1178/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1178/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι κυρία ενός οικοπέδου, επιφανείας 640,84 τ.μ., που βρίσκεται στην Καλαμάτα και επί της συμβολής των οδών ... και ... ... Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αναστάσιου Κανελλόπουλου η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1178 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Κ. και 2. Δ. ή Σ. συζ. Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Ασημακόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/1996 μη οριστική, 220/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 668/2001 του Εφετείου Ναυπλίου (Μεταβατική Έδρα Καλαμάτας). Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 957/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αρμόδιο Εφετείο Καλαμάτας. Το Εφετείο Καλαμάτας εξέδωσε την 43/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2010 αίτησή τους και με τους από 2-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του.
Ειδικά, επί εργολαβικής σύμβασης προς ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, όπου ο εργολάβος κηρύχτηκε έκπτωτος και οι αποτελούσες εργολαβικό αντάλλαγμα οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά τη συμφωνία, παραμένουν στους οικοπεδούχους λόγω καταπεσούσας ποινής, η άρνηση των οικοπεδούχων να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου προς εκπλήρωση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβίβασης οριζόντια ιδιοκτησία που ο έκπτωτος εργολάβος είχε υποσχεθεί προς τρίτο αγοραστή και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνον είναι καταχρηστική, όταν οι οικοπεδούχοι συναίνεσαν να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντια ιδιοκτησία της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο πριν από την έκπτωσή του, και τον διαβεβαίωσαν ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτούς στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ρητώς συμφωνηθέντος από κοινού, ενόψει δε των διαβεβαιώσεων αυτών, ο τρίτος έκανε εργασίες αποπεράτωσης του ημιτελούς διαμερίσματος με δικές του δαπάνες, κατόπιν δε όλων αυτών οι οικοπεδούχοι αθέτησαν την υπόσχεση κατάρτισης οριστικού συμβολαίου, αντί του τιμήματος που είχαν υποσχεθεί, απαιτώντας μεγαλύτερο τίμημα συμπληρωματικώς.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι κυρία ενός οικοπέδου, επιφανείας 640,84 τ.μ., που βρίσκεται στην Καλαμάτα και επί της συμβολής των οδών ... και ... ... Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αναστάσιου Κανελλόπουλου η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.
Δ.Β. Ο.Ε." ανέλαβε την υποχρέωση, δια του διαχειριστή και ομόρρυθμου μέλους της Γ. Δ.Β., να κατασκευάσει επί του ανωτέρω οικοπέδου, εργολαβικώς, έναντι αντιπαροχής με δικά της μέσα και υλικά, πολυκατοικία, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οποίας έπρεπε να αποπερατώσει μέχρι της 19-3-1991 και τους κοινόχρηστους χώρους αυτής μέχρι της 19-5-1991.
Ως εργολαβικό αντάλλαγμα η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα και νομή στην εργολήπτρια εταιρία ή τρίτους, υποδεικνυόμενους από αυτήν, εκτός των άλλων και το υπό στοιχ. Α1 επίδικο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Η παραπάνω εταιρεία δεν αποπεράτωσε, ούτε παρέδωσε στην ενάγουσα τις δικές της υπό στοιχ.
Δ2 και Ε2 οριζόντιες ιδιοκτησίες και τους κοινόχρηστους χώρους εντός των ανωτέρω προθεσμιών, εγκατέλειψε δε οριστικά την εκτέλεση του έργου το Μάρτιο του 1992. Από τον παραπάνω χρόνο η εργολήπτρια εταιρεία περιήλθε σε υπερημερία περί την εκτέλεση του έργου και η ενάγουσα οικοπεδούχος, κάνοντας χρήση σχετικού συμβατικού όρου (άρθρ.16), της επέδωσε στις 6-6-1994 δήλωση, με την οποία την κήρυξε έκπτωτη και έκτοτε εκείνη αποβλήθηκε από το έργο.
Έτσι, η κυριότητα του επίδικου υπό στοιχ. Α1 διαμερίσματος, ως συστατικού του οικοπέδου της ενάγουσας, εξακολουθούσε να παραμένει στην ίδια. Το Σεπτέμβριο του 1992 το εν λόγω διαμέρισμα παραχωρήθηκε ατύπως από την εργολήπτρια εταιρεία στους εναγομένους, το οποίο οι τελευταίοι χρησιμοποιούν έκτοτε ως κατοικία και αρνούνται, χωρίς να έχουν δικαίωμα, την απόδοσή του στην ενάγουσα κυρία.
Ο ισχυρισμός τους ότι η άσκηση του δια της υπό κρίση αγωγής δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εκ του ότι η ενάγουσα έχει εγκρίνει την πώληση, για την οποία έχουν καταβάλει στην εργολήπτρια τίμημα ύψους 13.000.000 δραχμών, και τους αναγνωρίζει ως πραγματικούς κυρίους, για το λόγο δε αυτό α) στις 9-12-1991 και 10-12-1991 τους έδωσε εντολή να υποβάλουν και συνυπέγραψε προς τούτο τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτου, τις οποίες υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.
Καλαμάτας και πλήρωσε τον αντίστοιχο φόρο η δεύτερη από αυτούς, στην οποία θα μεταβιβαζόταν το επίδικο και β) προέτρεψε τη δεύτερη από αυτούς να γίνει διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, η οποία και έγινε, δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, όταν πληροφορήθηκε την εγκατάσταση των εναγόμενων συζύγων στο επίδικο (Σεπτέμβριος 1992) επέδωσε στη δεύτερη από αυτούς την από 26-9-1992 εξώδικη διαμαρτυρία της στις 30-9-1992, ζητώντας την απόδοση του διαμερίσματός της.
Περαιτέρω, οι επικαλούμενες από τους εναγομένους δηλώσεις φορολογίας μεταβίβασης ακινήτου δεν έχουν υπογραφεί από την ενάγουσα, αλλά από το διαχειριστή της εργολήπτριας Γ. Δ.Β., ο οποίος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδίως από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Θ.
Β. και δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης Θ. Κ. και Ε. Φ.. Ειδικότερα, ο πρώτος (Θ. Κ.) δεν γνωρίζει αν η ενάγουσα συνυπέγραψε τις παραπάνω δηλώσεις, η δε δεύτερη δεν κατέθεσε κάτι σχετικό επί του ζητήματος αυτού. Τέλος, η ενάγουσα δεν προέτρεψε τη δεύτερη εναγομένη να γίνει διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, αφού οι διάδικοι δεν γνωρίζονταν και δεν είχαν καμία επαφή, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης και μητέρας της δεύτερης εναγομένης Ε.
Φ.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων από την ΑΚ 281 και ως τέτοια την απέρριψε, όπως και το σχετικό λόγο -πρώτο- της έφεσής τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων από την ΑΚ 281, δεν στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της, αφού περιέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα ούτε έδωσε εντολή να υποβάλουν οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης, ούτε ότι τις συνυπέγραψε, ούτε ότι προέτρεψε τη δεύτερη από αυτούς να γίνει διαχειρίστρια, ούτε, τέλος, ότι ενέκρινε την πώληση, για την οποία οι ήδη αναιρεσείοντες - εναγόμενοι -όπως αυτοί ισχυρίζονται- έχουν καταβάλει στην εργολήπτρια τίμημα ύψους 13.000.000 δραχμών και ούτε αναγνώρισε αυτούς κυρίους του επίδικου διαμερίσματος, αλλά αντιθέτως, δέχτηκε, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, όταν πληροφορήθηκε την εγκατάστασή τους στο επίδικο διαμέρισμα, ζήτησε, ως άνω, από αυτούς στις 30.9.1992 την απόδοσή του.
Στην παραδοχή του Εφετείου, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν ενέκρινε την πώληση του επίμαχου διαμερίσματος εμπεριέχεται και το ότι αυτή δεν είχε δώσει εντολή στο συμβολαιογράφο Αναστάσιο Κανελλόπουλο το Δεκέμβριο του 1991 να συντάξει το συμβόλαιο πώλησης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προεκτειθέμενη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκής, γιατί δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν περί του εάν οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι, α) τελούσα σε γνώση ότι η υπογραφή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας στις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ήταν πλαστογραφημένη", β) είχαν καταβάλει ή όχι το ποσό των 13.000.000 δραχμών μέχρι την 30.9.1992 που επιδόθηκε σ' αυτούς η εξώδικη δήλωση περί απόδοσης του επίδικου διαμερίσματος ή πριν την κήρυξη της εργολήπτριας Ο.Ε.
στις 6.6.1994 ως έκπτωτης, γ) πρόσφεραν "το απαιτούμενο ποσό" για την αποπεράτωση των ημιτελών διαμερισμάτων και κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας, και επίσης δεν γίνεται μνεία περί της οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον δεν συνιστούν ζητήματα ουσιώδη, αφού και υπό τα ανωτέρω περιστατικά η ένσταση από την ΑΚ 281 δεν θεμελιώνεται, με το δεδομένο ότι η αναιρεσίβλητη οικοπεδούχος δεν συναίνεσε στην εγκατάσταση των αναιρεσειόντων στο επίδικο διαμέρισμα ούτε διαβεβαίωσε τους αντιδίκους της, ότι θα κατάρτιζε με αυτούς το οριστικό συμβόλαιο.
Η περιλαμβανόμενη, επίσης, στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση - όπως εκτιμάται- την πλημμέλεια του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση από την ΑΚ 281 δεν συμμορφώθηκε με την 957/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την προεκδοθείσα 668/2001 απόφαση του ιδίου Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) ως προς τις ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες της τελευταίας, με τις οποίες δέχθηκε την εν λόγω ένσταση ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, αφού το Εφετείο δεν συμπεριέλαβε, ούτε επεκτάθηκε, με την άνω ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, στα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, την έρευνα των οπίων ζητούσε η προμνημονευόμενη 957/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και, έτσι, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, εφόσον το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εκτιμώντας κυριαρχικά τις αποδείξεις, έκρινε ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν είναι καταχρηστική, με την κρίση του δε αυτή περί της απόρριψης της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ και, αντίστοιχα, της παραδοχής της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, δεν υπέπεσε στην αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/29.5.2001 και έχει εδώ εφαρμογή, ως εκ του χρόνου προσδιορισμού της πρώτης συζήτησης -στις 11-5-1998- της ένδικης, από 24-7-1994, αγωγής (άρθρο 22 του ίδιου ως άνω ν. 2915/29.5.2001), λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτο και πρώτο πρόσθετο λόγους αναίρεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 κ.λ.π. του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διαταχθεί απόδειξη ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους:
α) ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα "ενέκρινε τη μεταβίβαση της νομής του επίδικου διαμερίσματος και της αποθήκης από μέρους του αντιπροσώπου της και νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρίας προς τη δεύτερη εκκαλούσα-εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα)", β) ότι μεταξύ της ήδη αναιρεσίβλητης και τότε εφεσίβλητης και της δεύτερης από αυτούς -αναιρεσείοντες- καταρτίστηκε σύμβαση εντολής (713 ΑΚ) με βάση την οποία η τελευταία, ως εντολοδόχος της αντιδίκου της, ανέλαβε την υποχρέωση να προσκομίσει στη Δ.Ο.Υ.
Καλαμάτας για λογαριασμό της (αντιδίκου της) τις δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου των ποσοστών του οικοπέδου που αντιστοιχούσαν στο επίδικο διαμέρισμα και την αποθήκη προς την εργολήπτρια εταιρία, τα οποία περιέχονταν σ' αυτή (εργολήπτρια εταιρία) ως εργολαβικό αντάλλαγμα, προκειμένου στη συνέχεια να μεταβιβαστούν αυτά (ποσοστά οικοπέδου) στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα)" και γ) ότι τις παραπάνω δηλώσεις είχε υπογράψει η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, τους οποίους -ισχυρισμούς- είχαν επικαλεστεί νόμιμα αυτοί -αναιρεσείοντες- με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προς θεμελίωση της ένστασής τους από την ΑΚ 281 και είχαν επαναφέρει με την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τους οποίους -ισχυρισμούς- το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν, χωρίς όμως για αυτούς, που αποτελούν πράγματα, που προτάθηκαν να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης να έχει διαταχθεί απόδειξη εις βάρος αυτών (ήδη αναιρεσειόντων-εναγομένων).
Όμως, όπως προκύπτει από την 52/1996 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για τα ζητήματα αυτά διατάχθηκε απόδειξη στα πλαίσια του θέματος απόδειξης για την ένσταση από την ΑΚ 281. Συγκεκριμένα υποχρεώθηκαν τότε οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι να αποδείξουν, ότι "η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει εγκρίνει την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος σ' αυτούς από την εργολήπτρια, για την οποία πώληση έχουν καταβάλει σ' αυτήν (εργολήπτρια) 13.000.000 δραχμές και τους αναγνωρίζει ως πραγματικούς κυρίους, για το λόγο δε αυτό στις 9.12.1991 και 10.12.1991 τους έδωσε εντολή να υποβάλουν και συνυπέγραψε προς τούτο τις δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, τις οποίες υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.
Καλαμάτας και πλήρωσε τον αντίστοιχο φόρο η δεύτερη των εναγομένων στην οποία θα μεταβιβαζόταν το επίδικο διαμέρισμα ...". Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων "των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 129/1998 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. 93/1998 έκθεση του εντεταλμένου Δικαστή (Ειρηνοδίκη Πάμισου), καθώς και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα".
Επομένως, οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η λήψη ή μη του οποίου ιδρύει τον οικείο λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, καθώς και τα θεμελιωτικά της ένστασης αυτής περιστατικά.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένσταση από την ΑΚ 281 χωρίς να λάβει υπόψη θεμελιωτικά της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι ήδη αναιρεσείοντες, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, είχαν επίσης νόμιμα προτείνει, δηλαδή ότι αυτοί είχαν καταβάλει στην εργολήπτρια τίμημα ύψους 13.000.000 δραχμών ..." και ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) τελούσε σε γνώση της καταβολής αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, με το δεδομένο η αναιρεσίβλητη οικοπεδούχος, όπως δέχθηκε το Εφετείο, δεν συναίνεσε στην εγκατάσταση των αναιρεσειόντων στο επίδικο διαμέρισμα, ούτε τους διαβεβαίωσε ότι θα κατάρτιζε με αυτούς το οριστικό συμβόλαιο.
IV. Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα τις παραπάνω δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτου που υποβλήθηκαν στη Δ.Ο.Υ.
Καλαμάτας, τις οποίες, όπως ήδη οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, επικαλέστηκαν, αλλά δεν τις προσκόμισαν οι διάδικοι, ώστε να καταστούν κοινό μέσο απόδειξης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τις επίμαχες δηλώσεις, προς θεμελίωση της προβαλλόμενης απ' αυτούς ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος και αυτοί όφειλαν να τις προσκομίσουν στο Εφετείο, δεν δημιουργείται δε λόγος αναίρεσης κατά νόμο (άρθρο 562 παρ.3) από τις πράξεις των αναιρεσειόντων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μετά ταύτα και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις ίδιες ως άνω δηλώσεις πριν κριθεί η πλαστότητα της πιο πάνω υπογραφής, πρέπει, προεχόντως να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε στο Εφετείο, αλλιώς, ως αβάσιμος, εφόσον η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέγραψε τις εν λόγω δηλώσεις φόρου μεταβίβασης των επίδικων διαμερίσματος και αποθήκης οι οποίες υπογράφτηκαν από το διαχειριστή της εργολήπτριας εταιρείας Γ.
Δ.Β. δεν προήλθε από την εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, των οποίων, όπως προεκτέθηκε, δεν έγινε ούτε επίκληση ούτε προσκομιδή από κανένα διάδικο μέρος, αλλά, κατά ρητή διαβεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, από την εκτίμηση όλων των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων (στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται οι εν λόγω δηλώσεις) και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης Θ.
Β. και Ε. Φ.. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο περί πλαστότητας της υπογραφής της αναιρεσίβλητης στις επίμαχες δηλώσεις ισχυρισμός της ίδιας απορρίφθηκε ρητά από το Εφετείο ως απαράδεκτος.
V. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.
Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Ο έκτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση μεν αναιρετικής πλημμέλειας, απ' τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 279 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 του ν. 2915/29-5-2001, γιατί το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, αν και με πρόσθετο λόγο έφεσης οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι είχαν παραπονεθεί ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραβίαση του πιο πάνω άρθρου 279 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, συζήτησε την υπόθεση και εξέδωσε τη 220/1999 οριστική απόφασή του, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, δεδομένου ότι έλαβε χώρα στις 3.6.1999 ερήμην αυτών χωρίς να λάβει υπόψη και τις έγγραφες προτάσεις τους που είχαν υποβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση (2.11.1995) μετά την οποία εκδόθηκε η 52/1996 αντιμωλία των διαδίκων μη οριστική-προδικαστική απόφασή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Υπό την επίκληση δε αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο και ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι: "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του και συνεκτίμησε κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής και τις κατά την πρώτη συζήτηση προτάσεις των εναγομένων-εκκαλούντων, στις οποίες περιέχεται ο παραδεκτώς προβαλλόμενος ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δια της υπό κρίση αγωγής δικαιώματος, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν", συνακόλουθα δε, δεν μπορούσε η ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής να κηρυχθεί απαράδεκτη.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 παρ.2 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη εκτός των ρητά διαλαμβανόμενων στην τελευταία διάταξη εξαιρέσεων. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση επίσχεσης του επίδικου διαμερίσματος και της αποθήκης του μέχρι καταβολής από μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας των αναφερομένων επωφελών δαπανών, εφόσον, όπως δέχθηκε, πρότεινε αυτήν η δεύτερη από τους ήδη αναιρεσείοντες εναγομένους για πρώτη φορά ενώπιόν του με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, ενώ εξάλλου, όπως επίσης, δέχθηκε, "...
ο συναφής ισχυρισμός της δεν είναι δημοσίας τάξεως, ώστε να λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 269 παρ.1) και ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου αυτού, ώστε να καθίσταται παραδεκτός παρά τη βραδεία προβολή του, αφού η εκκαλούσα δεν επικαλείται αιτία που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του, δεν είναι οψιγενής και δεν αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή με έγγραφο (από το οποίο να παράγεται άμεση απόδειξη) ή με δικαστική ομολογία της ενάγουσας.
Ειδικότερα, η ως άνω εκκαλούσα-αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει, ως έγγραφο αποδεικτικό του προκείμενου ισχυρισμού της περί διενέργειας επωφελών δαπανών ύψους 15.595.700 δραχμών, την, χωρίς ημερομηνία, έκθεση του πολιτικού μηχανικού Καλαμάτας Α. Σ. "περί δαπάνης αποπεράτωσης εργασιών διαμερίσματος".
Από την προδιαληφθείσα όμως έκθεση δεν παράγεται η απαιτούμενη άμεση απόδειξη του προκείμενου αποδεικτέου θέματος, παρά μόνον η - μη αρκούσα για το παραδεκτό της βραδείας προβολής του κρινόμενου μέσου άμυνας- έμμεση απόδειξη (ως ικανή να οδηγήσει μόνο εμμέσως σε δικανική πεποίθηση περί του αποδεικτέου γεγονότος) συνεκτιμώμενη με τις λοιπές αποδείξεις.
Εν πάση όμως περιπτώσει και αν ήθελε κριθεί διαφορετικά, ότι δηλαδή η ένσταση επισχέσεως προτείνεται παραδεκτώς, από την ως άνω έκθεση του πολιτικού μηχανικού δεν προκύπτει ο χρόνος διενέργειας των επωφελών δαπανών για να κριθεί εάν αυτές έγιναν κατά το διάστημα πριν ή μετά από την επίδοση της αγωγής.
Δεν αποδεικνύεται εξ άλλου από πουθενά ότι σώζεται η αύξηση της αξίας του επιδίκου από τις δαπάνες κατά το χρόνο της απόδοσής του. Δεν αποδεικνύεται, τέλος, ούτε η καλή πίστη της εκκαλούσας, την οποία αυτή φανερά στερείται, αφού νέμεται το επίδικο χωρίς τίτλο ...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ως άνω ένσταση απαράδεκτη, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, ως προς την επικουρική του σκέψη περί απόρριψης κατ' ουσίαν του εν λόγω ισχυρισμού, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης περί απόρριψης του ίδιου ισχυρισμού ως απαράδεκτου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.7.2010 αίτηση των 1) Γ. Κ. κ.ά. για αναίρεση της 43/2010 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, καθώς και τους από 2.2.2011 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ