Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling appellate court properly considered all submitted documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific technical expert reports submitted during the trial. The court rejected this claim, noting that the appellate judgment explicitly stated it had taken into account all documents presented by the parties, including the disputed expert reports. Consequently, the appeal was found to be baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 368, 369, 432, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; An appellate court's general statement that it considered all documents submitted by the parties is sufficient to refute an appeal alleging failure to consider specific evidence, provided the judgment's content confirms the inclusion of those documents in the evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1178 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Aπριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Βαρβάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Ν. και 2) Α. Ρ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύριδωνα Χαμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/1995 μη οριστική, 22/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 139/2005 μη οριστική και 34/2009 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033,1192, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο μεν τρόπο, δηλαδή με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, με πρωτότυπο δε τρόπο, δηλαδή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Συνακόλουθα επί διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, στην περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση, απαιτείται επί τακτικής μεν χρησικτησίας νόμιμος τίτλος, μεταγραφή αυτού και νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί 10ετία, επί έκτακτης δε χρησικτησίας νομή με διάνοια κυρίου επί 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο νομής του το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το .../1924 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα της Π.
Ρ., απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγομένων, από τον μέχρι τότε κύριο Ν. Φ., μία οικία ευρισκόμενη στα ... της νήσου Θήρας Κυκλάδων. Η ως άνω οικία αποτελείται από επτά δωμάτια και το επίδικο υπόσκαφο τμήμα αυτής, που βρίσκεται κάτω από την αυλή ιδιοκτησίας των εναγομένων, στο παραπάνω συμβόλαιο κτήσης περιγράφεται ως "η κάτωθι ετέρα οικία καλούμενη του μαρουλιού, συγκειμένη εκ τριών δωματίων, μαγειρείου, δεξαμενής και τριών πεζουλιών πλησιάζουσα της ιδιοκτησίας ταύτης μεθ' ομοίας Μ.
Β. ιερέως, Μ. χήρας Α. Γ. (απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος) με δημόσια γκρεμνά και με δημοσίαν οδό". Ειδικότερα ολόκληρο το ακίνητο, λόγω της γεωλογικής ιδιομορφίας της περιοχής, είναι διαμορφωμένο σε επίπεδα και χωρίζεται σε δύο τμήματα, διαμέσου των οποίων υπάρχει κοινόχρηστη κλίμακα καθόδου, η οποία οδηγεί από τον δημόσιο δρόμο στο τελευταίο επίπεδο, όπου βρίσκεται η επίδικη υπόσκαφη οικία, η οποία είναι και αυτή διαμορφωμένη σε τρία επίπεδα και αποτελείται στη σημερινή της μορφή από ένα υπόσκαφο κτίσμα (οικία), μία αυλή με στέρνα (πρώτο επίπεδο) έναν αποθηκευτικό χώρο (δεύτερο επίπεδο) και πεζούλες (τρίτο επίπεδο).
Η έκταση δε και των τριών επιπέδων της είναι περίπου 135,5 τ.μ. Η επίδικη υπόσκαφη οικία, που αποτελεί το νοτιοανατολικό τμήμα του ακινήτου των εναγομένων, είναι όμορη και στο ίδιο επίπεδο με την οικία του ενάγοντος, η οποία είναι περίκλειστη, δηλαδή δεν έχει πόρτα εισόδου από δημόσιο δρόμο, αλλά για να εισέλθει σ' αυτή, πρέπει να κατέβει από την ανωτέρω αναφερόμενη (κοινόχρηστη) κλίμακα και φθάνοντας στο τελευταίο επίπεδο να διασχίσει την (κοινόχρηστη αυλή του επιδίκου.
Οι δύο αυτές οικίες, δηλαδή η οικία του ενάγοντος και η επίδικη αν και συνέχονται στενά, αποτελούσαν ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε στον εσωτερικό τοίχο που διαχωρίζει τις δύο εν λόγω οικίες, σημείο επικοινωνίας (πόρτες) όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Στον αρχικό δε τίτλο κτήσης που επικαλείται ο ενάγων, δηλαδή την .../39 δημόσια διαθήκη της απώτερης δικαιοπαρόχου του Μ.
Γ., ορίζεται ότι καταλείπεται στον Ν. Γ. (πατέρα και δικαιοπάροχο του ενάγοντα) η "εις ... της νήσου Θήρας κειμένη οικία μου μετά του οικοπέδου περιοχής, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων και όχι μια πεπαλαιωμένη οικία εκ δύο δωματίων και λοιπών χρειωδών (όπως αυτή περιγράφεται για πρώτη φορά στο .../1979 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Χήνα-Κίτσιου με το οποίο περιήλθε στον ενάγοντα (και αναγράφεται στην αγωγή) το ένα (δωμάτιο) από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είναι το επίδικο.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η Π. Ρ., η οποία πέθανε κατά το έτος 1983 και δεν άφησε απογόνους, κατέλιπε την από 1-11-1... ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία άφηνε κληρονόμους της τα αδέλφια της Ε. και Ν. Ρ., και για την περίπτωση που αυτοί είχαν προαποβιώσει όριζε ότι η περιουσία της θα περιερχόταν στα παιδιά τους. Κατά το χρόνο θανάτου της (1983) είχε προαποβιώσει ο πρώτος αδελφός της Ε.
και συνεπώς η περιουσία της, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, περιήλθε στα δύο τέκνα του (δύο πρώτοι εναγόμενοι) και στον Ν. Ρ. κατά ποσοστό 1/4 σε καθένα από τα παιδιά του αδελφού της Ε. και κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου στον αδελφό της Ν. Ρ.. Δυνάμει δε των .../1987 και .../1986 αντίστοιχα πράξεων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα-Λελή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι απώτεροι κληρονόμοι της Π.
Ρ. κατέστησαν κύριοι του επιδίκου. Στη συνέχεια, με το .../1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα-Λελή που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Ρ. μεταβίβασε στα τέκνα του, ήτοι στους δύο ο τελευταίους εναγομένους, το σ' αυτόν ανήκον ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου και κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά καθένας, με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1924, οπότε και περιήλθε το παραπάνω ακίνητο με το επίδικο τμήμα στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγομένων, έως το έτος 1958 αυτή ασκούσε επ' αυτού, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του και στον προορισμό του.
Ειδικότερα, κατά τη δεκαετία του 1930 το επίδικο χρησιμοποιήθηκε από την οικογένεια Ρ. ως χώρος στον οποίο στέγαζαν διάφορα οικόσιτα ζώα, όπως κότες και παγώνια, ενώ αργότερα κατά τα έτη 1949-1954 ως βοηθητικός χώρος των άλλων δωματίων (οικιών) του ακινήτου, στον οποίο φυλασσόταν από τους ενοικιαστές των δωματίων αυτών διάφορα αντικείμενα (σκάφες κ.ά).
Κατά το 1956 έγινε σεισμός στη Θήρα με αποτέλεσμα το επίδικο ακίνητο να υποστεί ζημίες, όχι όμως μεγάλης εκτάσεως. Τα μπάζα από τα υπόλοιπα δωμάτια, που είχαν πληγεί, λόγω του προβλήματος περισυλλογής τους, και της απαγορεύσεως να ριφθούν στην καλντέρα, τα εναπόθεσαν κατά τα έτη 1957-1958 στην επίδικη οικία, η οποία ναι μεν είχε υποστεί ζημίες αλλά δεν είχε καταρρεύσει.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τα έτη 1850 έως 23-2-1946 ασκήθηκε επί του επιδίκου κάποια πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, αφού ως προς αυτά τα έτη τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία είναι οι καταθέσεις των δύο μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι περιορίστηκαν στο να καταθέσουν, αορίστως, ότι γνωρίζουν από αφηγήσεις άλλων προσώπων, ότι το επίδικο κατοικείτο από την οικογένεια του ενάγοντος από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα.
Όμως συγκεκριμένες και χρονικώς προσδιορισμένες πράξεις νομής και κατοχής επί της επίδικης οικίας δεν αποδείχθηκαν εκ μέρους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, ούτε για τα έτη 1946-1980. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι η Μ. Γ. Κ., απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος, κατοικούσε και στο επίδικο τμήμα μέχρι το έτος 1965, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του, αφού, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, το επίδικο είχε υποστεί ζημίες από το σεισμό και εντός αυτού είχαν τοποθετηθεί μπάζα από τα υπόλοιπα δωμάτια των ανωτέρω οικιών, τα οποία είχαν καταρρεύσει.
Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι η αδελφή της Μ. Κ., Ό. Κ., διέμενε ποτέ στο επίδικο κατά τα έτη 1966-1970. Αυτό, όπως προαναφέρθηκε, λόγω των ζημιών που υπέστη από το σεισμό και των μπαζών που είχαν τοποθετηθεί εντός αυτού, δεν προσφερόταν για διαμονή. Συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο αποδείχθηκε ότι έκανε ο ενάγων για πρώτη φορά το έτος 1983, όταν άρχισε να μεταφέρει τα μπάζα που υπήρχαν στο επίδικο και να πραγματοποιεί επ' αυτού επισκευές.
Συνεπώς, ο χρόνος από τον οποίο άρχισαν οι πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (12-8-1991) δεν καλύπτει την απαιτούμενη κατά νόμο εικοσαετία, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να προσπορίσει στον ενάγοντα την κυριότητα του επιδίκου. Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι το επίδικο, περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τον ενάγοντα τίτλους ιδιοκτησίας του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του, αφού όπως ρητά και κατηγορηματικά αποφαίνονται οι δύο ανωτέρω πραγματογνώμονες, οι οποίοι διορίστηκαν ο μεν ένας με απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο δε άλλος με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγομένων Π. Α. Ρ. (.../1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Βιδιάνου Ζάνου και τους μεταγενέστερους αυτού τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων).
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη και την ένσταση ιδίας κυριότητας των αντιδίκων του, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας το Εφετείο, ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 και 974 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα με τις παραδοχές, ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου και ο τελευταίος το νεμήθηκε από το έτος 1983 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1991) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση του, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία εκ μέρους του ενάγοντος, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν δέχθηκε τη νομή του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του παρά την ύπαρξη των αναφερόμενων τίτλων κυριότητάς του, που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ., διότι πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Τέλος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με τη νομή του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου των είναι αλυσιτελής, αφού πλήττει αιτιολογία της που εκ περισσού εκφέρθηκε, δεδομένου ότι η αιτιολογία της, ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο τρόπο, (αφού αυτό δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητάς του), ούτε με χρησικτησία στηρίζει το διατακτικό της και δεν απαιτείτο η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων, η οποία προϋποθέτει την ουσιαστική βασιμότητα των σχετικών βάσεων της αγωγής.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (ΟλΑΠ 111/1981, 848/1981 και 8/2005).
Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 368, 369, 432, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο αποτελεί και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από δικαστήριο σε άλλη δίκη, μπορεί δε να χρησιμεύσει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και, συνεπώς, η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα καλύπτει και αυτήν.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της αγωγής του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 9-2-1999 τεχνική έκθεση του διορισθέντος από το Ειρηνοδικείο Θήρας πραγματογνώμονα Ι.
Π., 2) την από 10-1-1991 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π. Σ., 3) την από 6-11-2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Α. και 4) την από 12-3-2001 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Χ. Ε.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ως άνω εκθέσεις, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, τα δύο τελευταία από τα οποία ρητώς μνημονεύει, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2009 αίτηση του Α. Γ. του Ν. για αναίρεση της 34/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ