο εγγράφηκε η υποθήκη στηρίχθηκε, σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις την μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προμνημονευόμενο έγγραφο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2007 αίτηση των Ι. Ρ. του Γ. και Γ. Ρ. του Γ., για αναίρεση των 18/2007 οριστικής και 137/2006 προδικαστικής, αποφάσεων του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου (και ήδη μόνου), τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ