Legislator Case Law & Legislation
1179/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer contract judgment for lack of substantive law violation.

Case Number 1179/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a consumer credit contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific defenses and violated consumer protection principles, but the court found these arguments unsupported by the established facts. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court examined and rejected the appellant's arguments as baseless, or if the alleged violation of substantive law is unsubstantiated, vague, or relies on erroneous premises.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation consumer protection contractual liability legal reasoning defect costs allocation second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 174 of the Civil Code
Articles 300 and 281 of the Civil Code
Articles 332 and 334 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL AP 7/2006
OL AP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1179 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1179/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αικατερίνη Συγγενιώτου , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚπολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε " η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Ελέσα Μπακατσέλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2074/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7614/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασίλειου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Στις 22-7-1999 καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας - εναγομένης και της αρχικά ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρίας "Εμπορική Χρηματιστηριακή ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεις η "Τράπεζα Επενδύσεων ΑΕ" και ακολούθως με τον ίδιο τρόπο η αναιρεσίβλητη, έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία καθορίσθηκαν οι γενικοί όροι των μεταξύ τους συναλλακτικών σχέσεων, με αντικείμενο την εκτέλεση από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, έναντι προμήθειας, εντολών για αγοραπωλησίες μετοχών της αναιρεσείουσας, στο όνομα και για λογαριασμό της, με την υποχρέωση η τελευταία "να προκαταβάλει το αντίτιμο των αξιών, των οποίων παραγγέλλει την αγορά μέσω της AXE, να καταθέτει τις προς πώληση αξίες πριν από την εκτέλεση της παραγγελίας και για κάθε άλλο ποσό ή αξία για την εκτέλεση εντολών, όπως ειδικότερα απαιτείται, υποχρεούμενη, αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, σε άμεση κατάθεση του τιμήματος των αξιών (επί αγοράς) και παράδοση των αξιών (επί πωλήσεως) και σε καταβολή της προμήθειας, άλλως η επενδυτής (αναιρεσείουσα) καθίσταται την ημέρα εκείνη υπερήμερη, αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται όχλησή της και ευθύνεται για κάθε ζημία της ΑΧΕ από την καθυστέρηση αυτή, συμπεριλαμβανομένου και του διαφυγόντος κέρδους, το πινακίδιο δε εκτελέσεως της εντολής συνιστά πλήρη απόδειξη ως προς τη διενέργεια της συναλλαγής, όχι όμως και της υποχρέωσης εκπλήρωσης των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη συναλλαγή....".

Κατόπιν προφορικών εντολών της αναιρεσείουσας ενεργήθηκαν για λογαριασμό της από την αρχικώς ενάγουσα ΑΧΕ οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις κινητών αξιών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών) που αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτές είχαν καταχωρηθεί σε αντίστοιχη χρηματιστηριακή καρτέλα στο όνομα της αναιρεσείουσας, με τις ημεροχρονολογίες κάθε συναλλαγής και τα αντίστοιχα παραστατικά, τις αιτιολογίες τους, τη χρέωση ή πίστωσή τους στην αναιρεσείουσα και τα προοδευτικά υπόλοιπα του λογαριασμού της, από το οποίο προέκυπτε τελικό εξαγόμενο χρεωστικό υπόλοιπο (οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αρχικώς ενάγουσα ΑΧΕ) 37.228.477 δραχμών.

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παροχής σ' αυτή πιστώσεως από την αρχικώς ενάγουσα (όπως και περί ακυρότητας της συμφωνίας για πίστωση λογω αντιθέσέως της στο άρθρο 15 παρ. 1 και 2 ν. 3632/1928),ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθ' όσον η χορήγηση στην αναιρεσείουσα πιστώσεων από την αρχικώς ενάγουσα (από δικά της κεφάλαια) αποκλείσθηκε με ρητό όρο της συμβάσεως και δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα άλλη ειδική, αντίθετη συμφωνία της με την αρχικώς ενάγουσα.

Εξάλλου τα χρηματικά ποσά που προέκυπταν από πωλήσεις μετοχών της αναιρεσείουσας και είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό της (ως απ' ευθείας δικαιούχου) δεν κάλυπταν την αξία των μετοχών που αγοράσθηκαν κατ' εντολήν της και το χρεωστικό σε βάρος την υπόλοιπο (μετά την αφαίρεση των πιστώσεων) ανήλθε στο προαναφερόμενο ποσό.

Για τις εκάστοτε συναλλαγές κατ' εντολή και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας γινόταν τηλεφωνική ενημέρωσή της από τους προστημένους υπαλλήλους της αρχικώς ενάγουσας, αλλά και έγγραφή ενημέρωσή της ανά τρίμηνο, όπως υπήρχε συμβατική πρόβλεψη, γι' αυτόν δε το λόγο απορρίφθηκε από το Εφετείο, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για μη έγγραφη ενημέρωσή της ανά τρίμηνο, ως ουσιαστικά αβάσιμος, αλλά και με επάλληλη αιτιολογία, ότι και αν ακόμα δεν είχε λάβει κάποια έγγραφη, τριμηνιαία ενημέρωση η αναιρεσείουσα, δεν ειδοποίησε εγγράφως περί τούτου την αρχικώς ενάγουσα, ώστε να απαλλάσσεται η τελευταία από κάθε ευθύνη της από τη μη αναγγελία, κατά ρητό συμβατικό όρο (με αρ. 9.4).

Ως προς τους συμβατικούς όρους, με αριθμούς 6.4, 7.2 και 7.5 που παρείχαν στην αρχικώς ενάγουσα το δικαίωμα να προβαίνει σε αναγκαστική εκποίηση των ευρισκομένων στην κατοχή της μετοχών της αναιρεσείουσας για την απόσβεση οφειλών της τελευταίας προς εκείνη, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποτελούσε δικαίωμα (και όχι συμβατική υποχρέωση) της αρχικώς ενάγουσας, το οποίο ασκούμενο θα ερχόταν σε αντίθεση με πάγια τακτική αυτής και των λοιπών χρηματιστηριακών εταιριών να μην εκποιούν χαρτοφυλάκια πελατών, για να μην τους προκαλέσουν βλάβη και από σεβασμό στις δικές τους επενδυτικές επιλογές, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως εναντίον της του αγωγικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Επίσης απέρριψε την στηριζόμενη στα ίδια περιστατικά (με επί πλέον προσδιορισμό της ζημίας της αναιρεσείουσας των 31.679.000 δραχμών από τη μη πώληση 14.900 μετοχών ... και 2000 μετοχών ...) ισχυρισμό της περί συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ) της αρχικώς ενάγουσας για τη ζημία που υπέστη, ως αβάσιμο, διότι η αγωγή δεν είχε ως αντικείμενο ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αρχικώς ενάγουσας, αλλά εκπλήρωση χρηματικής ενοχής, προερχόμενης ευθέως από σύμβαση.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδικάζοντας στην πρώτη διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε. το ποσό των 109.254,52 ευρώ νομιμοτόκως από 1-1-2001, επομένης της τελευταίας ημέρας χρέωσης του λογαριασμού της αναιρεσείουσας με τόκους υπερημερίας. Με αυτές τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες και δεν υφίσταται σφάλμα στον υπαγωγικό συλλογισμό του Εφετείου, αφενός μεν για τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, 23 παρ. 1 του ν. 2396/1996, 361, 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, αφετέρου δε για τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων:

α)4 παρ. 1 ν. 2076/1992 για απαγόρευση αποδοχής πιστώσεων από μη πιστωτικά ιδρύματα, αφού οι γενόμενες πιστώσεις από την πρώτη εναγόμενη - κατά τις παραδοχές της αποφάσεως - αφορούσαν μόνον λογιστικές εγγραφές στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας για περιελθόντα σ' αυτή χρηματικά ποσά από εκποίηση μετοχών της και όχι δανειακές προς αυτή καταβολές της αρχικώς εναγομένης, β) 281 και 300 του ΑΚ, διότι η μη αξιοποίηση από την αρχικώς ενάγουσα του δικαιώματος της εκποίησης μετοχών της υπερήμερης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της αναιρεσείουσας χωρίς συγκατάθεσή της και εναντίον της χρηματιστηριακής πρακτικής, δεν αποτελούσε συμπεριφορά που υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επέβαλε η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε πταίσμα της αρχικά ενάγουσας, αντιτάξιμο κατά της αγωγικής αξίωσής της, τόσο μάλλον που στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται , αν το επικερδές της ως άνω εκποιήσεως των μετοχών της αναιρεσείουσας ήταν προβλέψιμο κατά τον επικαλούμενο ως πρόσφορο χρόνο εκποιήσεως των μετοχών ή αποτελούσε συμπέρασμα συναγόμενο από τη μεταγενέστερη διαμόρφωση της χρηματιστηριακής αξίας τους.

Επομένως όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔικ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Για την πληρότητα του λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί του βασίμου ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα βάσει αυτών έννομη συνέπεια και τέλος το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας εσφαλμένα ή ψευδώς ερμηνεύοντας τον φερόμενο ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των άρθρων 332 και 334 ΑΚ, αλλά δεν μνημονεύει τα προαναφερθέντα, αναγκαία προς θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί. (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ. 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας και καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματός της (άρθρα 300 και 281 ΑΚ).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο εξήτασε τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως αβασίμους. Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για παραβίαση της από τα άρθρα 332 και 334 ΑΚ γενικής αρχής της προστασίας του ασθενέστερου μέρους που διέπει το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, όταν δέχθηκε ότι " και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δεν απέστειλε σχετική αγγελία, η εναγομένη δεν ειδοποίησε εγγράφως περί τούτων την ενάγουσα, με συνέπεια να απαλλάσσεται η τελευταία από κάθε ευθύνη της από την μη αναγγελία κατά τον προαναφερθέντα όρο 9.4 της μεταξύ των σύμβασης".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποβαίνει προεχόντως αλυσιτελής, διότι συνδέεται η επικαλούμενη παραβίαση με την ως άνω επικουρική αιτιολογία, ενώ υπάρχει κύρια αιτιολογία (ότι δεν παραλείφθηκε η έγγραφη ανά τρίμηνο ειδοποίηση της αναιρεσείουσας από την αρχικώς ενάγουσα) που δεν πλήσσεται και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, επί πλέον δε είναι και αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποια αρχή παραβιάσθηκε, από το ότι η σύμβαση των διαδίκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης για την αναιρεσείουσα, με το να συμφωνηθεί αμφοτερόπλευρη μέριμνα αυτών για την παραλαβή της έγγραφης τριμηνιαίας ενημέρωσης, που θα απέστειλε η αρχικώς ενάγουσα προς την αναιρεσείουσα.

Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., ότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, με το να δεχθεί το Εφετείο "τη χορήγηση πιστώσεων από την αντίδικο, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της αναφοράς, καθώς και τη συνακόλουθη επιβολή τόκων", ενώ ήταν απαγορευμένες, διότι δεν προσδιορίζεται σε ποιούς κανόνες δικαίου αντέβαιναν οι προαναφερόμενες συμβατικές ρυθμίσεις, ώστε να αποβαίνουν άκυρες κατ' εφαρμογή του άρθρου 174 AK.

Επί πλέον, κατά το πρώτο μέρος του , ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι δεν περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προέβη η αρχικώς ενάγουσα σε χορήγηση απαγορευμένης πιστώσεως προς την αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2006 (αρ. εκθ. καταθ. 175/2006) αίτηση για αναίρεση της 7614/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ