Legislator Case Law & Legislation
1178/2011 AI generated

1178/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1178/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κων Μ. του Α., κάτοικο ..., 2. Κ. συζ. Γ. Β., 3. Φ. θυγ. Γ. Β. και 4. Ε. χα Α. Κ., .... Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 27-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6118/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1178/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Keywords

AI generated
access road wage portage cross-border commuter permit rural migration agricultural direct payments right of necessary way
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1178 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΑΝΔΡΑΣ-ΕΙΔΥΛΛΙΑΣ", ως νομίμου διαδόχου του πρώην Δήμου Βιλίων, (που προήλθε εκ της συνενώσεως των Δήμου Μάνδρας, Βιλίων, Ερυθρών και Κοινότητος Οινόης Αττικής, δυνάμει του ν. 3852/2010), που εδρεύει στην Μάνδρα Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Σ. Λ., 2. Γ. Λ. του Σ., 3. Π. Λ. του Σ. και 4. Κ. Λ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο οι δε 2ος, 3ος και 4ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ:

1. Κων Μ. του Α., κάτοικο ..., 2. Κ. συζ. Γ. Β., 3. Φ. θυγ. Γ. Β. και 4. Ε. χα Α. Κ., ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 27-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6118/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή, όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι και η επίβλεψη του ακινήτου, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων.

Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική όμως ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροκτήματος εκτάσεως 803,55 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας Πόρτο Γερμενού Βιλίων Αττικής, το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με δημοτική οδό πλάτους 7,30 μέτρων, νότια με τσιμεντένια δημοτική κατασκευή με σκαλοπάτια και πέραν αυτής με τον αιγιαλό και τη θάλασσα, ανατολικά με επίσης τσιμεντένια δημοτική κατασκευή και πέραν αυτής με τον αιγιαλό και τη θάλασσα και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.

Μ.. Ότι το αγρόκτημα αυτό απέκτησαν με κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1975 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Σ. Λ., στου οποίου την κληρονομία έχουν αναμειχθεί από την ημέρα του θανάτου του, νεμόμενοι και κατέχοντας έκτοτε το ακίνητο αυτό συνεχώς με τη θέληση να είναι ιδιοκτήτες του, ήτοι με διάνοια κυρίου, ασκώντας αδιάκοπα σ' αυτό όλες τις πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του και έχοντας από κοινού συνεχώς και αδιαλείπτως τη φυσική εξουσία του ακινήτου αυτού με συνεχείς επισκέψεις, επίβλεψή του, παρεμπόδιση τρίτων να ασκήσουν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό, οριοθέτησή του και διαφύλαξη των ορίων του, καθώς και τη διατήρησή του καθαρού, χωρίς αγριόχορτα ή άλλου είδους άγρια βλάστηση, που θα έδινε την εντύπωση εγκατάλειψης, αλλά και τη καταμέτρησή του, τη χαρτογράφησή του και την αποτύπωσή του σε τοπογραφικά διαγράμματα και έτσι λόγω παρόδου εικοσαετίας από την αρχική κτήση της νομής το 1975 έχουν καταστεί αποκλειστικοί κύριοι του αγροκτήματος αυτού, το οποίο είχε περιέλθει στον άνω δικαιοπάροχό τους από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1928 μητέρας του Ε.

χήρας Γ. Λ.. Ότι, μετά την ευνοϊκή γι' αυτούς επίλυση της αντιδικίας τους με τους αναφερόμενους αλιείς, αφού αναγνωρίστηκαν με την 7/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, που ήδη από το τέλος του 2001 κατέστη αμετάκλητη, αποκλειστικοί συγκύριοι του άνω αγροκτήματός τους και κηρύχθηκε αποσβησμένη από το έτος 1992 η αναφερόμενη δουλεία διόδου των αλιέων επί λωρίδας γης του ακινήτου τους κειμένης στο ανατολικό τμήμα του, πλάτους 3 μ.

και μήκους 30 μ., αρχομένης από τη βορείως διερχομένη δημοτική οδό με κατεύθυνση προς νότο, καταλήγουσα στο αναφερόμενο κλιμακοστάσιο του νοτίως κειμένου λιμενίσκου, θέλησαν να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους με περίφραξη, πλην, όμως, τότε εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η βούληση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου προς οικειοποίηση εδαφικής λωρίδας του αγροκτήματός τους, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται περί κοινόχρηστης οδού από 40ετίας.

Ότι, έτσι, ο αναιρεσείων Δήμος άσκησε την από 12-6-2002 αίτησή του λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 29/2002 απόφαση του Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αυτή, και κατόπιν τούτου με την αναφερόμενη 578/2003 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης ο αναιρεσίβλητος Δήμος προέβη σε αποβολή τους από την επίδικη εδαφική λωρίδα πλάτους 4 μ.

και μήκους 30 μ. Ότι η επίδικη λωρίδα ουδέποτε υπήρξε ή έγινε δημοτική οδός και ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό τους νέμονται συνεχώς και αδιαλείπτως και τη λωρίδα αυτή με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το 1980 μέχρι την αποβολή τους το 2003 και έτσι κατέστησαν κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία.

Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι της περιγραφόμενης εδαφικής λωρίδας, πλάτους 4 μ. και μήκους 30 μ., που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου τους, αρχίζει από τη βορείως διερχόμενη δημοτική οδό με κατεύθυνση προς νότο και καταλήγει στο κλιμακοστάσιο του κειμένου στην ίδια θέση λιμενίσκου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) για την κτήση της συγκυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στη διεκδικούμενη εδαφική λωρίδα, δεχόμενο ειδικότερα, ότι επαρκώς προσδιορίζεται κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά της και ότι επαρκώς εκτίθενται οι διακατοχικές πράξεις φυσικής εξουσίασης των αναιρεσιβλήτων επ' αυτής, όπως συνεχείς επισκέψεις, επίβλεψη, παρεμπόδιση τρίτων να ασκήσουν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στο επίδικο, οριοθέτηση και διαφύλαξη των ορίων του, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να μη απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, γι' αυτό και οι συναφείς τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδάφ.

α' και 989 εδάφ. α' ΑΚ, εκείνος που διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του στην άσκηση της νομής του επί του πράγματος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παύση της διατάραξης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον. Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι, για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητος υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως, αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλά αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις.

Ούτε, επίσης, απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με τη βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στην περιουσία του αποβιώσαντος στις 20-11-1975 στα ..., συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών, Σ.

Λ., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν αποκλειστικός νομέας ενός αγροκτήματος συνολικής έκτασης 803,55 τ. μ. στη θέση ... της περιφέρειας Πόρτο Γερμένου του Δήμου Βίλιων Αττικής, τέως Δήμου Ειδυλλίας, όπως εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ.

Γ. και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με δημοτική οδό πλάτους 7,30 μ., νότια με τσιμεντένια δημοτική κατασκευή με σκαλοπάτια και πέραν αυτής με αιγιαλό, ανατολικά με επίσης τσιμεντένια δημοτική κατασκευή και πέραν αυτής με αιγιαλό, δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Μ.. Στο ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται και αποτελεί το ανατολικό τμήμα του η επίδικη εδαφική λωρίδα που αρχίζει από τη βορείως τούτου διερχόμενη δημοτική οδό με κατεύθυνση προς νότο και καταλήγει στο ανωτέρω κλιμακοστάσιο του ευρισκομένου στη συγκεκριμένη θέση ...

της περιφέρειας Πόρτο Γερμενού λιμενίσκου, έχουσα μήκος 30 μ. περίπου και πλάτους 4 μ., οριζόμενη ειδικότερα βορείως με την ως άνω δημοτική οδό, νότια με τσιμεντένια δημοτική κατασκευή με σκαλοπάτια, ανατολικά με επίσης τσιμεντένια δημοτική κατασκευή και δυτικά με την υπόλοιπη έκταση του συγκεκριμένου αγροκτήματος.

Από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους οι ενάγοντες απέκτησαν αυτοδικαίως τη νομή του προπεριγραφομένου αγροκτήματος σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και έκτοτε το εξουσίαζαν συνεχώς σαν δικό τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εικοσιπέντε (25) ετών, ενεργώντας επί τούτου με διάνοια συγκυρίων όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις επίβλεψης, εποπτείας, με συνεχείς επισκέψεις, παρεμπόδισης τρίτων να ασκήσουν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό, οριοθέτησης, διαφύλαξης των ορίων του, καταμέτρησης, χαρτογράφησης και αποτύπωσης σε τοπογραφικά διαγράμματα, καλλιέργειας των ελαιοδένδρων του, συλλογής του ελαιοκάρπου, περιποίησης και καθαρισμού του εδάφους του και γενικώς οτιδήποτε υποδήλωνε τη συνεχή και φανερή παρουσία τους σε αυτό, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν ή αμφισβητηθούν από τρίτους.

Παράλληλα για το συγκεκριμένο ακίνητο υπέβαλαν, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 7020/1984 πιστοποιητικό της Οικονομικής Εφορίας Θηβών, την 115/1976 δήλωση, εκδόθηκε δε με αίτησή τους η 24/5-3-1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βιλίων, παρισταμένου και του τότε Δημάρχου Κ. Μ., κατά την οποία εγκρίθηκε η κατασκευή του αιτούμενου τοιχίου αντιστήριξης του δρόμου που εφάπτεται βορείως στο οικόπεδό τους, ύψους 30 εκατοστών, ενώ ειδικώς για την επίδικη εδαφική λωρίδα, εξακολουθώντας την τακτική του δικαιοπαρόχου τους, επέτρεπαν μέχρι το έτος 1992 στους αλιείς της περιοχής τη διέλευσή τους σε αυτή, προκειμένου να φθάνουν στον ευρισκόμενο νοτίως του ακινήτου τους λιμενίσκο, υπό τη διαρκή όμως παρακολούθηση της μη υπέρβασης από μέρους τους της επιτρεπόμενης χρήσης.

Έτσι, όταν οι εν λόγω ψαράδες το Μάιο του 1980 προέβησαν με μηχανικό μέσο (μπουλντόζα) στη διάστρωση και διαπλάτυνση κατά 1-2 μέτρα περίπου της συγκεκριμένης λωρίδας, η πρώτη ενάγουσα στις 18-19 Ιουλίου του ίδιου έτους προέβη στον αποκλεισμό της με την τοποθέτηση σιδηρών πασσάλων στο βόρειο άκρο αυτής, και συγκεκριμένα στο όριο της συνδέσεώς της με την βορείως κείμενη δημοτική οδό, καθώς και με την ανασκαφή του εδάφους, καθιστώντας ανέφικτη την πρόσβασή τους στον παραπάνω λιμενίσκο.

Εξαιτίας της ενέργειας αυτής, οι διερχόμενοι από την επίδικη εδαφική λωρίδα ψαράδες Σ. Δ. Κ., Σ. Γ. Κ., Α. Π. Κ., Σ. Γ. Δ., Μ. Α. Κ., Ε. Κ. Κ., Χ. Ε. Κ., Α. Γ. Κ. υπέβαλαν κατά της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Σ. Λ. την από 24-7-1980 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με την οποία ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστούν οιονεί νομής και δικαιούχοι χρησιμοποιήσεως της ανωτέρω παρόδου-διόδου πλάτους 4 μέτρων και μήκους 30 μέτρων περίπου, πεζή και δια παντός τροχοφόρου, ελευθέρως και ακωλύτως, να διαταχθεί η άμεση επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάστασή τους από την καθής, άλλως να επιτραπεί τούτο στους ίδιους με δαπάνες της τελευταίας και να απαγορευθεί σε αυτή κάθε μελλοντική πράξη, τείνουσα στην προσβολή των επί της επίδικης παρόδου-διόδου δικαιωμάτων τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στις 28-8-1980, παρενέβησαν προσθέτως υπέρ των αιτούντων οι Ε. Α. Κ., Α. Α. Κ., Δ. Κ. Κ. διατεινόμενοι, ότι είναι ψαράδες χρησιμοποιούντες την επίδικη δίοδο και επί τούτων εκδόθηκε η 89/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας. Σύμφωνα δε με την απόφαση αυτή, αφού πιθανολογήθηκε, μετά από εκτίμηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και την ενεργηθείσα από την Ειρηνοδίκη επίσκεψη του επιδίκου, ότι από τριακονταετίας περίπου υφίσταται στη θέση "..." της περιφέρειας Πόρτο Γερμενού Βιλίων Αττικής φυσικός λιμενίσκος, χρησιμοποιούμενος από τους αιτούντες ψαράδες κατοίκους Πόρτο Γερμενού προς ελλιμενισμό των καϊκιών τους, ότι οι αιτούντες για την πρόσβασή τους στον ανωτέρω λιμενίσκο προς εξυπηρέτηση των αναγκών τους χρησιμοποιούν από το έτος 1956 περίπου, με καλή πίστη και διάνοια δικαιούχων, τη διερχόμενη από το κτήμα της καθής επίδικη δίοδο πλάτους 3 μέτρων, η οποία συνδέει τη βορείως διερχομένη δημοτική οδό μετά του λιμενίσκου, διερχόμενοι άλλοτε μεν πεζή, άλλοτε με έμφορτα ζώα και τελευταίως με τα αυτοκίνητά τους, μεταφέροντας τα επαγγελματικά τους σύνεργα και τα αλιεύματά τους, εν γνώσει και χωρίς οποιαδήποτε εναντίωση ή διαμαρτυρία του αποβιώσαντος το έτος 1975 δικαιοπαρόχου συζύγου της καθής η αίτηση, αλλά ούτε της τελευταίας, η οποία μάλιστα προ δωδεκαετίας προβαίνοντας στην περίφραξη ολοκλήρου του ακινήτου της δεν περιέλαβε σε αυτή την επίδικη εδαφική λωρίδα πλάτους 3 μ.

και ότι συνακόλουθα οι αιτούντες από το έτος 1956 τυγχάνουν ανεπίληπτοι οιονεί νομείς δουλείας διόδου από το κτήμα της καθής πλάτους 3 μ. και μήκους 30 μ., αρχομένης από της βορείως διερχόμενης δημοτικής οδού και καταλήγουσας στο κλιμακοστάσιο του νοτίως κειμένου λιμενίσκου, ενώ ο αποκλεισμός αυτής τον Ιούλιο του 1980 από την καθής η αίτηση είχε ως συνέπεια τη μη εξυπηρέτηση των επαγγελματικών αναγκών των αιτούντων, προσβαλλομένων παρανόμως και χωρίς τη βούλησή τους στην άσκηση της οιονεί αυτής νομής τους, και έτσι, κατά μερική παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης υπέρ των αιτούντων παρέμβασης, αναγνωρίστηκαν προσωρινώς οι αιτούντες οιονεί νομείς δουλείας διόδου επί εδαφικής λωρίδας κειμένης στο ανατολικό τμήμα του κτήματος της καθής η αίτηση (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), πλάτους 3 μέτρων και μήκους 30 μέτρων, αρχομένης από τη βορείως διερχόμενη δημοτική οδό με κατεύθυνση προς νότο και καταλήγουσα στο κλιμακοστάσιο του ευρισκομένου στη θέση "..." της περιφέρειας Πόρτο-Γερμενού Βίλιων λιμενίσκου, υποχρεωθείσας παράλληλα της καθής η αίτηση όπως, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίησή της άρει τους τοποθετηθέντες από την ίδια στο έδαφος της επίδικης διόδου σιδηροπασσάλους και επιχώσει τους διανοιγέντες σε αυτή λάκκους, παρερχομένης δε άπρακτης της προθεσμίας, να πράξουν τούτο οι αιτούντες με δαπάνες της καθής η αίτηση και απαγορεύθηκε στην τελευταία κάθε μελλοντική διατάραξη της οιονεί νομής των αιτούντων στην επίδικη δίοδο, απειλουμένων σε βάρος της των οριζομένων ποινών.

Μετά την ανωτέρω απόφαση, επί της από 5-11-1980 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων έναντι των προαναφερόμενων ως αιτούντων οκτώ ψαράδων και του Σ. Μ., εκδόθηκε η 21/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με την οποία, αφού πιθανολογήθηκε ότι στις 27-10-1980, τελευταία ημέρα της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της 89/1980 απόφασής του στις 17-10-1980, οι καθών, εκτελώντες την τελευταία απόφαση, αφαίρεσαν όχι μόνο τους υφισταμένους σιδηροπασσάλους επί του εδάφους της διόδου, ήτοι επί της λωρίδας των 3 μ., αλλά τους υπάρχοντες σε όλη τη βόρεια πλευρά του αγρού, καλύπτοντας με στρώμα άμμου λωρίδα εδάφους πλάτους μεγαλύτερου των 5 μ.

και μήκους άνω των 30 μ., παρά το γεγονός ότι η δουλεία διόδου εκτεινόταν επί εδαφικής λωρίδας πλάτους 3 μ. και μήκους 30 μ. και ότι με τις πράξεις αυτές των καθών, με τις οποίες παραδόθηκε στην κυκλοφορία τροχοφόρων και πεζών έκταση του αγρού των αιτούντων μεγαλύτερη εκείνης, που καταλαμβάνει η αναγνωρισθείσα με την εκτελούμενη απόφαση δίοδος, διαταράχθηκαν οι αιτούντες παρανόμως στη βεβαιωθείσα ανεπίληπτη νομή και κατοχή του επίδικου αγρού τους, αναγνωρίστηκαν αυτοί, κατά παραδοχή της κρινόμενης αίτησής τους, προσωρινώς νομείς και κάτοχοι του κείμενου στη θέση "..." Γερμενού της κτηματικής περιφερείας Βιλίων αγρού, συνορευομένου βορείως με αγροτική οδό, νοτίως και ανατολικώς με θάλασσα και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.

Μ., πλην εδαφικής λωρίδας κειμένης στο ανατολικό τμήμα τούτου, διαστάσεων πλάτους 3 μ. και μήκους 30 μ., την οποία καταλαμβάνει η δίοδος επί της οποίας οι καθών έχουν προσωπική δουλεία διόδου, υποχρεώθηκαν οι καθών εντός προθεσμίας 20 ημερών από την επίδοσή της να επανατοποθετήσουν τους αφαιρεθέντες σιδηροπασσάλους στο εκτός της διόδου τμήμα του αγρού των αιτούντων (κατά τη βόρεια πλευρά του) και να αφαιρέσουν την επιστρωθείσα άμμο πέραν της εκτάσεως που καταλαμβάνει η δίοδος, ήτοι πέραν της εδαφικής λωρίδας των 3 μ.

πλάτους και 30 μ. μήκους, άλλως παρερχομένης άπρακτης της προθεσμίας να πράξουν τούτο οι αιτούντες με δαπάνες των καθών, στους οποίους παράλληλα απαγορεύθηκε κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής των αιτούντων στον επίδικο αγρό τους με την απειλή των" οριζομένων ποινών. Μετά την έκδοση των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων, η χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας στο ανατολικό τμήμα του αγροκτήματος των εναγόντων για τον προαναφερόμενο σκοπό εξυπηρέτησης των επαγγελματικών αναγκών των ψαράδων της περιοχής, προκειμένου να φθάνουν στο κλιμακοστάσιο του νοτίως αυτής ευρισκόμενου λιμενίσκου, γινόταν μέχρι το έτος 1992, οπότε η διερχόμενη από τη βόρεια πλευρά του εν λόγω ακινήτου τους δημοτική οδός επεκτάθηκε προς την παραλία, φθάνοντας έως το συγκεκριμένο λιμενίσκο.

Έκτοτε η οδός αυτή, καλύπτοντας πλήρως τις επαγγελματικές ανάγκες των ψαράδων της περιοχής, χρησιμοποιείται πλέον αποκλειστικώς από τους τελευταίους, καθώς και όλους τους ενδιαφερομένους να μεταβαίνουν στη νοτίως του κτήματος των εναγόντων παραλία και λιμενίσκο, με αποτέλεσμα να παύσει πλέον οριστικά η πραγματοποίηση οποιασδήποτε χρήσης στη διερχόμενη από το ανατολικό τμήμα του ακινήτου τους δίοδο, η οποία άλλωστε λόγω της φύσης της αλλά και της υψομετρικής διαφοράς των 5 μ.

περίπου, που έχει σε σχέση με τη θάλασσα, περιορισμένη μόνο χρησιμότητα παρείχε στους δικαιούχους της. Μετά την εξέλιξη αυτή οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, σε βάρος των αναγνωρισθέντων προσωρινώς δυνάμει της 89/1980 απόφασης οιονεί νομέων δουλείας διόδου, την από 25-1-2000 αγωγή τους, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι από το έτος 1992, που επεκτάθηκε η βορείως του ακινήτου τους δημοτική οδός μέχρι το λιμενίσκο "..." και καλύπτει τις ανάγκες των εναγομένων για την πρόσβασή τους σε αυτό, οι τελευταίοι έπαυσαν έκτοτε να χρησιμοποιούν την επί του ακινήτου τους δίοδο, η οποία δεν παρέχει σε αυτούς πλέον οποιαδήποτε ωφέλεια ή χρησιμότητα, όπως βεβαιώνεται σε σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις του τρίτου, τετάρτου και πέμπτου τούτων και ότι άλλως η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της επίδικης διόδου μετά τη διάνοιξη της νέας δημοτικής οδού, συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των εναγομένων, ως υπερβαίνουσα τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια άσκησής τους, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του περιγραφομένου ακινήτου τους, να αναγνωριστεί και κηρυχθεί ως αποσβησμένο το δικαίωμα δουλείας διόδου των εναγομένων από το ακίνητό τους και να παύσει κάθε μελλοντική άσκηση δουλείας διόδου των εναγομένων σε αυτό.

Γενομένης δε δεκτής της αγωγής τους με την 7/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, αναγνωρίστηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροκτήματος εκτάσεως 803,55 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "... " της περιφέρειας Πόρτο-Γερμενό Βιλίων Αττικής, συνορευομένου βόρεια με δημοτική οδό, νότια με τσιμεντένια δημοτική κατασκευή με σκαλοπάτια και πέραν αυτής με αιγιαλό, ανατολικά με επίσης τσιμεντένια δημοτική κατασκευή και πέραν αυτής με αιγιαλό και δυτικά με ιδιοκτησία Σ.

Μ., αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε αποσβησμένο το δικαίωμα δουλείας διόδου των εναγομένων στο παραπάνω ακίνητο των εναγόντων από το έτος 1992 σε μία δίοδο πλάτους 3 μέτρων και μήκους 30 μ., που διέρχεται δια μέσου του ανατολικού τμήματος του ως άνω ακινήτου των εναγόντων και αρχίζει από την προς βορρά τούτου δημοτική οδό, καταλήγει δε στο κλιμακοστάσιο του λιμενίσκου "..." του Πόρτο Γερμένο, που βρίσκεται νότια του ακινήτου τούτου.

Οι ενάγοντες επέδωσαν την ανωτέρω απόφαση στους τότε αντιδίκους τους στις 8-4-2002, αλλά και στο Δήμο Βιλίων, σύμφωνα με την 6489/8-4-2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., παραληφθείσα από το Δήμαρχο Κ. Μ., ως νόμιμο εκπρόσωπό του, ενώ προς διαφύλαξη των αναγνωρισθέντων με αυτή δικαιωμάτων τους, στις 11-6-2002 απομάκρυναν την υφιστάμενη επί της διόδου του ακινήτου τους επίστρωση, που είχαν κατασκευάσει το έτος 1980 οι ψαράδες της περιοχής για την εξυπηρέτηση της δικαιούμενης από αυτούς χρήσης της.

Τότε εναντιώθηκε για πρώτη φορά ο Δήμος Βιλίων, ο οποίος, αφού κατήγγειλε τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους (οι οποίοι όμως αθωώθηκαν στη συνέχεια για τις αποδιδόμενες πράξεις), αποκατέστησε την επόμενη ημέρα (12-6-2002) τον τάπητα της επίδικης διόδου, υποστηρίζοντας μαζί με τους λοιπούς τότε εναγομένους, ότι πρόκειται περί κοινόχρηστης δημοτικής οδού και ζήτησε με την από 12-6-2002 αίτησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος των ήδη εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 22 παρ. 1 α.ν. 1539/1938 διαδικασία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Βιλίων, υπέρ του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση ο πέμπτος των εναγομένων Γ. Β., η επίδικη εδαφική λωρίδα πλάτους 4 μ., αποτελεί δημοτική οδό, υφιστάμενη από το έτος 1930 περίπου, είναι επί 40ετία και πλέον πλήρως διαμορφωμένη, επιστρώθηκε προ 20ετίας από τον ίδιο με σκυρόδεμα και χρησιμοποιείται αδιακρίτως και ανεμποδίστως από τους κατοίκους και δημότες του, τους παραθεριστές και επισκέπτες της περιοχής, συντρέχουν δε οι νόμιμες προϋποθέσεις προστασίας του δημοτικού δρόμου για την απρόσκοπτη χρήση του ως κοινής χρήσεως χώρου, που εμποδίζεται από τις επικαλούμενες διαταρακτικές πράξεις των αντιδίκων του, με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, λόγω της απειλούμενης σοβαρής διενέξεως και της ανάγκης άμεσης χρησιμοποίησής του, ιδίως λόγω του θέρους και της αθρόας προσελεύσεως παραθεριστών και λουομένων.

Επί της ανωτέρω αίτησης και πρόσθετης υπέρ του αιτούντος Δήμου παρέμβασης εκδόθηκε η 29/2002 απόφαση της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία διατάχτηκε, πλην άλλων, η αποβολή των καθών από την επίδικη έκταση "δηλαδή από δημοτική οδό που βρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας τους στη θέση "..." στο Πόρτο Γερμενό Βιλίων Αττικής" και η εγκατάσταση του αιτούντος Δήμου σε αυτή, η εκτέλεση δε της απόφασης έγινε δυνάμει της 578/17-7-2003 έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., κατά την οποία εγκατέστησε στην παραπάνω έκταση τον αιτούντα Δήμο Βιλίων, για να νέμεται και κατέχει αυτή, όπως βούλεται, αποβάλλοντας ταυτόχρονα τους καθών η εκτέλεση ενάγοντες-εναγομένους.

Ωστόσο από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Δήμου Βιλίων, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί κοινόχρηστη δημοτική οδό κατά το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και, συγκεκριμένα, ότι αυτή επί ογδόντα συνεχή έτη πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στις 23-2-1946, βρισκόταν πράγματι, σύμφωνα με τον προορισμό της, στην κοινή χρήση των δημοτών του Δήμου Βιλίων προς εξυπηρέτηση των αναγκών τους.

Η περιορισμένη χρησιμοποίηση της επίδικης εδαφικής λωρίδας, από τους ψαράδες της περιοχής, ως προσωρινούς δικαιούχους οιονεί νομείς δουλείας διόδου, η οποία άλλωστε δεν είναι δυνατή επί κοινοχρήστου πράγματος, καθώς και μόνη η δυνατότητα, που είχαν οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων να διέρχονται από αυτή, στα πλαίσια της καλής γειτονίας, με την ανοχή των αναιρεσειόντων ή του δικαιοπαρόχου τους, δεν αρκούν για να καταστήσουν την επίδικη εδαφική λωρίδα κοινόχρηστη δημοτική οδό, υπό την έννοια του νόμου, δηλαδή δίοδο που να χρησιμοποιείται από αόριστο αριθμό προσώπων προς εξυπηρέτηση των κάθε φύσεως αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Βίλιων.

Επίσης, με δεδομένο το αποδεικνυόμενο γεγονός, ότι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι την αποβολή τους, αλλά και προηγουμένως ο δικαιοπάροχός τους μέχρι του θανάτου του, ευρισκόμενοι συνεχώς στη νομή και κατοχή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ουδέποτε διέθεσαν αυτή με τη βούλησή τους στην κοινή χρήση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η εν λόγω έκταση προβλέπεται ως οδός στην εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη του οικισμού "..." Δήμου Βιλίων, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην προκείμενη υπόθεση, αφού μόνη η εμφάνιση ακινήτου σε ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως ως οδού, χωρίς να ολοκληρωθεί και συντελεστεί η απαλλοτρίωσή του, δεν προσδίδει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.

Αντίθετα, με δεδομένα τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, νεμόμενοι με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία τουλάχιστον την επίδικη εδαφική λωρίδα, πλάτους 4 μ. και μήκους 30 μ. περίπου, στο ανατολικό τμήμα του προπεριγραφέντος ακινήτου τους, έχουν καταστεί αποκλειστικοί συγκύριοι αυτής κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι τουλάχιστον από το έτος 1980 και μέχρι την αποβολή τους από τον αναιρεσείοντα Δήμο στις 17-7-2003, ευρισκόμενοι συνεχώς στη νομή και κατοχή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ουδέποτε διέθεσαν αυτή με τη βούλησή τους στη κοινή χρήση και ότι κατέστησαν συγκύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία.

Κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει τις ένδικες αντίθετες αγωγές, για τους σ' αυτή ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή περί διαταράξεως της νομής και περί αναγνωρίσεως της νομής της επίδικης λωρίδας του αναιρεσείοντος Δήμου και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους της επίδικης εδαφικής λωρίδας, διατάσσοντας τον αναιρεσείοντα Δήμο να αποδώσει σ' αυτούς την εδαφική αυτή λωρίδα του ακινήτου τους.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 55 Εισαγ. Ν.Α.Κ., 968, 1045, 974, 984 και 987 ΑΚ, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας από τους αναιρεσιβλήτους της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία, αφού ουδέποτε ο δικαιοπάροχός τους πατέρας τους, αλλά ούτε και οι ίδιοι ουδέποτε διέθεσαν τη λωρίδα αυτή με τη βούλησή τους στη κοινή χρήση.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και τέταρτος, και τελευταίος εξεταζόμενος, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2009 αίτηση του Δήμου Βιλίων για αναίρεση της 6118/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ