Legislator Case Law & Legislation
1178/2009 AI generated

Supreme Court remands appeal on damages for moral injury due to bank's improper demand note issuance.

Case Number 1178/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remitted the second ground of appeal to the plenary session regarding the interpretation of moral damage and reasonable compensation. The plaintiff argued that the bank's agents illegally issued demand notes despite the debt being fully paid, causing professional humiliation and moral harm. The court found the lower court's assessment of damages reasonable but noted the need for further examination of the legal concepts involved.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 19, 563(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may refer a ground of appeal to the plenary session if it involves a general legal issue of interest, even when the lower court's factual findings on damages are deemed reasonable.

Keywords

AI generated
moral damage compensation reasonable compensation assessment plenary session referral improper demand note issuance professional reputation harm Code of Civil Procedure legal interpretation error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1178 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' κατ' αρθρο 242 παρ 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4364/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7373/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του ως και του από 11 Ιουνίου 2007 πρόσθετου επ' αυτής λόγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 116/31.1.2006 αίτηση αναιρέσεως και τον ιδιαίτερο, 163/11.6.2007 δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο προσβάλλεται η 7373/31.8.2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 112894/7076/3-9-2002 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος την ιστορούμενη σε βάρος του άδικη και υπαίτια πράξη των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος υπαλλήλων της, εδίωκε την καταψήφιση της τελευταίας προς πληρωμή του ποσού των 180.000,00 ευρώ, ως χρηματικής του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της από την αιτία αυτή ηθικής του βλάβης, αίτημα το οποίο στη συνέχεια περιόρισε σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 120.000,00 ευρώ.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 4364/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.000,00 ευρώ. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν η εναγομένη με την 8845/26-10-2004 έφεση και ο ενάγων με την 343/23-2-2005 αντέφεση παραπονούμενος δι' αυτής κατά του κεφαλαίου του προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής του ικανοποιήσεως, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 7373/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αντέφεση. Αντίθετα, κατ' αποδοχή και από ουσιαστική άποψη της εφέσεως και ειδικότερα του δεύτερου κατά σειρά λόγου αυτής, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη δι' αυτής πρωτοβάθμια απόφαση και στην συνέχεια, κατ μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωση την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.000,00 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - αντεκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια.

Ι. Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότήτες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ο αναιρεσείων επικαλείται το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην κατά την έννοια της διατάξεως αυτής πλημμέλεια, παραλείποντας να απορρίψει ως αόριστον τον δεύτερο λόγο εφέσεως, κατ' αποδοχή του οποίου έγινε δεκτή η έφεση.

Για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων όφειλε να αναφέρει στον αναιρετήριο τον χρόνο και τον τρόπο προτάσεως στο δικαστήριο της ουσίας του σχετικού περί αοριστίας ισχυρισμούς του, δικονομική του υποχρέωση, στην οποία δεν ανταποκρίνεται, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται προεχόντως ως αόριστος σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, δοθέντος ότι από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπιση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει με τον δεύτερο λόγο αυτής με τρόπο ορισμένο εναντιώθηκε το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αναφορικά με τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως στην απόδοση πλημμέλειας στην αξιολόγηση των προσδιοριστικών αυτής πραγματικών περιστατικών.

ΙΙ. Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν, (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ ΑΠ 6/2009).

Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 25§1 του Συντάγματος και της καθορισμένης δι' αυτούς αρχής και αναλογικότητας αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, αρνητικώς αξιολογείται ομοίως, ως αβάσιμος.

Τέλος, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Το ζήτημα τούτο είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού, όπως γινόταν δεκτό από την παλιότερη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου και υποστηρίζεται εντόνως στη θεωρία, η "ηθική βλάβη" και η "εύλογη χρηματική ικανοποίηση", αποτελούν αόριστες νομικές έννοες, η εξειδίκευση και η εφαρμογή των οποίων υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο δυνάμει των ανωτέρω λόγων.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως "Δυνάμει της μ' αριθμό .../31-8-1999 σύμβασης πίστωσης δανείου για προσωπικές ανάγκες, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης, ως δανείστριας, και του ενάγοντος, ως δανειολήπτη και οφειλέτη, χορηγήθηκε στον τελευταίο δάνεια ποσού 1.000.000 δραχμών, με τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη σύμβαση αυτή, την οποία υπέγραψε ως εγγυήτρια και η αδελφή του ... .

Μαζί με την παραπάνω σύμβάση υπέγραψαν οι διάδικοι και τη σχετική τοκοχρεολυτική ανάλυση εξόφλησης του δανείου, με την οποία προσδιορίζεται με ακρίβεια τόσο το ποσά της κάθε τοκοχρεολυτικής δόσης, όσο και η ημερομηνία καταβολής. Σύμφωνα δε με το έγγραφο αυτό, η πρώτη τοκοχρεολυτική δόση ήταν καταβλητέα την 30-9-1999 και η τελευταία την 31-8-2001.

Ο εναγών ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των συμβατών του υποχρεώσεων μέχρι το Μάιο του έτους 2000, ενώ έκτοτε έπαυσε να πλήρωνε, τις επόμενες δόσεις του ως άνω δανείου, Το γεγονός αυτό ανάγκασε την εναγομένη να τον ειδοποιήσει τηλεφωνικά για την πληρωμή των οφειλομένων δόσεων και επειδή αυτός δεν ανταποκρίθηκε στην τηλεφωνική πρόσκληση της εναγομένης, η τελευταία του κοινοποίησε την από 26-10-2000 επιστολή, με την οποία του ζητούσε να προβεί στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων τοκοχρεολυτικών δόσεων των μηνών Ιουνίου - Σεπτεμβρίου 2000, πλέον τόκων υπερημερίας.

Ακολούθως, λόγω της άρνησης του ενάγοντος να πληρώσει έστω και μία από τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου που έλαβε από την εναγομένη, η τελευταία του κοινοποίησε και δεύτερη επιστολή, μ' αριθμό πρωτοκόλλου .../6-12-2000, με την οποία του ζητούσε να πληρώσει τις έως τότε ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου. Η παραπάνω αντισυμβατική συμπεριφορά ταυ ενάγοντος οδήγησε την εναγομένη στην σύνταξη και επίδοση σ' αυτόν την 20-2-2002 της από 5-2-21102 επιταγής προς πληρωμή, η οποία υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπό της ..., υποδιευθυντή του επί της οδού ..., καταστήματός της, και με την οποία επιτάσσεται ο ενάγων να της καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους, έξοδα σύνταξης της επιταγής και έξοδα επίδοσής της, το συνολικό ποσό των 1.431,45 ευρώ.

Μετά την επίδοση της πιο πάνω επιταγής προς πληρωμή και συγκεκριμένα στις 28-3-2002 η σύζυγος του ενάγοντος ..., ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του, προέβη στην πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης της εναγομένης από την επίδικη σύμβαση δανείου, καταβάλλοντος προς τούτο το συνολικό ποσό των 1.769,09 ευρώ.

Παρά την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής του ενάγοντος από την ως άνω δανειακή σύμβαση, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης την 11-7-2002 επιδίδουν και πάλι σ' αυτόν την από 5-2-2002 επιταγή προς πληρωμή και τον επιτάσσουν να καταβάλει το ως άνω ποσό των 1.431,45 ευρώ. Την ίδια επιταγή προς πληρωμή επέδωσε η εναγομένη την 3-9-2002 και στην αδελφή του ενάγοντος ..., η οποία είχε εγγυηθεί εγγράφως την καταβολή της οφειλής του ενάγοντος προς την εναγομένη.

Η ως άνω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ιδιαίτερα δε του υποδιευθυντή του καταστήματος της οδού ..., ενόψει της ανυπαρξίας οφειλής από μέρους του ενάγοντος κατά την 11-7-2002 και 3-9-2002, ήταν παράνομη. Με την συμπεριφορά του αυτή προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών, και μάλιστα την τιμή και την υπόλήψη αυτού, καθόσον εμφανίζεται ως αφερέγγυος, ανίκανος να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Η προσβολή αυτή είναι και υπαίτια, καθόσον τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, τα οποία ενεργούσαν εντός του κύκλου των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί απ' αυτή, από βαριά αμέλεια παρέλειψαν να ενημερωθούν από το οργανωμένο λογιστικό - μηχανογραφικό σύστημα που αυτή διαθέτει για το αν ο ενάγων οφειλέτης, κατά τα παραπάνω κρίσιμα χρονικά διαστήματα, εξακολουθούσε να οφείλει στην εναγομένη το ποσό της επιταγής ή οποιοδήποτε ποσό από το καταναλωτικό δάνειο που έλαβε απ' αυτή την 31-8-1999.

Αν τα ως άνω όργανα της εναγομένης επεδείκνυαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, αμέσως θα διαπίστωναν από το ηλεκτρονικό σύστημα αυτής, ότι ο ενάγων ήδη από την, 28-3-2002 είχε εξοφλήσει πλήρως κάθε αξίωση της εναγομένης από το εν λόγω δάνειο, οπότε θα απέφευγαν την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή στον ενάγοντα και στην εγγυήτρια αδελφή του.

Υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των οργάνων της εναγομένης, την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, το χρόνο και τον τρόπο της προσβολής, το επάγγελμα του ενάγοντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το ύψος του ποσού που εκαλείτο να καταβάλει ο ενάγων, κρίνει ότι η εναγομένη πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ".

Βάσει των ανωτέρω προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αιτίαση, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρεβίασε τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 932 ΑΚ, δι' εσφαλμένης ειδικεύσεως των αορίστων νομικών εννοιών ηθική βλάβη και εύλογη χρηματική ικανοποίηση και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως με την επιδίκαση της ανωτέρω μη εύλογης, ως ιδιαιτέρως χαμηλής, χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, το εισαγόμενο με το λόγο αυτό γενικότερου ενδιαφέροντος νομικό ζήτημα ανήκει στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, στην οποία και πρέπει να παραπεμφθεί (άρθρο 563§2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει το δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου. Και.

Απορρίπτει τους λοιπούς λόγους της αναιρέσεως του ... κατά της 7373/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ