Supreme Court allows State's appeal against bank's appeal, releasing State from guarantee due to bank's failure to inform authorities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against the Court of Appeals' decision, which had rejected the State's challenge to the bank's appeal. The State argued the bank failed to inform the Ministry of Finance before granting a public guarantee, rendering the guarantee invalid. The Court found the bank negligent in not notifying the competent service, thereby releasing the State from liability and ordering the bank to pay the State's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2322/1995, άρθρα 1, 5, 6, 12: When a bank fails to inform the competent public authority before granting a state guarantee, the guarantee is deemed invalid, releasing the State from liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1178 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1178/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Συνεταιριστικής Τράπεζας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4294/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6762/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/9/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 6762/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4294/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 143/12.7.1995), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν. 4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.
αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".
Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.
Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, τίθενται σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 3458/2006, ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α`, της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή.
Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.
Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.- Δ 25). 5.
Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. - Δ 25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ` αριθμόν 2/478/0025/ 4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β` 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β` της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.
Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπρόθεσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1254/2023).
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 2/14709/0025/14.04.2009 (ΦΕΚ Β 747/22-4-2009) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 2322/1995, ορίστηκαν τα εξής: "Α) παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 31.12.2008 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων από 1.7.2008 μέχρι 31.12.2008 και μέχρι του ποσού των € 15.000.000,00 ανά επιχείρηση, που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, στους Νομούς Πιερίας, Γρεβενών, Τρικάλων, Καρδίτσας και στους Δήμους Ενιππέα, Ναρθακίου, Πολυδάμαντα και Φαρσάλων του Νομού Λάρισας.
Οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να έχουν κάνει έναρξη εργασιών στις προαναφερόμενες περιοχές μέχρι και την 31.12.2008. Το υπόλοιπο των προαναφερόμενων οφειλών θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, δεκαετούς διάρκειας, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα την 31.12.2010 και τελευταία την 30.6.2019.
Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 30.6.2010. Β) Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να εξετάζει και την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, και για τα τυχόν νέα κεφάλαια κίνησης που θα απαιτηθούν κατ' ανώτατο ύψος μέχρι 35% του μέσου κύκλου εργασιών της επιχείρησης των τριών τελευταίων ετών.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση έχει κάνει έναρξη εργασιών εντός της τελευταίας τριετίας, θα λαμβάνεται υπόψη το 35% του μέσου κύκλου εργασιών κατ' αναλογία του χρόνου λειτουργίας αυτής. Σε περίπτωση που η επιχείρηση παρουσιάζει κύκλο εργασιών εντός του έτους 2008, θα λαμβάνεται υπόψη το 35% του κύκλου αυτού.
Τα εν λόγω δάνεια είναι επταετούς διάρκειας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος, εξοφλούμενα σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος έως 31.12.2010. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30.6.2011 και η τελευταία την 30.6.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος βαρύνουν τις επιχειρήσεις.
Γ) Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου λόγω της παρεχόμενης εγγύησης, θα λαμβάνονται επαρκείς εμπράγματες εξασφαλίσεις. (..). Δ) Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι τα ακόλουθα: 1) Πλήρως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο το ειδικό έντυπο του Γ.Λ.Κ. "για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που αιτούνται την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mof- glk. gr).
Το ως άνω έντυπο θα υποβάλλεται και σε ηλεκτρονική μορφή (cd ή δισκέτα). 2) Τα έντυπα Ε3 της τελευταίας τριετίας. Για όσες επιχειρήσεις τηρούν βιβλία Γ' κατηγορίας θα υποβάλλονται επιπλέον οι οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας τριετίας (ισολογισμοί και αποτελέσματα χρήσεως). 3) Βεβαιώσεις από τα πιστωτικά ιδρύματα, στις οποίες θα παρουσιάζονται αναλυτικά οι ενήμερες και ληξιπρόθεσμες οφειλές της επιχείρησης ανά δανειακό λογαριασμό (με υπόλοιπο 31.12.2008), και οι πάσης φύσεως εξασφαλίσεις που έχουν ληφθεί έναντι των οφειλών αυτών. 4) Θεωρημένες καταστάσεις του απασχολούμενου προσωπικού από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και βεβαίωση ΟΑΕΔ για το τυχόν επιδοτούμενο απασχολούμενο προσωπικό. 5) Πιστοποιητικό εγγραφής στο οικείο Επιμελητήριο, από το οποίο να προκύπτει το τμήμα στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η επιχείρηση. 6) Βεβαίωση έναρξης εργασιών και όλων των μεταβολών από την οικεία Δ.Ο.Υ. 7) Υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναφέρεται τυχόν ληφθέν δάνειο από το ΤΕΜΠΜΕ. 8) Προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις, συνοδευόμενες, σε περίπτωση ακινήτων, από εκτιμήσεις ανεξάρτητου εκτιμητή ή τράπεζας.
Ε) Οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων υποβάλλονται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Δ25)...εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι εν λόγω αιτήσεις θα αξιολογούνται από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 37 του ν. 3458/2006), πριν την τελική έγκριση για την παροχή της εγγύησης με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης Ε.Κ.), σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις.
Σημειώνεται ότι το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δε δύναται να υπερβαίνει το 80% των υφιστάμενων μέχρι 31.12.2008 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και για κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα. Το ανώτατο όριο παροχής της εγγύησης του 'Ελληνικού Δημοσίου για κάθε επιχείρηση για την τελευταία πενταετία δεν θα υπερβαίνει το ποσό των € 20.000.000,00.
Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. (..) Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τρεις (3) συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη τρίτης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθ. 2/478/0025/4.1.2006 (Β' 16/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού.
Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ.25- Δ' (..) Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ-Δ.25 -Τμήμα Δ'). (..)".
Επίσης, με την υπ' αριθ. 2/54190/0025/22.7.2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας & Οικονομικών (Β'1481) ορίστηκε ότι "..Η προβλεπόμενη στην υπ' αριθ. 2/14709/0025/14.4.2009 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β' 747/22.4.2009) προθεσμία υποβολής αιτήσεων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων παρατείνεται κατά ένα (1) μήνα..".
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ.
του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων, με την παροχή δε της εν λόγω εγγύησης γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.
Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.
Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει με την σύμβαση εγγύησης την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου.
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995, καθώς και παρ. Α, 6 της Υ.Α 2/478/0025/4.1.2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης (άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995 ) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ` εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων.
Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας.
Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων (άρθρο 281 ΑΚ και άρθρο 862, 914 ΑΚ).
Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά το άρθρο 11 παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος.
Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 1000/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται από όργανα της διοίκησης, όπως οι αποφάσεις των Υπουργών, κατόπιν εξουσιοδότησης, προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (ΑΠ 1210/2011).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 του Ν 2322/1995 και των υπουργικών αποφάσεων με αριθμούς 2/478/0025/4-1-2006 και 2/14709/0025/14-4-2009, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άνω νόμου, με το να απορρίψει την ένσταση ελευθερώσεώς του από την παρασχεθείσα εγγύηση για τη ρύθμιση των οφειλών της εταιρείας "...
Α.Ε" προς την αναιρεσίβλητη και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δεχόμενο ότι η πιστούχος εταιρεία ήταν βιώσιμη και ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ότι είχε ανοιγεί η διαδικασία συνδιαλλαγής κατ' άρθρο 99 του ΠτΚ για την πιστούχο εταιρεία. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 2322/1995 περί παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου αποφασίστηκε, με την 2/14709/0025/14-4-2009 (ΦΕΚ Β 747/22-4-2009) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την ρύθμιση οφειλών, που προέρχονται από δάνεια, που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, μεταξύ άλλων, στην περιφέρεια Τρικάλων.
Κατόπιν της από 20-6-2009 αίτησης της πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε", που εδρεύει στην ... Τρικάλων και αφού είχε προηγουμένως υποβληθεί απ' αυτήν αρμοδίως και το ειδικό έντυπο για την αξιολόγηση της βιωσιμότητάς της με αρ. πρωτ. ΓΛΚ 2/36328/20-5-2009, η 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (εφεξής "25η Δ/νση ΓΛΚ"), με την 2/36328/0025/23-6-2009 επιστολή της με θέμα "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την χρηματοδότηση με νέο κεφάλαιο κίνησης και την ρύθμιση των οφειλών της επιχείρησης "...
Α.Ε με ΑΦΜ ..." γνωστοποίησε στην πιστούχο εταιρία και στην ενάγουσα τράπεζα, ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου, κατά την συνεδρίασή του, την 18-6-2009, ενέκρινε την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, στις υφιστάμενες οφειλές της επιχείρησης με ημερομηνία 31-12-2008, καθώς και την χρηματοδότηση της επιχείρησης με κεφάλαιο κίνησης ποσού 700.000 ευρώ.
Το σύνολο των οφειλών της πιστούχου εταιρίας προς τα πιστωτικά ιδρύματα ..., ..., ATTICA BANK, ..., ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και την ενάγουσα τράπεζα ανέρχονταν, την 31-12-2008, στο συνολικό ποσό των 3.590.212,13 ευρώ και το συνολικό εγκεκριμένο ποσό εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ανερχόταν σε 2.872.200 ευρώ (3.590.212,13 X 80%).
Με την ίδια επιστολή γνωστοποιήθηκε, ότι η αναχρηματοδότηση του συνολικού ποσού των οφειλών από ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, όπως και η χρηματοδότηση με κεφάλαιο κίνησης, θα γινόταν με τους εξής όρους: α) της λήψης προσωπικών εγγυήσεων των βασικών μετόχων της πιστούχου εταιρίας και β) της εγγραφής υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 2.872.200 ευρώ (3.590.212,13 X 80%) και 700.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς εξασφάλιση της εγγύησης του Δημοσίου.
Στη συνέχεια, σε απάντηση της 1048/20-7-2009 επιστολής της ενάγουσας, η 25η Δ/νση ΓΛΚ, με το 2/54516/0025/23-7-2009 έγγραφό της, ενέκρινε την εκταμίευση ποσού 2.449.790,23 ευρώ από την ενάγουσα, προκειμένου να εξοφληθούν οι οφειλές της πιστούχου εταιρίας "... ΑΕ" προς την ενάγουσα τράπεζα ποσού 232.871,95 ευρώ, την ... ποσού 281.284,30 ευρώ, τη ...
ποσού 223.901,47 ευρώ, την ... ποσού 230.404,33 ευρώ, την ... ποσού 215.436,23 ευρώ, την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 114.159,10 ευρώ, την Εθνική Τράπεζα ποσού 615.871,96 ευρώ, την Τράπεζα Κύπρου ποσού 326.572,88 ευρώ και τη ... ποσού 209.288,01 ευρώ. Ακόμα, με το ίδιο έγγραφο η 25η Δ/νση ΓΛΚ ενέκρινε την εκταμίευση ποσού 700.000 ευρώ από την ενάγουσα τράπεζα προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η εταιρία "...
ΑΕ" με νέο κεφάλαιο κίνησης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που τίθενται με την ως άνω Υπουργική Απόφαση και το 2/36328/0025/23-6-2009 έγγραφο παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν των ανωτέρω, την 27-7-2009, η ενάγουσα τράπεζα προέβη στην υπογραφή: 1) της 54/2009 σύμβασης χορήγησης τοκοχρεολυτικού δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με την πιστούχο εταιρία "...
Α.Ε" και με τους α) Μ. Κ. του Σ. και ) Π. Μ. του Χ., ως εγγυητές, με την οποία συμφωνήθηκε να χορηγηθεί στην πιστούχου έντοκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 2.449.790,23 ευρώ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% και με περίοδο χάριτος μέχρι την 30-6-2010 και με συμφωνία το ποσό του δανείου να καταβληθεί εντός δέκα ετών και σε δεκαοκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβλητέα την 31-12-2010 και η τελευταία την 30-6-2019 και 2) της 55/2009 σύμβασης χορήγησης τοκοχρεολυτικού δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με την ίδια πιστούχο εταιρία και τους ίδιους εγγυητές, με την οποία συμφωνήθηκε η χορήγηση έντοκου τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 700.000 ευρώ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, με περίοδο χάριτος μέχρι την 31-12-2010 και με συμφωνία το ποσό του δανείου να καταβληθεί εντός επτά ετών και σε έντεκα ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβλητέα την 30-6-2011 και η τελευταία την 30-6-2016.
Τα ανωτέρω δάνεια συμφωνήθηκαν έντοκα, με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το άθροισμα του Ελάχιστου Δανειστικού Επιτοκίου, που ορίζει κάθε φορά η τράπεζα για μεσο-μακροπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, του περιθωρίου επιτοκίου, το οποίο συνομολογήθηκε, σε 5% και των τυχόν εκ του νόμου επιβαλλομένων εισφορών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω απόφασης έγκρισης του εναγομένου, στις ως άνω συμβάσεις συμβλήθηκαν, ως εγγυητές, οι βασικοί μέτοχοι της πιστούχου εταιρίας, οι οποίοι εγγυήθηκαν, ανεπιφύλακτα, την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση των δανείων, ενεχόμενοι ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι της ένστασης δίζησης.
Επιπλέον συμφωνήθηκε, ότι τα αποσπάσματα των επίσημων λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας, που τηρούνται πρωτότυπα με μηχανογραφικό σύστημα στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της, αποτελούν πλήρη απόδειξη για το σύνολο της εκάστοτε οφειλής των δανειζόμενων προς αυτήν, καθώς επίσης και ότι οι τόκοι της περιόδου χάριτος λογίζονται και κεφαλαιοποιούνται την 31-12-2010 για την πρώτη ανωτέρω σύμβαση και την 30-6-2010 για τη δεύτερη.
Επίσης, συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης τριών (3) τοκοχρεωλυτικών δόσεων, η ενάγουσα τράπεζα δικαιούταν να καταγγείλει τις συμβάσεις δανείων και να κηρύξει αμέσως αυτά ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, αξιώνοντας την εξόφληση ολοκλήρου του υπολοίπου ποσού των κεφαλαίων τους, μαζί με τους τόκους, τις προμήθειες και τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις.
Ακολούθως, με το 2/60523/0025/4-9-2009 έγγραφο της 25ης Δ/νσης ΓΛΚ προς την ενάγουσα τράπεζα, τροποποιήθηκε το προγενέστερο 2/54516/ 0025/23-7-2009 έγγραφό της, με το οποίο είχε εγκριθεί η εκταμίευση του ποσού των 2.449.790,23 ευρώ, διότι της είχε γνωστοποιηθεί το γεγονός, ότι οι οφειλές της πιστούχου εταιρίας προς την Εθνική Τράπεζα, ποσού 615.871,96 ευρώ, είχαν ήδη εξοφληθεί, την 18-2-2009, με χρηματοδότηση της συγκεκριμένης οφειλής από την Αγροτική Τράπεζα και επομένως η εν λόγω οφειλή δεν υφίστατο προς ρύθμιση κατά το χρόνο παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι, εγκρίθηκε τελικά η εκταμίευση ποσού 1.833.918,30 ευρώ από την ενάγουσα για την εξόφληση των οφειλών της πιστούχου προς τα παραπάνω αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, πλην της Εθνικής Τράπεζας. Ύστερα από το διευκρινιστικό αυτό έγγραφο της 25ης Δ/νσης ΓΛΚ, η ενάγουσα προέβη στην μείωση του εκταμιευθέντος, την 27-7-2009, ποσού αναχρηματοδότησης οφειλών ύψους 2.449.790,23 ευρώ κατά 615.871,96 ευρώ και το ποσό αυτό ανερχόταν πλέον σε 1.833.918,27 ευρώ.
Ακόμα, σύμφωνα με τους όρους, που είχε θέσει η 25η Δ/νση ΓΛΚ με την εγκριτική της πράξη, πριν την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων, ήτοι την 22-7-2009 και δυνάμει των 27844 και 27846/20-7-2009 δανειστικών συμβολαίων του συμβολαιογράφου Τρικάλων, Α. Μ., ενεγράφησαν υποθήκες για τα ποσά των 1.959.833 ευρώ και 560.000 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και κατά της εταιρίας "...
Α.Ε" στα οικεία βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων στον τόμο ... με αριθμό φύλλου 12. Η πρωτοφειλέτρια εταιρία "... ΑΕ", όμως, μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος δεν κατέβαλε καμία από τις συμφωνηθείσες δόσεις για την εξόφληση των δανείων, με συνέπεια η ενάγουσα, ως δικαιούταν, μετά τη μη εξόφληση τριών τοκοχρεωλυτικών δόσεων, να προβεί στην καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και στο κλείσιμο των τηρουμένων λογαριασμών με την από 4-11-2013 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην πιστούχο εταιρία και στους εγγυητές, την 7-11-2013, καθώς και στο εναγόμενο την 11-11-2013.
Ακόμα, η ενάγουσα επέδωσε στην πιστούχο και στους εγγυητές την από 25-11-2013 συμπληρωματική εξώδικη δήλωσή της, με την οποία διευκρίνιζε, ότι ο λόγος της καταγγελίας εκάστης των δανειακών συμβάσεων ήταν η μη καταβολή τριών τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Η συμπληρωματική αυτή εξώδικη δήλωση κοινοποιήθηκε, την 29-11-2013, και στο εναγόμενο.
Κατά το χρόνο καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων (4-11-2013), το υπόλοιπο της 54/27-7-2009 δανειακής σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 2.736.741,22 ευρώ (1.511.516,14 ευρώ το ενήμερο άληκτο κεφάλαιο + 490.033,92 ευρώ το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο + 573.864 ευρώ συμβατικοί τόκοι ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου + 161.327,16 ευρώ τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού του ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου.) Εκ του ποσού αυτού, η εγγυητική ευθύνη του εναγομένου κάλυπτε το ποσό των 1.858.256,03 ευρώ, ήτοι ενήμερο άληκτο κεφάλαιο 1.511.516,14 ευρώ + ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 490.033,92 ευρώ = 2.001.550,06 ευρώ X 80 % = 1.601.240,05 ευρώ + συμβατικοί τόκοι των τριών ανεξόφλητων συνεχόμενων δόσεων μέχρι και ένα τρίμηνο από τη λήξη της 3ης δόσης, δηλαδή από την 31-12-2010 μέχρι την 31-3-2012, ποσού 321.269,98 ευρώ X 80% = 257.015,98 ευρώ.
Επίσης, το υπόλοιπο της 55/27-7-2009 δανειακής σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 942.293,04 ευρώ (426.120,25 ευρώ το ενήμερο άληκτο κεφάλαιο + 273.879,77 ευρώ το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο + 193.237,34 ευρώ συμβατικοί τόκοι ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου + 49.055,68 ευρώ τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού του ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου). Εκ του ποσού αυτού, η εγγυητική ευθύνη του εναγόμενου κάλυπτε το ποσό των 645.535,03 ευρώ, ήτοι ενήμερο άληκτο κεφάλαιο 426.120,25 ευρώ + ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 273.879,77 ευρώ = 700.000 ευρώ X 80 % = 560.000 ευρώ + 106.918,79 ευρώ συμβατικοί τόκοι των τριών ανεξόφλητων συνεχόμενων δόσεων μέχρι και ένα τρίμηνο από τη λήξη της 3πς δόσης, δηλαδή από την 30-6-2011 μέχρι την 30-9-2012 ποσού 106.918,79 ευρώ X 80% = 85.535,03 ευρώ.
Έτσι, η εγγυημένη από το εναγόμενο απαίτηση της ενάγουσας κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.503.791,06 ευρώ. Η ενάγουσα τράπεζα, με την 663/18-11-2013 επιστολή της προς την 25η Δ/νση ΓΛΚ, γνωστοποίησε: α) το λογιστικό ενήμερο και ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο της κάθε σύμβασης με ανάλυση σε κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας και εξ ανατοκισμού και έξοδα, β) ότι η πιστούχος όφειλε ήδη από τις 54/2009 και 55/2009 συμβάσεις έξι (6) και πέντε (5) αντίστοιχα συνεχόμενες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καθώς και τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού και γ) ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης από το εναγόμενο και την καταβολή του ποσού του 1.858.256,03 ευρώ για την 54/2009 σύμβαση και του ποσού των 677.280,98 ευρώ για την 55/2009 σύμβαση.
Παράλληλα υπέβαλε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, που προβλέπονται στην 2/478/0025/4-1-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την υποβολή του ως άνω αιτήματος κατάπτωσης εκ μέρους της ενάγουσας και εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις της ως άνω ΥΑ και προσκομίστηκαν και τα αναγκαία δικαιολογητικά, το εναγόμενο ήταν υποχρεωμένο να βεβαιώσει την οφειλή του από την κατάπτωση της εγγύησης και στη συνέχεια να εξοφλήσει την ενάγουσα.
Το εναγόμενο, όμως, δεν κατέβαλε το αιτούμενο ποσό, ούτε καν προέβη η αρμόδια υπηρεσία του σε εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας περί κατάπτωσης της εγγύησης. Ειδικότερα, η 25η Δ/νση ΓΛΚ, με το 2/19400/0025/19-3-2015 έγγραφό της προς την ενάγουσα σε απάντηση του 663/18-11-2013 αιτήματος της, ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: "...Στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω απόφασης (εννοεί την 2/14709/0025/14-4-2009 ΥΑ) δεν ενέπιπταν οι μη βιώσιμες επιχειρήσεις.
Κατά την υποβολή του αιτήματος παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ο δανειολήπτης απέκρυψε την υπαγωγή στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, αλλά ούτε και η τράπεζα σας ενημέρωσε τον καλόπιστο εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο, πριν την εκταμίευση των δανείων. Με το με αριθμό 2/66462/0025/8-12-2009 έγγραφο μας, ενημερώσαμε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία είχε δοθεί η εγγύηση ότι η παρασχεθείσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ισχύει υπό τον όρο ότι δεν έχει γίνει έναρξη ή ολοκλήρωση των διαδικασιών υπαγωγής της επιχείρησης στις διατάξεις του Ν. 3588/2007.
Εφόσον από τα υποβληθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η επιχείρηση από την 3-3-2009 είχε υποβάλει αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ν. 3588/ 2007, η οποία έγινε αποδεκτή με την αριθ. 10/30-4-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δεν είναι δυνατή η εξέταση του αιτήματος σας".
Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της υπηρεσίας είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, που δύναται να υπαχθούν στην 2/14709/0025/2009 ΥΑ, γίνεται από το αρμόδιο και ειδικώς συσταθέν προς τούτο Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 37 Ν. 3458/2006), πριν δοθεί η σχετική έγκριση για την παροχή της εγγύησης και όχι από το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα, που θα δεχθεί να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση.
Η θεσπισθείσα αυτή διαδικασία απευθύνεται και αφορά αποκλειστικά τη Διοίκηση και δεν προβλέπεται σε κανένα στάδιό της η συμμετοχή του δανειστή ή του πιστωτή, ώστε, εξ αντικειμένου, η τήρηση της διαδικασίας ή η μη τήρησή της να αποτελεί ζήτημα αναγόμενο αποκλειστικά στο χώρο ευθύνης της Διοίκησης.. Πάντως, ούτε στην ΥΑ, αλλά ούτε και στα 2/36328/0025/23-6-2009 και 2/54516/0025/23-7-2009 έγγραφα της 25ης Δ/νσης ΓΚΛ, δυνάμει των οποίων εγκρίθηκε η παροχή της επίδικης εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ετέθη ως όρος της εγγυητικής ευθύνης, η μη υπαγωγή της επιχείρησης στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ή η μη υποβολή εκ μέρους της αίτησης συνδιαλλαγής.
Το γεγονός, ότι η 25η Δ/νση ΓΛΚ στο 2/66462/0025/8-12-2009 έγγραφό της, απευθυνόμενο προς την πιστούχο "... ΑΕ", γνωστοποίησε στην τελευταία, ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου κατά την συνεδρίασή του, την 7-12-2009, αποφάσισε την τροποποίηση της 12ης παραγράφου του 2/36328/0025/23-6-2009 εγγράφου παροχής της εγγύησης ως προς την Τράπεζα Πειραιώς, ποσού 1.140.409,64 ευρώ και ανέφερε στο τέλος ότι η παρασχεθείσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ισχύει υπό τον όρο ότι δεν έχει γίνει έναρξη ή ολοκλήρωση των διαδικασιών υπαγωγής της επιχείρησης στις διατάξεις του Ν. 3588/2007, δεν αναιρεί τους όρους, που έθεσε με τα ανωτέρω 2/36328/0025/23-6-2009 και 2/54516/0025/23-7-2009 έγγραφά της και με τα οποία εγκρίθηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, το 2/66462/0025/8-12-2009 έγγραφο απλώς κοινοποιήθηκε προς την ενάγουσα τράπεζα και δεν ήταν δυνατόν να επιφέρει, εκ των υστέρων μάλιστα, τροποποίηση των όρων της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, αναφορικά με τα ανωτέρω δάνεια, ιδίως εφόσον είχαν ήδη υπογραφεί οι επίδικες δανειακές συμβάσεις (27-7-2009) και είχαν εκταμιευθεί τα σχετικά χρηματικά ποσά, ενώ παράλληλα ουδέποτε ανακλήθηκε ή τροποποιήθηκε αναλόγως η αρχική πράξη έγκρισης παροχής της εγγύησης του εναγομένου.
Επιπροσθέτως, το εν λόγω έγγραφο αφορούσε ρύθμιση οφειλών, συνολικού ποσού 1.140.409,64 ευρώ της εταιρείας "... Α.Ε" προς την Τράπεζα Πειραιώς και δεν είχε σχέση με την επίδικη ρύθμιση των οφειλών της πιστούχου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, για τα οποία δόθηκε η τελική έγκριση με το 2/54516/0025/23-7-2009 έγγραφο της 25ης Δ/νσης ΓΚΛ, στο οποίο δεν αναφέρεται η οφειλή της πιστούχου εταιρίας προς την τράπεζα Πειραιώς και επομένως δεν περιλαμβανόταν σε εκείνες τις οφειλές, που αναχρηματοδοτήθηκαν από την ενάγουσα.
Άλλωστε, η βιωσιμότητα της επιχείρησης, αποτελούσε αίρεση της δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου περί εγγύησης και ο έλεγχος της πλήρωσής της έχει ανατεθεί με την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση στο Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου και δεν αποδεικνύεται, ότι αυτό ζήτησε από την δανειολήπτρια εταιρία να προσκομίσει σχετικά πιστοποιητικά περί μη πτωχεύσεως ή μη υπαγωγής σε διαδικασία συνδιαλλαγής.
Ακόμη, όμως, και αν το εν λόγω Συμβούλιο ενήργησε, τουλάχιστον αμελώς, κατά τον έλεγχο της βιωσιμότητας της επιχείρησης, δεν δύναται το εναγόμενο να αντλήσει ενστάσεις ή επιχειρήματα περί απαλλαγής από την εγγυητική του ευθύνη, από την παραβίαση, εκ μέρους των δικών του οργάνων, της διαδικασίας, που έχει θεσπιστεί για τον έλεγχο της πλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων, που έθεσε στη δήλωσή του περί εγγύησης, όρων και προϋποθέσεων, που αφορούν στη σχέση του Δημοσίου με τον υπέρ ου η εγγύηση και όχι στη σχέση του Δημοσίου, ως εγγυητή, με το δανειστή - πιστωτικό ίδρυμα..
Επιπροσθέτως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα γνώριζε την ύπαρξη της 10/30-4-2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία ανοίχθηκε η διαδικασία συνδιαλλαγής κατ' άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα για την πιστούχο εταιρεία "... Α.Ε.", λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν κλήθηκε στη σχετική διαδικασία και δεν συμμετείχε σε αυτήν.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η διαδικασία συνδιαλλαγής περατώθηκε επιτυχώς για την πρωτοφειλέτρια εταιρία και επικυρώθηκε η σχετική συμφωνία, που συνήφθη με τους πιστωτές της, με την 78/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Στο σκεπτικό δε της απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι η πιστούχος εταιρία κατά τη σύναψη της συμφωνίας δεν βρισκόταν σε κατάσταση παύσης πληρωμών, προέβη σε καταβολές σημαντικών ποσών προς τους πιστωτές της και ότι οι όροι της συμφωνίας εξασφαλίζουν τη διάρκεια της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, δεδομένου ότι η καθαρή αξία εσόδων ανήλθε στο χρονικό διάστημα από 2009 έως 17-8-2009 στο ποσό του 1.691.353,71 ευρώ, δεν υπάρχουν οφειλές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, προς το Δημόσιο και προς τους εργαζομένους σ' αυτή.
Τα παραπάνω καταδεικνύουν, ότι η πιστούχος εταιρία ήταν βιώσιμη. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα τράπεζα είχε επανειλημμένα γνωστοποιήσει στην αρμόδια 25η Δ/νση ΓΛΚ, ότι η πιστούχος είχε υπαχθεί στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το εκκαλούν 755/29-11-2011 επιστολή της, η ενάγουσα ενημέρωσε την ανωτέρω Δ/νση, ότι με βάση πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Τρικάλων, την 16-11-2011, η πιστούχος είχε υπαχθεί στο άρθρο 99, το οποίο μάλιστα ήταν γνωστό στην υπηρεσία από την αλληλογραφία της με την τράπεζα Πειραιώς, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με την παραπάνω αναφερόμενη 2/66462/0025/8-12-2009 απόφαση και με αφορμή αυτή το γνώρισε και η ενάγουσα, αφού η πιστούχος ουδέποτε την κάλεσε ως πιστωτή στη διαδικασία αυτή.
Ακόμα, με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το εκκαλούν 783/20-12-2011 επιστολή της, η ενάγουσα κοινοποίησε στην 25η Δ/νση ΓΛΚ την 78/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία κηρύχθηκε το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής για την εταιρία "... ΑΕ". Στις δυο αυτές επιστολές, όμως, η αρμόδια 25η Δ/νση ΓΛΚ ουδέποτε απάντησε, ούτε ήγειρε ποτέ θέμα περί μη βιωσιμότητας της πιστούχου και περί παραβίασης των όρων της ΥΑ για τη χορήγηση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήγειρε το πρώτον και μάλιστα με καθυστέρηση 18 μηνών περίπου από το αίτημα της ενάγουσας για κατάπτωση της εγγύησης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η εγγυητική του ευθύνη δεν ισχύει, διότι η πρωτοφειλέτρια εταιρία δεν έπρεπε να υπαχθεί στις διατάξεις της ΥΑ, επειδή δεν ήταν βιώσιμη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε το ίδιο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο λόγος αυτός έφεσης, κατά το σκέλος εκείνο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αλλά και η προβαλλόμενη από το εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, ένσταση ελευθερώσεως και κατά το σκέλος της, ότι δηλαδή η ενάγουσα τράπεζα γνώριζε και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να αγνοεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής για την πιστούχο και δεν ενημέρωσε το Ελληνικό Δημόσιο περί τούτου, στηρίζεται μεν νομίμως στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 Ν. 2322/1995 και παρ. 4 του άρθρου 65 του Ν. 2362/ 1995, κρίνεται, όμως, για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 του Ν 2322/1995 και των υπουργικών αποφάσεων με αριθμούς 2/478/0025/4-1-2006 και 2/14709/0025/14-4-2009, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άνω νόμου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, εν προκειμένω συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ελευθέρωσης του αναιρεσείοντος από την εγγυητική του ευθύνη.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση για την παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα στην ΥΑ 2/14709/0025/14-4-2009, ήταν η βιωσιμότητα της επιχειρήσεως που αιτείτο την εγγύηση, η πιστούχος εταιρία "...
ΑΕ" πριν την υποβολή της από 20-6-2009 αίτησής της για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και πριν ακόμη υποβληθεί απ' αυτήν αρμοδίως το ειδικό έντυπο με αρ. πρωτ. ΓΛΚ 2/36328/20-5-2009 για την αξιολόγηση της βιωσιμότητάς της από την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα ήδη από την 3-3-2009 είχε υποβάλει αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ν. 3588/2007, η οποία έγινε αποδεκτή με την αριθ. 10/30-4-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, γεγονός το οποίο απέκρυψε από την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, τόσο κατά την υποβολή της αίτησής της για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου όσο και σε ύστερο χρόνο, δηλαδή μετά την κατάρτιση με την αναιρεσίβλητη τράπεζα στις 27-7-2009 των επίδικων με αριθμούς 54/2009 και 55/2009 συμβάσεων χορήγησης τοκοχρεολυτικού δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Αλλά και η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία όφειλε να γνωρίζει το ανωτέρω γεγονός πριν από την έγκριση της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και σε κάθε περίπτωση ενώ είχε περιέλθει σε γνώση της το γεγονός αυτό τουλάχιστον από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, παρέλειψε να ενημερώσει την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να μην παρασχεθεί στην πιστούχο η αιτηθείσα εγγύηση ή να ανακληθεί η ήδη παρασχεθείσα εγγύηση.
Η αναιρεσίβλητη ενημέρωσε προς τούτο την 25η Δ/νση ΓΛΚ πολύ αργότερα, με τις υπ' αρ. 755/29-11-2011 και 783/20-12-2011 επιστολές της, αφού ήδη η 25η Δ/νση ΓΛΚ με το με αριθ. 2/60523/4-9-2009 έγγραφό της είχε εγκρίνει την εκταμίευση ποσού 1.833.918,30 ευρώ από την αναιρεσίβλητη και αφού ήδη είχε παρέλθει η περίοδος χάριτος για την έναρξη της αποπληρωμής των άνω δανείων (30-6-2010 και 31-12-2010 αντίστοιχα) και οι οφειλόμενες δόσεις είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες.
Συνέπεια των ανωτέρω είναι η ελευθέρωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ίδιου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών Δημοσίου", σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931), απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 6762/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ