Legislator Case Law & Legislation
1178/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against appealable judgment regarding twenty-year limitation period for future damages in tort cases.

Case Number 1178/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a tort claim. The appellant argued that the twenty-year limitation period for future damages had not expired since the claim was filed in 2014. The court held that the First Instance Court erred by applying the five-year limitation period instead of the twenty-year period for future damages, violating substantive law provisions. Consequently, the judgment dismissing the claim was annulled in part, and the case was remitted for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 298, 914, 937, 261, 221, 268 of the Civil Code; The twenty-year limitation period applies to future damages in tort cases, whereas the five-year period applies only to present or past damages.

Keywords

AI generated
tort damages future damages twenty year limitation five year limitation civil code provisions remittal for retrial appellate procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code
Article 261 paragraph 1 of the Civil Code
Article 221 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 268 section 1 of the Civil Code
Article 559 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 section 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 section 1, 191 section 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1178 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Μ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδοκωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2014 αγωγή - πλαγιαστκή αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5209/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης. Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή".

Συνεπώς, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 § 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΟλομΑΠ 24/2003).

Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε απ' αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συναφείας τους με το ατύχημα.

Εάν πρόκειται, όμως, περί προβλέψιμων αξιώσεων, παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές (ΑΠ 260/2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 118/ 2010).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. α', 5 §§ 2 & 3, 6 § 1, 10 §§ 1 & 2, 11 § 1 Ν 489/1976 και 43 § 6 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) συνάγεται ότι με την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δημιουργείται εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, του οποίου η κατ' αυτής αξίωση προς αποζημίωση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ενώ η κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην αστυνομική αρχή βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή η από τον ίδιο απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως αποτελούν, ειδικώς στην περίπτωση αυτή, πρόταση της έχουσας εκδώσει τη βεβαίωση ή το δελτίο ασφαλιστικής εταιρίας, με την αποδοχή της οποίας, που μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, η εκ της οποίας ευθύνη της αναδεχόμενης εταιρίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 472 έως 475 ΑΚ και επομένως αυτή (ασφαλιστική εταιρία), υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Έτσι η σε αδικοπραξία στηριζόμενη αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου προς αποζημίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1582/2017, ΑΠ 155/2014, ΑΠ 1518/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006, ΟλομΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 8-3-2000 επισυνέβη τροχαίο ατύχημα στην ..., μεταξύ της με αρ. κυκλ. ...74 δίκυκλης μοτοσικλέτας στη οποία συνεπέβαινε ο αναιρεσείων αστυφύλακας, με οδηγό το συνάδελφό του Η.

Φ. και του με αρ. κυκλ. ...69 ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του αναιρεσείοντος. Άμεσα η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κατέθεσε στην επιληφθείσα του ενδίκου ατυχήματος Αστυνομική Αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως υπέρ του οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναδεχθείσα το χρέος του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό.

Ο αναιρεσείων - ενάγων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων την από 6-6-2000 αγωγή του με την οποία επικαλούμενος αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου για τον τραυματισμό του από το ατύχημα αυτό ζήτησε ως αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 μέχρι 1-3-2002, το οποίο θα στερείτο εξαιτίας της ανικανότητας που του επέφερε ο τραυματισμός του α) το επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας (νυχτερινά) και β) το επίδομα υπερωριακής απασχόλησης για εργασία πέραν του πενθημέρου.

Η αγωγή αυτή κατά το μέρος τούτο έγινε δεκτή σε δεύτερο βαθμό με την 6440/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα α) ότι το τροχαίο ατύχημα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (1ος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος), β) ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) ηλικίας τότε 30 ετών υπηρετούσε πριν το ατύχημα σε μάχιμη υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, γ) ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) υπέστη από το ατύχημα ισόβια σωματική βλάβη, συνεπεία της οποίας παρουσιάζει μόνιμες λειτουργικές διαταραχές, όπως δυσκαμψία οσφύος, αιμμωδίες, μυϊκή αδυναμία δεξιού κάτω άκρου, ατροφία ιερονωτιαίων μυών και εξαιτίας τούτων κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, ικανός όμως για την υπηρεσία γραφείου, όπως κρίθηκε με την από 30-4-2002 απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της ΕΛΑΣ και δ) ότι κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-3-2000 μέχρι 1-3-2002 που δεν εργάστηκε λόγω της εκ του τραυματισμού του ανικανότητάς του απώλεσε το επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας (νυχτερινά) ανερχόμενο σε 625 δραχμές την ώρα νυχτερινής απασχόλησης και μηνιαίως σε 15.000 δραχμές (σύνολο 15 χ 24 = 360.000 δρχ), καθώς και το ποσό των 9.000 δραχμών εβδομαδιαίως ως υπερωριακή απασχόληση (και συνολικά για το άνω χρονικό διάστημα 36.000 χ 24 μήνες = 864.000 δρχ), ως προς τα οποία δικαιούται ισόποση αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

Με τα δεδομένα αυτά υφίσταται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το προεκτεθέν ατύχημα, την αποκλειστική ευθύνη του υπαίτιου προσώπου (1ου αναιρεσίβλητου) στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας που απορρέει από την απόφαση αυτή (6440/2004).

Σημειώνεται ότι μετά την άσκηση της παραπάνω αγωγής, ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αντιδίκων του πλείονες τοιαύτες, εκ των οποίων άλλες απορρίφθηκαν με την ως άνω και άλλες δικαστικές αποφάσεις και άλλες έγιναν δεκτές. Με την επίδικη από 7-4-2014 αγωγή, ο αναιρεσείων στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων και επικαλούμενος το εκ της ως άνω εφετειακής αποφάσεως (6440/2004) δεδικασμένο αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 21.224,96 ευρώ απ' αυτούς, ως περαιτέρω αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος εξαιτίας του άνω τραυματισμού του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 31-12-2027 που συνταξιοδοτείται και ειδικότερα, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν νομιμοτόκως, ευθυνόμενοι ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος α) το ποσό των 2.208 € το χρόνο για απώλεια επιδόματος πενθημέρων και β) το ποσό των 1.497,60 € το χρόνο για απώλεια επιδόματος αυξημένης υπηρεσιακής ετοιμότητας (νυχτερινά).

Το ως άνω αίτημα της αγωγής στηρίζει, όσον αφορά την δεύτερη τούτων, κυρίως στην ευθεία αξίωση αυτού κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και επικουρικά στη συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους, και επιπλέον στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) σωρεύει και πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας (ΚΠολΔ 72). Η αγωγή πρωτοδίκως έγινε εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της (ποσό 20.767,36 €) απορριφθείσας της περί παραγραφής ενστάσεως των εναγομένων, με την υπ' αριθμ. 179/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μετά δε την από 5-5-2016 έφεση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5209/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως παραγεγραμμένη. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος παραγράφηκαν, κατά μεν της ασφαλιστικής εταιρίας, κατά την κύρια βάση της αγωγής (εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους) γιατί δεν ασκήθηκαν μέσα στη διετία από το ατύχημα (από 8-3-2000 έως 9-3-2002), κατά δε του υπαιτίου οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρίας κατά την επικουρική της βάση (συμβατική σωρευτική αναδοχή χρέους) γιατί δεν ασκήθηκαν μέσα στην πενταετία από την επίδοση της από 6-6-2000 αγωγής και γιατί ο ενάγων δεν προέβαλε νεότερα και επιβλαβή της υγείας του περιστατικά.

Επίσης ως προς την αξίωση για επίδομα πενθημέρων, γιατί ουδέποτε αυτή κατέστη επίδικη (ζητήθηκε) εντός της διετίας και πενταετίας αντίστοιχα, ώστε να υπάρχει τελεσίδικη κρίση πριν την αρχική παραγραφή της αξίωσης, καθότι το επιδικασθέν με την 6440/2004 απόφαση ποσό των 1.224.000 δραχμών δεν περιλαμβάνει εργασία πέραν του πενθημέρου, αλλά από το ένα μέρος νυχτερινή εργασία ως "επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας" και από το άλλο μέρος "υπερωριακή απασχόληση".

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκαλουμένη απόφαση ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο απέρριψε την αγωγή κατά της εναγομένης - εκκαλούσας (2ης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας κατά την κύρια βάση της (εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους), γιατί οι επίδικες αξιώσεις κατ' αυτής δεν ασκήθηκαν μέσα στη διετία από το ατύχημα (από 8-3-2000 έως 9-3-2002), με την άσκηση δε της από 6-6-2000 αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διέκοψε την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, όχι δε και ως προς την όλη αξίωση για αποζημίωση από την ίδια αιτία, (που ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο), η απαιτούμενη δε προς τούτο τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής, προκειμένου να επιμηκυνθεί η παραγραφή για την όλη ζημία σε εικοσαετή εκδόθηκε μετά τη συμπλήρωση της διετίας εντός της οποίας παραγράφηκαν και πλέον δεν αναβιώνουν και επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων (ότι οι αξιώσεις δεν υπέκυψαν στη διετή παραγραφή) και επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ θεμελιούμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω όμως, εφόσον α) κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ήταν προβλέψιμη, β) η υπ' αριθμ. 6440/2004 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 6-6-2000 αρχικής αγωγής του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), δημοσιεύθηκε και έγινε τελεσίδικη στις 23-9-2004, δηλαδή τελεσιδίκησε εντός του χρόνου της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετίας για την παραγραφή της αξίωσης και γ) η επίδικη αξίωση του ενάγοντος, η οποία είναι όμοια (επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας - νυχτερινά) ή σχετική (επίδομα υπερωριακής απασχόλησης) με αυτή που στην ως άνω σκέψη της 6440/2004 απόφασης αναφέρεται (επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας - νυχτερινά και επίδομα απασχόλησης πέραν του πενθημέρου), ήτοι διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν αποτελεί αξίωση περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών, αλλά πρόκειται για ενιαία αξίωση αποζημιώσεώς του λόγω στερήσεως των αποδοχών από την εργασία του στο μέλλον και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή, την οποία θα υποστεί εξαιτίας του αδικήματος, εφόσον η όλη αξίωσή του για την αιτία αυτή βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του εδ.

α' του άρθρου 268 ΑΚ, η οποία (20ετία) δεν έχει παρέλθει μέχρι την άσκηση της ένδικης από 7-4-2014 αγωγής. Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με βάση το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους, κατά την οποία, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας.

Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπαίτιου οδηγού και της ασφαλιστικής του εταιρίας (για τη δεύτερη, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής) υπάγεται στην πενταετή παραγραφή (και όχι στην εικοσαετή τοιαύτη) και το οποίο με βάση την κρίση του αυτή έκανε δεκτή τη σχετική ένσταση των εναγομένων και απέρριψε κατά το μέρος τούτο την από 7-4-2014 αγωγή του ενάγοντος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 § 1 και 268 § 1 ΑΚ.

Γι' αυτό και πρέπει ο ταύτα υποστηρίζων και επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ θεμελιούμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, ήτοι καθό απέρριψε την από 7-4-2014 αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου και την επικουρική της βάση κατά της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητοι) λόγω παραγραφής.

Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης (2ος και 3ος), οι οποίοι αφορούν στο ίδιο ζήτημα της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων και συνεπώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου. Πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και την επικουρική της βάση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο τμήμα της στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (ΚΠολΔ 495 § 3) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ορίζεται ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5209/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και την επικουρική της βάση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ