Legislator Case Law & Legislation
1178/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to lack of admissible grounds for review.

Case Number 1178/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision setting expropriation compensation rates. The State argued the lower court erred in accepting an intervention by a third party, Ψ1, who claimed ownership of a bridge slab not listed in the cadastral map. The court found that Ψ1's intervention was admissible under the law, regardless of the lower court's mischaracterization of it as a counterclaim, and that no other grounds for review existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against specific parties who were litigants in the original trial and were opponents of the appellant, unless mandatory joint litigation exists; a mischaracterization of an intervention as a counterclaim does not render the intervention inadmissible if the substantive requirements for intervention were met.

Keywords

AI generated
expropriation compensation cadastral map intervention admissibility counterclaim characterization appeal grounds review bridge slab ownership mandatory joint litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 2802/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1178 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1178/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Αττικής κατοικοεδρεύοντες στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ2", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 24/10/2006 ανταίτηση του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1446/2007 μη οριστική και 3428/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/5/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 7/5/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19/5/2009 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμό ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων.

Κατά την έννοια του άρθρου 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά κανόνα εναντίων εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων αυτού, κατά των οποίων ο αναιρεσείων έχει συμφέρον και θέλει την αναίρεση της αποφάσεως και όχι εναντίων όλων, εκτός αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία. Εξάλλου, ο παρεμβαίνων, ως ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν.2802/2001 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως" γίνεται κύριος διάδικος στη σχετική δίκη και δεν δημιουργείται μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων σχέση, απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 24-10-2006 ανταίτησης παρέμβασης, που άσκησε με τις προτάσεις του ο πρώτος αναιρεσίβλητος για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης αποκλειστικά συστατικού ακινήτου, για το οποίο (ακίνητο) το ίδιο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 7-4-2006 αίτησή του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τη δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "Αδελφοί Ψ2", ενώ το ίδιο δικόγραφο της αίτησης του, Ελληνικού Δημοσίου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας δεν εστράφη, κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1 με οποιαδήποτε ιδιότητα, ούτε με εκείνη του πραγματικού ιδιοκτήτη του ένδικου ακινήτου. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η κρινόμενη αναίρεση δεν απευθύνεται παραδεκτά κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας, που δεν συμμετείχε στη συζήτηση της ένδικης από 24-10-2006 ανταίτησης-παρέμβασης του πρώτου αναιρεσίβλητου, ούτε ήταν διάδικος στο δικογραφό της, και για την παραδοχή του οποίου ασκείται η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κρίνεται απαράδεκτη ύστερα απ' αυτεπάγγελτη έρευνα, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Εταιρείας.

Κατά το άρθρο 20 παρ.1 του Ν.2882/2001 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού, κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου 2882/2001 που κατά τη διάταξη της παραγρ.6 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου 2882/2001 εφαρμόζεται αναλόγως και στη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, κάθε ενδιαφερόμενος (κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ.1 του αυτού ως άνω νόμου που δεν κλητεύτηκε νόμιμα ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης) έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη και να γίνει διάδικος, χωρίς καμία προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωση του ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ.

κατά τη συζήτηση της αίτησης, η οποία να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του, ή προκειμένου περί νομικού προσώπου την επωνυμία και την έδρα του. Κατά την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία ως ειδική, υπερισχύει των κοινών διατάξεων περί παρέμβασης του ΚΠολΔ (άρθ. 79 επ. ΚΠολΔ), τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις για να έχει κάποιος το δικαίωμα να παρέμβει , σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, ήτοι:

α) να είναι "ενδιαφερόμενος" και β) να μην έχει κλητευθεί νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης. Η έννοια του ενδιαφερομένου στην διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προσδιορίζεται επακριβώς με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου 2882/2001, το οποίο ορίζει, ότι, διάδικοι στη δίκη προσδιορισμού αποζημίωσης δύνανται να είναι:

α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημίωσης, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριουμένου.

Συνεπώς, όποιος συγκεντρώνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις μπορεί να καταστεί διάδικος τόσο στη δίκη του προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης (αρθ.19 παρ.1 του ν.2882/2001) όσο και στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού (άρθ.20 αυτού) και μάλιστα χωρίς καμία προδικασία, ήτοι σύνταξη και κατάθεση δικογράφου, κοινοποίηση αυτού, χαρακτηρισμό του δικογράφου, δηλονότι αν πρόκειται για αίτηση, παρέμβαση κτλ., παρά μόνο με δήλωση του, καταχωριζόμενη στα πρακτικά του δικαστηρίου και περιέχουσα τα προαναφερόμενα στοιχεία (βλ.

άρθ. 19 παρ.5 και 20 παρ.6) Με την φράση "δικαιούται να παρέμβη" του άρθρου 19 παρ.5 του Ν.2882/2001 δεν χρησιμοποιείται ο όρος "παρέμβαση" με την αυστηρή δικονομική έννοια των κοινών διατάξεων των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ, αλλά υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να καταστεί διάδικος στη διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, γι'αυτό και οι ως άνω διατάξεις ορίζουν όχι μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στις εν λόγω δίκες, αλλά και τον τρόπον συμμετοχής σ' αυτές, ήτοι τη "δήλωση" του ενδιαφερομένου ενώπιον του δικαστηρίου, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, χωρίς να αποκλείεται και η χρήση δικογράφου, ο χαρακτηρισμός του οποίου, ως αίτησης, παρέμβάσης ή δήλωσης, δεν μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις άσκησης.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η ευχερέστερη παρουσία των ενδιαφερομένων στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης, χωρίς τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 79 επ.ΚΠολΔ για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, στις οποίες, καίτοι μεταγενέστερος νόμος δεν παρέπεμψε στον ΚΠολΔ.

Συνεπώς για το παραδεκτό και νόμιμο της άσκησης της εν λόγω δήλωσης στις δίκες προσδιορισμού αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων κατά τον ΚΠολΔ (άρθ. 79 § 1), ήτοι ο παρεμβαίνων να αντιποιείται ολόκληρο ή μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, ούτε να ασκείται με χωριστό δικόγραφο. (Α.Π.478/2001 επί των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ν.δ.797/1971). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής:

Με την υπ' αριθμόν 1021198/1573/0010/17-3-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (ΦΕΚ 327/τεύχος Δ72005) κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της οδού ... (ΝΑΤΟ) στο τμήμα από ... (διασταύρωση προς διυλιστήρια) έως ... (Νοσοκομείο ....), από χ. θ. 0 + 000 έως χ. θ. 12 + 162, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 202.000,30 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ... του Νομού ....

Στις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες συγκαταλέγεται η υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα 88 ιδιοκτησία, της οποίας εικαζόμενος ιδιοκτήτης αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα η( δεύτερη )των αναιρεσιβλήτων ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 δεν αναφέρεται στα στοιχεία της απαλλοτρίωσης ως πραγματικός ιδιοκτήτης.

Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-6-2005 αίτηση του, με αριθμό πράξης κατάθεσης 92092/1133/ 16-6-2005 κατά των εικαζομένων δικαιούχων και υπόχρεων της αποζημίωσης, με την οποία ζητούσε να καθορισθεί αφενός μεν η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων στο ποσό των 16,60 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο αφετέρου δε των επικειμένων, σε διάφορες τιμές ανάλογα με το είδος και την ποιότητα του καθενός, όπως αυτά περιγράφονται στον ανωτέρω κτηματολογικό πίνακα.

Επί της εν λόγω αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων εκδόθηκε η 1861/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Απαλλοτριώσεων), με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο καθόρισε, με κρίσιμο χρόνο την 16-9-2005, την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των μεν απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων σε διακόσια (200) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο των δε επικειμένων σε τιμές μονάδος αποζημιώσεως ίσες και μεγαλύτερες από αυτές που είχε ζητήσει το Ελληνικό Δημόσιο με την αίτηση του. Στην δίκη αυτή δεν περιλαμβάνονταν στον κτηματολογικό πίνακα για την ιδιοκτησία 88 γεφυροπλάστιγγα και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε αίτημα για τον ορισμό προσωρινής τιμής μονάδος και συνεπώς το Δικαστήριο δεν όρισε για αυτή (γεφυροπλάστιγγα) τιμή μονάδος.

Εν συνεχεία το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 7-4-2006 και με αριθμό ΒΑΒ 488/10-4-2006 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης αφενός μεν των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων στο ποσό των 16,60 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αφετέρου δε των επικειμένων σε διάφορες τιμές αναλόγως με το είδος και την ποιότητα εκάστου, όπως αυτά περιγράφονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα και έχουν εκτιμηθεί με την από 26-5-2005 τεχνική έκθεση εκτιμήσεως επικειμένων του Διευθυντή της Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ 12) του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ, καθώς και με την από 7-4-2006 συμπληρωματική τεχνική έκθεση εκτίμησης επικειμένων του ίδιου ως άνω Διευθυντή. Στους ανωτέρω κτηματολογικούς πίνακες δεν υπάρχει γεφυροπλάστιγγα στην ιδιοκτησία 88 και ως εκ τούτου δεν υπήρχε αίτημα από πλευράς κυρίας αίτησης του Δημοσίου για ορισμό τιμής μονάδος.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 στα πλαίσια της ανωτέρω ανοιγείσας ενώπιον του Εφετείου δίκης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος, άσκησε με τις προτάσεις του την από 24/10/2006 ανταίτηση - παρέμβαση με την οποία ισχυριζόμενος ότι είναι πραγματικός κύριος της υπ'αριθ. κτηματολογικού πίνακα 88 ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης της ίδιας γεφυροπλάστιγγας, ως συστατικού μη περιληφθέντος στον οικείο κτηματολογικό πίνακα της υπ'αριθ. 88 ιδιοκτησίας του.

Δυνάμει της υπ'άριθ 1446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το αν υφίσταται γεφυροπλάστιγγα στην αλλοτριωθείσα ιδιοκτησία, αν μεταφέρεται και ποια η αξία της. Στη συνέχεια μετά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'άριθ 3428/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για την γεφυροπλάστιγγα 21.000 ευρώ.

Με τα πιο πάνω δεδομένα, και όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης παραγράφου, με τις από 24-10-2006 προτάσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1 ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση παρέμβαση εκ μέρους του για τον καθορισμό οριστικής μονάδος για την ένδικη γεφυροπλάστιγγα, και για το παραδεκτό της ασκησής της αρκούσε η κατάθεση των πιο πάνω προτάσεων, και δεν ήταν αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το περιεχόμενο και αίτημα της ίδιας παρεμβάσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου χαρακτηρίστηκε από την προσβαλλόμενη ως ανταίτηση και όχι ως παρέμβαση.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του και την προεκδοθείσα υπ'αριθ.1446/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του για την διενέργεια πραγμ/νης, έκρινε παραδεκτή την ένδικη παρέμβαση του πρώτου αναιρεσίβλητου, έστω και με τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της ανταίτησης, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ μοναδικός αντίθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη πλημμέλεια κρίνεται αβάσιμος εφ' όσον δε δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναίρεσης.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3428/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ