Legislator Case Law & Legislation
1178/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against local council's lawyer fee ruling, upholding lower court's application of statutory fee scales.

Case Number 1178/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the First Instance Court's decision regarding legal fees for a local council case. The lower court correctly applied the Code of Lawyers to calculate fees, rejecting the municipality's argument that a specific administrative circular should have been used instead. The court found the appeal inadmissible because the contested legal issue was already resolved as inadmissible in the first instance proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 103(2) & Art. 281(1) of the Code of Municipalities and Communities; The Supreme Court holds that when a local council appoints a lawyer with a monthly retainer, the Code of Lawyers governs fee calculation, and appeals based on the non-application of specific administrative circulars are inadmissible if the lower court properly applied the statutory framework.

Keywords

AI generated
local council legal fees Code of Lawyers application municipal legal representation administrative circular validity legal fee reduction admissibility of appeal municipal litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 103(2) of the Code of Municipalities and Communities (Law 3463/2006)
Art. 281(1) of the Code of Municipalities and Communities (Law 3463/2006)
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 591(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Art. 281(2) of the Code of Municipalities and Communities (Law 3463/2006)
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1178 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1178/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ουρανίας Παπαευαγγέλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Κουτσουλέλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 372/5-10-2012. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 274/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 561/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης 245/20-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007, ορίζει στο άρθρο 103 παρ.2 ότι "Η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: [...] ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους Δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί, δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια.

Μπορεί, επίσης, να αναθέτει την παροχή γνωμοδοτήσεων, μόνο εφόσον δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία. Με απόφασή της είναι δυνατή, κατ' εξαίρεση, η ανάθεση σε δικηγόρο, εξωδίκου ή δικαστικού χειρισμού, ανά υπόθεση, ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του Δήμου και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία.

Στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 281". Με το άρθρο 281 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "1. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα, αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους, έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι, υπό το καθεστώς του ν. 3463/2006, οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν, με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής, να αναθέσουν σε δικηγόρο τη διεξαγωγή ορισμένης υπόθεσής τους (δικαστικής ή εξώδικης), έναντι της κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων οριζόμενης αμοιβής, για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία, όπως ισχύουν κάθε φορά, το δε δικαστήριο, που δικάζει πίνακα αμοιβών τους, μπορεί να ελαττώσει την αιτούμενη με την αγωγή αμοιβή του δικηγόρου έως το 50% των οριζόμενων από τον Κώδικα κατωτάτων ορίων, μετά από εκτίμηση, κατόπιν σχετικής αίτησης του υπόχρεου της αμοιβής ΟΤΑ, της περιουσιακής κατάστασης αυτού (ΑΠ 1112/ 2017, ΑΠ 1684/2012).

2.Κατά το άρθρο 91 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, λόγω του χρόνου γένεσης της ένδικης απαίτησης, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη, κατά δε το άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.

του ως άνω Κώδικα. Ο ίδιος Κώδικας ορίζει, α) στο άρθρο 96 παρ.2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις [...] είναι υποχρεωμένοι σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας [...] να προκαταβάλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο στο νόμο αυτό αντίστοιχο ποσοστό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση [...]", β) στο άρθρο 98 παρ.1: "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων [...]" και γ) στο άρθρο 99: "Το ελάχιστον όριον της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων [...] είναι ίσον προς το γινόµενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστήν οριζόµενον δι' αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης [...].

Ο ανωτέρω υπολογισμός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαμβάνει χώραν όπου κατά τον παρόντα νόµον η αμοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειμένου [...]". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, ο ως άνω συντελεστής υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών ορίσθηκε, µε την 12398/9-2-1989 (ΦΕΚ Β' 131) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, "σε 140 μονάδες".

Τέλος, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 εδ. α', 107 παρ.1 και 110 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται για τη σύνταξη αγωγής σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής και για τη σύνταξη προτάσεων για την πρώτη συζήτηση στο μισό αυτού (1%), ενώ για το δικηγόρο του εναγομένου είναι ίσο προς το οριζόμενο για τη σύνταξη της αγωγής (2%), για δε τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου το ελάχιστο όριο αμοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιο του καθοριζόμενου για το δικηγόρο του ενάγοντος στο άρθρο 107 παρ.1 όριο αμοιβής για τις προτάσεις της πρώτης πρωτόδικης συζήτησης (2%).

3.Περαιτέρω, µε το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 2753/1999, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 5 παρ.15 του ν. 3919/2011, παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη δικηγορική αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους, για τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι δικηγόροι στους εντολείς τους, εκτός των άλλων, και όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων. Δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδόθηκε η ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007. Δεδομένου ότι η ελάχιστη αμοιβή, που ορίζεται στην τελευταία αυτή υπουργική απόφαση, προεισπράττεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή αναφέρεται στις προεισπραττόμενες και μόνο αμοιβές (οι οποίες ορίζονται πάντα με ένα κατ' αποκοπή ποσό και ταυτίζονται κατά κανόνα με τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές), οι δε προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές εξακολουθούν να ισχύουν. Με την παραπάνω διάταξη του ν. 2753/1999 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ δεν έχουν θιγεί, δηλαδή, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αμοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας μόνο όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόμενων ελαχίστων αμοιβών.

Συνεπώς, µε βάση τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάχιστο όριο της αμοιβής ενός δικηγόρου επί υποθέσεων µε αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα προσδιορίζεται ποσοστιαία, εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία µε την προαναφερόμενη ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007. Αντιθέτως, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά μόνο διαπλαστικό, εφαρμοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ' αποκοπή καθορισμού του ύψους της αμοιβής (άρθρα 110 παρ.3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως ο συντελεστής υπολογισμού των αμοιβών ορίστηκε με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και τελευταία ανακαθορίστηκε με την ΥΑ 12398/9-2-1989 σε 140 μονάδες (ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 390/2015). 4.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, δυνάμει των ...-12-2008 και ...-6-2009 αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής του τέως Δήμου Νέου Ψυχικού, στη θέση του οποίου ήδη έχει υπεισέλθει, ως καθολικός διάδοχος, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ..., κατ' άρθρο 1 του ν.δ. 852/2010 και στον οποίο δεν υπηρετούσαν δικηγόροι με πάγια αντιμισθία, ανατέθηκε στον ενάγοντα δικηγόρο και ήδη αναιρεσίβλητο, καθώς και στο δικηγόρο Β.

Π., είτε χωριστά είτε από κοινού, ο νομικός χειρισμός των κατωτέρω αναφερόμενων δέκα (10) δικαστικών υποθέσεων, που περιελάμβανε και την εκπροσώπηση του εν λόγω Δήμου ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων. Ότι σε εκτέλεση των σχετικών εντολών, ο ενάγων, ενεργώντας χωριστά από τον προαναφερόμενο δικηγόρο Β.

Π., προέβη στις εξής ενέργειες, για καθεμία των οποίων η αμοιβή του, υπολογιζόμενη κατά περίπτωση σύμφωνα με τα άρθρα 107 παρ.1 και 110 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954, ανέρχεται στο παραπλεύρως αναγραφόμενο ποσό, ήτοι: 1) Την 14-1-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε το από 13-1-2009 υπόμνημα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά την εκδίκαση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 26-4-2004 αγωγής των υπαλλήλων του Ν.

Μ., Μ. Κ. και Ε. Μ., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 19.457 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 389,14 ευρώ (19.457 Χ 2%). 2) Την 14-1-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε το από 13-1-2009 υπόμνημα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά την εκδίκαση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 26-4-2004 αγωγής των υπαλλήλων του Β.

Δ., Χ. Κ., Γ. Κ. και Δ. Β., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 29.932 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 598,64 ευρώ (29.932 Χ 2%). 3) Την 14-1-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε το από 13-1-2009 υπόμνημα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά την εκδίκαση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 26-4-2004 αγωγής των υπαλλήλων του Μ.

Σ. κλπ, της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 35.920,80 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 718,41 ευρώ (35.920,80 Χ 2%). 4) Την 29-1-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Εφετείο Αθηνών τις από 26-1-2009 προτάσεις, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εφεσίβλητο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 10-6-2008 έφεσης των Θ.

Κ. κλπ, της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 1.189.775,45 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 23.795,54 ευρώ (1.189.775,45 Χ 2%). 5) Την 29-1-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Εφετείο Αθηνών τις από 26-1-2009 προτάσεις, δια των οποίων άσκησε και αντέφεση, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εφεσίβλητο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 10-6-2008 έφεσης της Μ.

Μ., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 719.002,20 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 14.380,04 ευρώ (719.002,20 Χ 2%). 6) Την 5-2-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών το από 3-2-2009 υπόμνημα, παραστάθηκε στο ακροατήριό του και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού με αριθμό κατάθεσης .../2004 αγωγής των Φ.

Γ. κλπ, της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 12.971 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 259,42 ευρώ (12.971 Χ 2%). 7) Την 12-2-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου τις από 12-2-2009 προτάσεις, παραστάθηκε στο ακροατήριο και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 21-12-2007 αγωγής των Θ.

Π. κλπ, της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 75.504 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 1.510,08 ευρώ (75.504 Χ 2%). 8) Την 6-3-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις από 6-3-2009 προτάσεις, παραστάθηκε στο ακροατήριο και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 28-5-2008 αγωγής των πρώην υπαλλήλων του Χ.

Π. και Α. Δ., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 33.920 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 678,40 ευρώ (33.920 Χ 2%). 9) Την 12-5-2009 παραστάθηκε στο ακροατήριο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και εκπροσώπησε, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά τη συζήτηση της από 23-11-2006 αγωγής του Γ.

Β., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 53.916,01 ευρώ, η δε αμοιβή του μόνο για την παράσταση, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την ΚΥΑ 1117864/Α0012/24-12-2007 ανέρχεται στο ποσό των 341 ευρώ (γραμμάτιο προείσπραξης ΔΣΑ). 10) Την 19-6-2009 συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου τις από 19-6-2009 προτάσεις, παραστάθηκε στο ακροατήριο και εκπροσώπησε τον τότε εναγόμενο Δήμο κατά τη συζήτηση της στρεφόμενης κατ' αυτού από 23-4-2007 αγωγής των Χ.

Μ. και Δ. Φ., της οποίας το αντικείμενο ανερχόταν στο ποσό των 20.592 ευρώ, η δε αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 411 ευρώ (20.592 Χ 2%). Ότι στην περίπτωση 10 ενήργησε χωρίς σχετική ρητή εντολή της Δημαρχιακής Επιτροπής, πλην όμως η τελευταία, με την ...-6-2009 απόφασή της, ενέκρινε εκ των υστέρων την άνευ ρητής εντολής της εκτέλεση των άνω διαδικαστικών ενεργειών εκ μέρους του ενάγοντος.

Ότι για όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντος ο εναγόμενος Δήμος οφείλει το συνολικό ποσό των 43.081,67 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η αμοιβή του ενάγοντος, ο οποίος είχε ορισθεί νόμιμα πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και εκπροσώπησε αυτόν στις αναφερόμενες ως άνω δίκες, πρέπει να υπολογισθεί με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων (εκτός από την υπόθεση με αριθμό 9).

Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση και έτσι επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954, ούτε με μη εφαρμογή τις διατάξεις της ΚΥΑ 1117864/2297/ Α0012/7-12-2007, των οποίων η αληθινή έννοια έχει προεκτεθεί (σκέψη αρ.3).

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το δικαστήριο της ουσίας θα έπρεπε να έχει υπολογίσει την αμοιβή του ενάγοντος για τις ανωτέρω παρασχεθείσες δικηγορικές εργασίες αποκλειστικά με βάση την ως άνω ΚΥΑ, είναι αβάσιμος.

5.Ο αναιρεσείων ζητεί με τις προτάσεις του την αυτεπάγγελτη (ΚΠολΔ 562 παρ.4) έρευνα λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε αβάσιμο τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση για την κατ' ουσία απόρριψη του αιτήματός του για μείωση της αιτούμενης δικηγορικής αμοιβής κατά ποσοστό 50%, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.1 του ν. 3463/2006. Ακόμη, όμως, και αν η επικαλούμενη πλημμέλεια ήθελε ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναιρετικό αποτέλεσμα, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ο εν λόγω ισχυρισμός, που λειτουργεί ως ένσταση, κρίθηκε απορριπτέος, κυρίως, διότι προτάθηκε απαραδέκτως με τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου Δήμου και όχι με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώρηση στα πρακτικά συνεδρίασης (από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι δεν έχει καταχωρηθεί η εν λόγω ένσταση, άρθρο 591 παρ.1 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας) και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσία αβάσιμος.

Συνεπώς, θα απέβαινε αλυσιτελής η έρευνα, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην κύρια αιτιολογία, η οποία δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.

6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης 245/20-4-2017 αίτηση για αναίρεση της 561/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ