1179/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1179/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κατάθεση των προτάσεων από τους διαδίκους, το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία είναι υποχρεωτική στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 115§3 ΚΠολΔ), αφετήριο σημείο έχει την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων, έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους έως την έναρξη της συζήτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1179 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1179/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ χας Χ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Λαγό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γκόνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1995 αγωγή της αρχικής διαδίκου Σ χας Ζ (μητέρα της ήδη αναιρεσίβλητης), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/1996 μη οριστική, 37/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/1999 του Εφετείου Αιγαίου.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 714/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 15/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-10-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται κατά την ίδια έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η απόφαση που αναιρέθηκε. Παρέπεται, ότι οι προτάσεις, που υποβλήθηκαν στη δικάσιμο αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο, έστω και αν γίνεται επίκλησή τους, εφόσον ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η υπόθεση-στο δικαστήριο της παραπομπής- συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 237 §§1-4 του πιο πάνω Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με εκείνες των άρθρων 7§2 του ν. 2915/2001 και 7§1 του ν. 3043/2002, εφαρμόζονται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524§1 του ίδιου Κώδικα, όπως, επίσης, ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 8 §3 του ν. 3043/2002, στην περίπτωση του άρθρου 226§2, εδάφ.
α', όταν, δηλαδή, εκδίδεται προδικαστική απόφαση στον πρώτο βαθμό, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο, ώστε οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές, γνωστοποιούμενοι, έτσι, στον αντίδικο και το δικαστήριο, να αντιμετωπισθούν από τον πρώτο και να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το δεύτερο.
Η κατάθεση των προτάσεων από τους διαδίκους, το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία είναι υποχρεωτική στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 115§3 ΚΠολΔ), αφετήριο σημείο έχει την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων, έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους έως την έναρξη της συζήτησης.
Οι εκπρόθεσμες προτάσεις λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες, έστω και αν σκοπούσαν στην αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου, ενόψει του ότι η προθεσμία που παρέχεται από το δικαστήριο προς το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237§3 ΚΠολΔ, μέχρι τρεις εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, προϋποθέτει σύννομη ύπαρξη προτάσεων, δηλαδή, τέτοιων που κατατέθηκαν έως την έναρξη της συζήτησης.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, όταν το δικαστήριο της παραπομπής είναι το εφετείο, τότε οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Η Ζ Χα Σ, άμεση δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας άσκησε την από 17-10-1995 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 1342/ΤΠ/55/1995) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία ζήτησε, κατ' ορθή εκτίμησή της, την αναγνώριση της ακυρότητας της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα Χ2, αδελφού της και συζύγου της αντιδίκου της, γιατί η τελευταία δεν είναι γραμμένη με τον γραφικό χαρακτήρα του αποβιώσαντος αλλά αγνώστου ατόμου", καθώς και την ακύρωση της εν λόγω διαθήκης γιατί πρόκειται περί συνδιαθήκης.
Στην αγωγή αυτή εκδόθηκε αρχικά μεν η 118/1342/55/1996 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε η δεύτερη βάση της ως μη νόμιμη, για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, έταξε εμμάρτυρες αποδείξεις σε βάρος της ενάγουσας ως προς την πρώτη βάση της αγωγής, καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε, μετά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών (και μόνο) αποδείξεων, η 37/1601/34/1998 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την εξεταζόμενη αγωγική βάση ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ύστερα από έφεση της ενάγουσας και κατά των δύο απορριπτικών σε βάρος της πρωτόδικων αποφάσεων, εκδόθηκε η 207/1999 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε την εν λόγω έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας απόφασης η Ψ, μοναδική από διαθήκη κληρονόμος της μητέρας της, ενάγουσας-εκκαλούσας, η οποία υπεισήλθε στην δικονομική της θέση λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης (στις 3-1-2001) θανάτου της (και ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 20-12-1999 αίτηση αναίρεσης, στην οποία εκδόθηκε η 714/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο.
Αφού επανήλθε εκ νέου προς συζήτηση η υπόθεση στο Εφετείο Αιγαίου, με την από 26-9-2004 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη, 15/2006, απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε τις συνεκκαλούμενες αποφάσεις και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, της δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και κήρυξε άκυρη την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, η ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε εμπρόθεσμα, -σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237§1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 7§1 του ν. 3043/2002- στις 25-10-2005, τις προτάσεις της στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την ολική αναίρεση της 207/1999 τελεσίδικης απόφασης, δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη νέα συζήτηση της έφεσης, που έγινε στις 18-11-2005, όπως η εν λόγω κατάθεση προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της γραμματέα της έδρας στις προτάσεις αυτές.
Η ήδη αναιρεσίβλητη, επίσης παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργούλη, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατέθεσε δε τις από 14.11.2005 προτάσεις της πριν από τη συζήτηση της έφεσης, δηλαδή, στην έδρα, την ίδια ημέρα της δικασίμου, όπως, επίσης, η κατάθεση αυτή προκύπτει από τη σχετική στο σώμα των προτάσεων επισημείωση της γραμματέα της έδρας και, συνακόλουθα, εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2, 237 παρ. 1 εδάφιο α'και 524§1 ΚΠολΔ, όπως οι δύο τελευταίες ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με εκείνες των άρθρων 7§2 και 16§3 του ν. 2915/2001, καθώς και εκείνες των άρθρων 7§1 και 8§3 του ν. 3043/2002, αντίστοιχα, που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ των λόγων ότι η κρινόμενη υπόθεση ήταν εκκρεμής πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001 (1-1-2001), οπότε, επί υπόθεσης αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζομένης κατά τη διάταξη του άρθρου 226§2 ΚΠολΔ, -όπως, ειδικότερα, ίσχυε αυτή, μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 3§6 του ν. 2207/1994-, εκδίδεται προδικαστική απόφαση μετά από σχετική πράξη του Προέδρου.
Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η κατάθεση των προτάσεων της καθολικής διαδόχου της εκκαλούσας δεν ήταν εκπρόθεσμη, επιφέρουσα ως τέτοια την ερημοδικία της με άμεσο επακόλουθο την απόρριψη της έφεσής της ως ανυποστήρικτης, περαιτέρω δε, δίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, παρά και το σχετικό αντίθετο ισχυρισμό της και ήδη αντιδίκου της -αναιρεσείουσας-, που προτάθηκε με την από 22-11-2005 προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της, -ο οποίος απορρίφθηκε σιωπηρά ως ουσιαστικά αβάσιμος-, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, γι' αυτό και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο η ήδη αναιρεσίβλητη δικάστηκε με αυτή κατ' αντιμωλίαν, ενώ έπρεπε να δικαστεί ερήμην, απορριπτομένης της έφεσής της ως ανυποστήρικτης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί ολικά, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 και επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 4, 581 παρ. 2).
Και στην περίπτωση αυτής της παραπομπής, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωση της στοιχείων ή ασκήθηκε απαράδεκτα ή δεν στηρίζεται στο νόμο υπό την προϋπόθεση, ότι δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντα.
Και εάν εκκαλών είναι ο ενάγων και η αγωγή του πρωτόδικα απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ή ως νομικά αβάσιμη και το Εφετείο απέρριψε την αγωγή για τους λόγους αυτούς, το μετά την αναίρεση επιλαμβανόμενο εκ νέου της υπόθεσης ίδιο δικαστήριο έχει την εξουσία να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, αφού, με την απόφαση αυτή, δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντα ενάγοντα.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για αν κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική η ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη.
Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και ως προς τη βάση της περί ακύρωσης της από 20-7-1988 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα Χ2 ως συνδιαθήκης του ίδιου και αυτής (ήδη αναιρεσείουσας), ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται στην εν λόγω αγωγή οι λόγοι που καθιστούν τη διαθήκη αυτή συνδιαθήκη, δηλαδή, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1717 ΑΚ.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής, κατά την παραπάνω βάση της, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, με τις από 2-4-2005 προτάσεις της της συζήτησης μετά την -ολική- αναίρεση της τελεσίδικης, 207/1999, απόφασής του, αλλιώς, ως απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, με τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις της αναιρεσείουσας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση (άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2915/2001), που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά, ή χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν προαποδεικτικά ή προς έμμεση απόδειξη, χωρίς να συντρέχει εξαιρετική περίπτωση επιτρεπτού αυτών, χωρίς δηλαδή προηγούμενη σχετική απόφαση και στερώντας έτσι τον αντίδικο του αποδεικνύοντος από το δικαίωμα ανταποδείξεως (ΑΠ 694/2000, ΑΠ 1085/99, ΑΠ 470/99).
Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο χωρίς απόδειξη και χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη, ότι στην κατάρτιση της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα Χ2 συνέπραξε και αυτή, μολονότι η ίδια "σε όλα τα στάδια της δίκης" πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι ούτε έγραψε, ούτε υπέγραψε την εν λόγω διαθήκη, ούτε συνέπραξε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατάρτισή της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχτηκε, όπως "με σαφήνεια" προέκυπτε από το παρατιθέμενο στην απόφασή του περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, "τη γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητεί η εναγόμενη" (ήδη αναιρεσείουσα), χωρίς, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, να διαγνώσει κενό ή ασάφεια στις περιεχόμενες σ' αυτή διατάξεις τελευταίας βούλησης, χωρίς να προσφύγει σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης και χωρίς έτσι να ήταν αναγκαίο να διατάξει αποδείξεις, ότι πρόκειται για συνδιαθήκη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 498/1978). Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής περί ακύρωσης της από 20-7-1988 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα αδελφού και συζύγου των αρχικών διαδίκων Χ2, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι η επίμαχη διαθήκη δεν είναι συνδιαθήκη.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποια είναι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος.(Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η από ... ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα Χ2 έχει γραφτεί εξ ολοκλήρου και υπογραφτεί από τον τελευταίο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα της εν λόγω διαθήκης, περαιτέρω δε δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ίδιας, καθοριστικούς της εφαρμογής του άρθρου 173 ΑΚ, για την ερμηνεία της διαθήκης, αυτής, περί του ότι ο διαθέτης δεν διέθετε ειδικές νομικές γνώσεις, αλλά μικρές γραμματικές γνώσεις, είχε ψυχρές σχέσεις με την αδελφή του -άμεση δικαιοπάροχο της ήδη αναιρεσίβλητης-, διέθετε μόνο αυτός περιουσία, σε αντίθεση με τη σύζυγό του-αναιρεσείουσα-, η οποία δεν διέθετε καμιά περιουσία, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης και η σύνταξη της τελευταίας δεν είχε άλλο νόημα παρά τον αποκλεισμό της άμεσης δικαιοπαρόχου του από την κληρονομία του.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι περιεχόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά ο πρώτος μεν απ' αυτούς συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής, ως προς τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης λόγω μη γραφής της εξ ολοκλήρου και υπογραφής της από το διαθέτη, οι λοιποί δε αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
Από τη διάταξη του άρθρου 1717 ΑΚ, που ορίζει, ότι περισσότερα πρόσωπα δεν μπορούν να συντάξουν διαθήκη με την ίδια πράξη, προκύπτει, ότι συνδιαθήκη, που πλήττεται με απόλυτη ακυρότητα και δεν μπορεί να ισχύσει ως έγκυρη χωριστή διαθήκη κατά μετατροπή από το άρθρο 182 ΑΚ, είναι η διαθήκη δύο ή περισσότερων προσώπων, που συντάσσεται με την ίδια πράξη, δηλαδή στο ίδιο έγγραφο με ενιαία διατύπωση, χωρίς να εξετάζεται ποιο είναι το περιεχόμενό της ή, αν η περιουσία που διατίθεται με αυτή, είναι ή όχι κοινή.
Είδος της συνδιαθήκης είναι η αμοιβαία διαθήκη, όταν δηλαδή, με αυτή ο κάθε διαθέτης είναι και τετιμημένος του άλλου συνδιαθέτη. Η απαγόρευση αυτή, ενόψει του ότι έχει θεσπιστεί προς το σκοπό διασφάλισης της ελεύθερης, ανεπηρέαστης και αδέσμευτης έκφρασης της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, δεν ανάγεται στον τύπο της διαθήκης, αλλά στην ουσία, δηλαδή στο περιεχόμενο των διαθηκών.
Παρέπεται, ότι, σε περίπτωση ασάφειας ή κενού, αν δηλαδή ανακύπτει αμφιβολία ή ασάφεια περί του αν πρόκειται συνδιαθήκη, θα πρέπει να αναζητηθεί η υποκειμενική άποψη των προσώπων που συνέπραξαν στη σύνταξή της, καταρχήν με βάση το κείμενο της διαθήκης, αν δε η αληθής βούληση δεν προκύπτει από αυτό, συγχωρείται και η προσφυγή σε στοιχεία εκτός του κειμένου, εφόσον βοηθούν στη διασάφηση της έννοια των δηλώσεων, έχει, δηλαδή, εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, όχι όμως και εκείνη του άρθρου 200 ΑΚ, αφού η συνδιαθήκη είναι μεν πολυμερής δικαιοπραξία, δεν αποτελεί όμως σύμβαση, εφόσον οι δηλώσεις βούλησης που περιέχει, βαίνουν παράλληλα προς παραγωγή του ίδιου εννόμου αποτελέσματος.
Εξάλλου, η φύση σύμβασης ή δικαιοπραξίας δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που της δίνουν οι δικαιοπρακτούντες, γιατί ο τελευταίος αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας. Σε περίπτωση όμως που με βάση τα περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, η δικαιοπραξία υπάγεται σύμφωνα με το νόμο σε άλλη νομική κατηγορία και όχι σε εκείνη στην οποία την υπήγαγε το δικαστήριο, υπάρχει εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός που συνιστά παραβίαση ουσιαστικής διάταξης και ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ αν τα περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα, το δικαστήριο ως συντρέχοντα και στήριξε σ' αυτά την κρίση του για την υπαγωγή της δικαιοπραξίας στη συγκεκριμένη νομική κατηγορία εκτίθενται ατελώς ή ασαφώς ή περιέχουν αντιφάσεις, υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση της αντίστοιχης ουσιαστικής διάταξης που ελέγχεται αναιρετικώς ως έλλειψη νόμιμης βάσης από τον αριθμό 19 του ίδιου πιο πάνω άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 16-2-1995 απεβίωσε στην πόλη της ... ο Χ2, κάτοικος εν ζωή Χίου, αδελφός της ενάγουσας-εκκαλούσας και σύζυγος της εναγομένης εφεσίβλητης. Ακολούθως στις 20-9-1995 εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς πρωτοδικείου Χίου, δημοσία συνεδριάζοντος, η εφεσίβλητη και προσκομίζοντας στο Δικαστήριο την από 20-7-1988 χειρόγραφη διαθήκη, που κατά δήλωσή της αποτελούσε ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος συζύγου της, ζήτησε τη δημοσίευσή της.
Η εν λόγω διαθήκη η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 1216/20-9-1995 πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου είναι γραμμένη με το χέρι σε εμπορικό επιστολόχαρτο του Χ2 και διατυπωμένη κατά λέξη ως εξής: "CHIO LE 20 Ιουλίου 1988. Έγγραφον Επίσημον. Συνταχθέν τη επιθυμία αμφοτέρων των συζύγων Χ2 ... και η Χ σύζ. του Χ2, εκφράζουν δια του παρόντος και συνυπογράφουν αυτό, ότι η αμοιβαία θέλησίς των είναι να κληρονομή ο ένας τον άλλον, ολόκληρον την περιουσίαν του Χ2 κινητήν και ακίνητον.
Η θέλησίς των αυτή δηλώνεται σαφώς και απεριφράστως, ενώπιον παντός άλλου συγκληρονόμου δια της παρούσης και συνυπογράφεται και από τους δύο των συζύγων Χ2 και Χ και θεωρείται ισχύον ενώπιον πάσης αρχής και εξουσίας από σήμερον την εικοστήν του μηνός Ιουλίου και ώραν 12 π.μ. και αποκλειομένου παντός άλλου συγκληρονόμου, επί της κινητής του Χ2 περιουσίας ή ακινήτου, αποκλειομένου των δια κληρονομίαν δικαιωμάτων του ή άλλην απαίτησίν των.
Αι υπογραφαί των συζύγων Χ2, Χ. Υ.Γ. και ότι περιουσίαν αποκτήσομεν εις το εξής θα ανήκη και εις τους δύο την Χ και τον Χ2. Κάτωθι αι υπογραφαί και των δύο Ε. Χ2-Χ". Από την ανωτέρω διατύπωση του κειμένου της διαθήκης, στην κατάρτιση της οποίας συνέπραξαν η εναγομένη και αποβιώσας σύζυγός της, τη γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητεί η εναγομένη, συνάγεται με σαφήνεια, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι πρόκειται περί συνδιαθήκης των Χ2 και της εναγομένης συζύγου του Χ, διότι η επίδικη διαθήκη περιέχει με σαφήνεια διατάξεις τελευταίας βουλήσεως τόσον του Χ2, ο οποίος εγκαθιστά την εναγομένη σύζυγό του κληρονόμον του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, όσο και αντίστοιχες διατάξεις τελευταίας βουλήσεως της εναγομένης με τις οποίες καταλείπεται η κληρονομία αυτής στον προαναφερόμενο διαθέτη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την 118/1996 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τη βάση της περί ακύρωσης της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης και κατ' ουσίαν με την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ίδιας διαθήκης, γιατί δεν έχει γραφτεί εξ ολοκλήρου και υπογραφεί από το διαθέτη, είναι νόμιμη ως προς την πρώτη από τις παραπάνω βάσεις της, κατ' ουσίαν δε βάσιμη και ως προς τις δύο βάσεις της.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της ενάγουσας Σ Χας Ζ, μητέρας της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τις συνεκκαλούμενες, προδικαστική και οριστική, αντίστοιχα, αποφάσεις και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και κήρυξε άκυρη την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη.
Οι συναφείς, επομένως, τέταρτος και έκτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η ένδικη από ... ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα Χ2 είναι συνδιαθήκη του ίδιου και της συζύγου του Χ (αρχικής εναγομένης), μολονότι δεν έχει η τελευταία τα τυπικά στοιχεία δύο έγκυρων διαθηκών, αλλά μόνο μιας, δηλαδή, αυτής του πιο πάνω θανόντα, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1717 ΑΚ και χωρίς καμιά αιτιολογία, αλλιώς, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προμνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη από ... ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα Χ2 αποτελεί συνδιαθήκη του ίδιου και της συζύγου του Χ (αρχικής εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας), παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης, αφού, από το τελευταίο που αναφέρεται αποκλειστικά στην περιουσία του διαθέτη, προκύπτει, ότι στη διαθήκη αυτή περιέχονται διατάξεις τελευταίας βούλησης μόνο του διαθέτη και όχι και της συζύγου του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενό της αμέσως πιο πάνω διαθήκης, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου της. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ.
του Α.Κ., στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.
Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτης, ο έβδομος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 19 (και όχι εκείνη του αριθμού 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, αφού, μολονότι διέγνωσε κενό και ασάφεια ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη Χ2 σε σχέση με την περιέλευση της περιουσίας του στη σύζυγό του Χ και ήδη αναιρεσείουσα, κατ' αποκλεισμό όλων των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, δέχθηκε, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου αποτελεί συνδιαθήκη του ίδιου και της αναιρεσείουσας, συζύγου του, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης του ως προς την ανεύρεση της αληθινής βούλησής του, προσφεύγοντας σε γεγονότα και στοιχεία εκτός αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, δεν διέγνωσε έστω και έμμεσα κενό ή ασάφεια ως προς τις περιεχόμενες στην προμνημονευόμενη ιδιόγραφη διαθήκη διατάξεις τελευταίας βούλησης τόσο του θανόντα Χ2 "ο οποίος εγκαθιστά την εναγόμενη σύζυγό του κληρονόμον του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του", όσο και της αναιρεσείουσας, της οποίας "η κληρονομία καταλείπεται στον προαναφερόμενο διαθέτη".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2007 αίτηση της Χ χας Χ2
για αναίρεση της 15/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ